Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2009

ΚΑΠΟΙΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΙΣΧΥΡΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΣ

Υποστηρίζεται ακόμη και σήμερα ότι η Ελλάδα απέκτησε ισχυρό νόμισμα έναντι του ασθενούς νομίσματος που είχαμε κάποτε και ότι έχει εισέλθει σε μια ζώνη σταθερότητας. Αυτό όμως αποτελεί μια ανόητη υπεραπλούστευση που κρύβει τη πραγματικότητα. Η αξία του νομίσματος μιας χώρας στην οικονομία της αγοράς καθρεφτίζει την οικονομική κατάσταση της. Μόνον αφελείς μονεταριστικές προσεγγίσεις μπορούν να προσεγγίζουν το ζήτημα της ισχύος ενός νομίσματος με φορμαλιστικούς όρους, και όντως αυτές οι θεωρήσεις επικρατούν σήμερα.
Αυτές οι προσεγγίσεις θέλουν να αγνοούν το αυτονόητο γεγονός ότι μόνον εύρωστες οικονομίες με δυναμική και ολοκληρωμένη παραγωγική βάση μπορούν να έχουν ΄΄υγιές΄΄ νόμισμα, ακόμη κει εάν δεν συμμετέχουν σε συσσωματώσεις τύπου ΕΕ, ΝΑFTA κλπ. Διότι σε αυτήν την περίπτωση δύνανται να προστατέψουν αποτελεσματικά την συναλλαγματική τους ισοτιμία και να αποτρέψουν ακόμη και πιθανές κερδοσκοπικές επιθέσεις εναντίον του νομίσματός τους χρησιμοποιώντας σαν όπλο τα υψηλά συναλλαγματικά τους διαθέσιμα που προκύπτουν από τα εμπορικά τους πλεονάσματα.
Τώρα, ποια είναι η κατάσταση της ελληνικής παραγωγικής δομής;
Το γεγονός ότι η παραγωγική δομή της χώρας αποδιαρθρώνεται κάθε χρόνο και περισσότερο μετά την ένταξη της στην ΕΟΚ/ΕΕ, η οποία σηματοδότησε την πλήρη ένταξη της στη διεθνοποιημένη οικονομία, δεν αλλάζει στο παραμικρό τα μέτρα που έχει στη διάθεση της η πολιτική και οικονομική ελίτ για ν αντιμετωπίσει την μακροχρόνια κρίση που φανερώνει η συνεχής επιδείνωση του εμπορικού ισοζυγίου και των δημόσιων ελλειμμάτων.Με άλλα λόγια, εφόσον ο τελικός στόχος στην σημερινή διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς είναι μια εξωστρεφής «ανάπτυξη» που στηρίζεται στην εξωτερική αντί για την εσωτερική αγορά, τόσο οι ενδιάμεσοι στόχοι όσο και τα μέσα για την επίτευξη τους είναι επίσης δεδομένα. Οι ενδιάμεσοι στόχοι αφορούν την βελτίωση της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας, η οποία είναι απαραίτητη ακόμη και για την επιβίωση μέσα στον ανελέητο διεθνή ανταγωνισμό. Δεδομένου όμως ότι η βελτίωση αυτή, στην οικονομία της αγοράς, εξαρτάται καθοριστικά από τις επενδυτικές αποφάσεις των ιδιωτικών επιχειρήσεων ―εφόσον ο οικονομικός ρόλος του δημόσιου τομέα περιορίζεται πια στην δημιουργία των κατάλληλων συνθηκών για την προώθηση του ιδιωτικού― τα μέσα είναι επίσης προκαθορισμένα. Είναι τα μέσα που βλέπουμε όλα αυτά τα χρόνια να εφαρμόζονται από τα κόμματα εξουσίας στην Ελλάδα (αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο), δηλαδή:
• η συρρίκνωση του δημόσιου τομέα μέσω των μαζικών ιδιωτικοποιήσεων και της δραστικής μείωσης των δημόσιων επενδύσεων,
• το πετσόκομμα του κοινωνικού κράτους (όταν υπάρχει), η ή μη ανάπτυξη του (όταν είναι υποτυπώδες-Ελληνική περίπτωση), και η παράλληλη αύξηση των έμμεσων φόρων που πλήττουν κυρίως τα κατώτερα στρώματα (αυξήσεις ΦΠΑ, καταναλωτικών φόρων κλπ), με την Ελλάδα να κατέχει ήδη το τρίτο υψηλότερο ποσοστό έμμεσης φορολογίας και το χαμηλότερο ποσοστό άμεσης φορολογίας στην ΕΕ,
• η παραπέρα μείωση του φορολογικού βάρους των ιδιωτικών επιχειρήσεων και
• ο δραστικός περιορισμός της ‘προοδευτικότητας’ του φόρου εισοδήματος (που ωφελεί τα προνομιούχα στρώματα) μέσω της μείωσης των ανώτατων φορολογικών συντελεστών, η οποία σε πολλές χώρες φθάνει τις 20 μονάδες.

Όμως, στην Ελλάδα η ιστορική διόγκωση του δημόσιου τομέα δεν οφειλόταν στην συνεχή εξάπλωση του κοινωνικού κράτους, όπως στις χώρες του κέντρου, αλλά στην ανικανότητα του ιδιωτικού τομέα να δημιουργήσει μια ανταγωνιστική παραγωγική δομή με υψηλή παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα, όπως στις άλλες χώρες της περιφέρειας και ημιπεριφέρειας.Το αποτέλεσμα ήταν η επέκταση του δημόσιου τομέα ο οποίος λειτουργούσε ως ασφαλιστική δικλείδα για την απορρόφηση της συνακόλουθης ανεργίας.

Η ενσωμάτωση όμως της χώρας στη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς σηματοδότησε την κατάρρευση της βασικά δασμοβίωτης βιομηχανίας της καθώς και της μη ανταγωνιστικής γεωργίας της. Στην σημερινή επομένως απόπειρα ανάπτυξης που θεμελιώνεται στην εξωστρέφεια, η μόνη διέξοδος για τις ελίτ μας είναι η μαζική επέκταση των ξένων άμεσων επενδύσεων. Όμως, οι επενδύσεις αυτές στην Ελλάδα έχουν ουσιαστικά εξαφανιστεί, εκτός από τις εξαγορές των ολίγων βιώσιμων ελληνικών επιχειρήσεων, ενώ έχουμε και την γνωστή μετατόπιση ξένου και ντόπιου κεφαλαίου από την Ελλάδα προς τους γειτονικούς επενδυτικούς «παράδεισους» του πάμφθηνου εργατικού κόστους. Ο μόνος τομέας όπου ευδοκιμούν οι ξένες επενδύσεις (πέρα από τις κερδοσκοπικές) είναι αυτός του … λιανεμπορίου, όπου η (βασικά καταναλωτική) Ελλάδα αποτελεί έναν από τους κύριους προορισμούς των μεγάλων αλυσίδων! Πράγμα βέβαια καθόλου περίεργο αφού συνεχώς διευρύνεται ο αριθμός και των Ελληνικών επιχειρήσεων που στρέφονται από τις εξαγωγές στις εισαγωγές προκειμένου να αυξήσουν το περιθώριο κέρδους.

Το αποτέλεσμα είναι η εκρηκτική διόγκωση της ανεργίας, ενώ το 10% των πλουσιότερων Ελλήνων εισπράττει το 25% του συνολικού εισοδήματος (έναντι 20% που εισπράττει το 40% Παράλληλα, πάνω από το 20% του ελληνικού πληθυσμού ζει κάτω από τα όρια της (επίσημης) φτώχειας ―ποσοστό που είναι το δεύτερο υψηλότερο στο σύνολο των κρατών-μελών της ΕΕ. Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι όλες οι κυβερνήσεις των τελευταίων χρόνων έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους στις ξένες επενδύσεις, και τους παρέχουν τεράστιες φορολογικές διευκολύνσεις,ενώ ταυτόχρονα αυξάνουν τα φορολογικά βάρη των κατώτερων στρωμάτων.

Με άλλα λόγια, η απώτερη αιτία της σημερινής κρίσης που καλούνται και πάλι να πληρώσουν οι μη προνομιούχοι της οικονομίας της αγοράς, δεν είναι ούτε η «δημιουργική λογιστική» των σοσιαλφιλελευθερων που εξανάγκασαν τους διάδοχους τους —μέσω της Ευρωπαϊκής ελίτ στην ΕΕ— στην περιβόητη απογραφή, ούτε καν τα σχεδόν 15 δισεκατομμύρια δολάρια που σπαταλήθηκαν για τους Ολυμπιακούς από τους οποίους όμως ωφελήθηκε βασικά μόνο η οικονομική ελίτ. Η αιτία είναι η σαθρή οικονομική δομή που δημιούργησε η μεταπολεμική οικονομική ‘ανάπτυξη’, η οποία αποσαθρώθηκε ακόμη περισσότερο με την ένταξη μας στην ΕΕ και θα οδηγεί σε αλλεπάλληλες κρίσεις διαρθρωτικού και όχι συγκυριακού χαρακτήρα.
Αυτή η σαθρή ελληνική παραγωγική δομή δεν πρόκειται να διασωθεί από το ισχυρό ευρώ. Το σόφισμα που χρησιμοποιούν οι υπέρμαχοι της άποψης αυτής είναι το εξής:
H δραχμή ήταν ασθενές νόμισμα λόγω της συνεχούς της διακύμανσης και των διαχρονικών υποτιμήσεών της έναντι των ισχυρών ξένων νομισμάτων, επομένως η αντικατάστασή της από ένα ισχυρό νόμισμα θα άλλαζε άρδην την κατάσταση. Δεν μας λένε όμως τίποτα για τα απώτερα αίτια αυτής της συμπεριφοράς της δραχμής.
Γιατί λοιπόν η δραχμή επεδείκνυε τέτοια συμπεριφορά;
Η δραχμή ήταν πράγματι ασθενές νόμισμα και είχε υποστεί χρόνια καθίζηση σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο με τις συνεχείς υποτιμήσεις αλλά αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι ούτε ο ιδιωτικός ούτε ο δημόσιος τομέας δημιούργησαν ποτέ μια υγιή παραγωγική δομή. Η εξαφάνιση της δραχμής, από μόνη της, δεν βελτίωσε τη παραγωγική δομή της χώρας αλλά απλώς σήμανε την απώλεια ακόμη και της τυπικής οικονομικής αυτονομίας καθώς και του δικαιώματος ν’ ασκείται οικονομική πολιτική σύμφωνα με τις δικές μας ανάγκες. Η Τράπεζα της Ελλάδος έγινε παράρτημα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), την πολιτική της οποίας βέβαια καθορίζουν οι ισχυρές οικονομικά χώρες με βάση τα δικά τους συμφέροντα. Έτσι, η οικονομική μας ελίτ έχει απωλέσει τη δυνατότητα να αλλάζει την ισοτιμία του νομίσματος για να τονώσει τις εξαγωγές και να μειώνει τον πληθωρισμό, και δεν έχει ούτε τη δυνατότητα άσκησης αυτόνομης νομισματικής πολιτικής. Ακόμη, με το σύμφωνο σταθερότητας, ουσιαστικά δεν έχει πλέον ούτε δυνατότητα άσκησης αυτόνομης δημοσιονομικής πολιτικής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Αρχειοθήκη ιστολογίου