Τετάρτη, 29 Απριλίου 2009

Γιάννης Ρίτσος – Πρωτομαγιά 2009, 100 χρόνια από τη γέννησή του.

Αναδημοσιεύουμε από τον ΟΙΚΟ.ΠΟΛΙΣ

Φωτογραφία που εμπνεύστηκε ο Ρίτσος τον Επιτάφιο.

To ιστορικό του Επιταφίου. Στη Θεσσαλονίκη από τον Μάρτιο του 1936 είχαν αναπτυχτεί απεργιακές αγώνες σε διάφορους κλάδους. Την Πρωτομαγιά οι αγώνες κλιμακώνονται και η ανάπτυξή τους έκαναν την τότε κυβέρνηση να δώσει την εντολή στη χωροφυλακή να χτυπήσει στο ψαχνό στις 9 Μαΐου. Ο πρώτος νεκρός ήταν ο Τάσος Τούσης. Οι σύντροφοί του παίρνουν τον νεκρό, τον βάζουν πάνω σε μια πόρτα και τον μεταφέρουν λίγο πιο πέρα. Εκεί τον βλέπει η μάνα ξαπλωμένο, γονατίζει και αναρωτιέται με τα χέρια «γιατί»? Σε αυτήν τη κίνηση την φωτογραφίζει κάποιος και την επόμενη ημέρα η φωτογραφία με το νεκρό απεργό και την γονατιστή μητέρα δημοσιεύεται στο Ριζοσπάστη. Βλέπει τη φωτογραφία ο Ρίτσος με την τραγική μάνα και το νεκρό γιό, εμπνέεται και γράφει το κλασικό έργο Επιτάφιος «Γιέ μου σπλάχνο των σπλάχνων μου….».

Αφιέρωμα από το ΩΣ3

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2009

Νέα Επιδότηση στις επιχειρήσεις

Ανακύκλωση ανέργων και προγράμματα με ημερομηνία λήξης, χρηματοδότηση επιχειρήσεων με 2,5 δισ. ευρώ και παραπέρα εμβάθυνση της ευελιξίας σε όλες τις μορφές της, είναι το πακέτο που παρουσίασε, χτες, η υπουργός Απασχόλησης Φάνη Πάλλη - Πετραλιά, στο όνομα αντιμετώπισης της ανεργίας. Ετσι, παρέχει στους εργοδότες πάμφθηνη εργασία, χωρίς κανένα ουσιαστικό μέτρο στήριξης των ανέργων.

http://www1.rizospastis.gr (24/4/2009)

Πρωί πρωί με τη δροσούλα.....και μάθαμε για την παραπάνω είδηση. Το νέο "μέτρο" για την αντιμετώπιση της κρίσης από την κυβέρνηση των διεφθαρμένων και ανίκανων γελωτοποιών. Μετά από το δωράκι των 28 δισ. στις τράπεζες τώρα προχωράνε σε νέες επιδοτήσεις των επιχειρήσεων που θα κόβουν ένα ημερομίσθιο. Όποιος άπληστος εργοδότης δεν είναι διατεθειμένος να μειώσει τα κέρδη του και αντ’ αυτού αποφασίζει να μειώσει τις ώρες εργασίας στην επιχείρηση του, άρα και το μισθό των εργαζομένων θα επιδοκιμάζεται από την κυβέρνηση. Θα πληρώνουμε εμείς οι φορολογούμενοι το ένα ημερομίσθιο για να μην πληγούν τα κέρδη του εργοδότη. Για άλλη μια φορά επιβεβαιώνεται ότι η κρίση θα πλήξει κατά κύριο λόγο μισθωτούς, συνταξιούχους, αυτοαπασχολουμένους και μικροεπιχειρήσεις και θα αφήσει ανεπηρέαστους μεσαίους και μεγαλοκαρχαρίες. Το ίδιο συνέβη και με τις τράπεζες όπου το κράτος είχε τη δυνατότητα να εξαγοράσει το μισό τραπεζικό σύστημα και μάλιστα από την αγορά, από το ίδιο το χρηματιστήριο αφού η «ελεύθερη αγορά» είχε καταβαραθρώσει τις τιμές των μετοχών των τραπεζών. Αντ’ αυτού προτίμησε το δώρο των 28 δισ. ώστε οι τράπεζες, άκουσον άκουσον, να προβούν σε φθηνό δανεισμό. «Τρέξε κόσμε τώρα για φθηνά δάνεια». Η κοροϊδία δεν έχει τελειωμό. Δεν πρόκειται για τίποτε άλλο παρά για μία ακόμη σφοδρή αναδιανομή του εθνικού πλούτου υπέρ του μεγάλου κεφαλαίου και εις βάρος του λαού. Επιδοτήσεις προς του αγρότες, τους ανέργους, τις μανάδες όλα απαγορεύονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτές όμως τις επιδοτήσεις (επιχειρήσεις-τράπεζες) οι χαρτογιακάδες τις επικροτούν.

Πρόκειται για κατάλοιπα των Reagonomics και του θατσερισμού ή διαφορετικά των οικονομικών της προσφοράς-ύφεσης σύμφωνα με τα οποία, μεταξύ όλων των άλλων, πριμοδοτούμε τις επιχειρήσεις ώστε να παραγάγουν περισσότερο για να μεγεθυνθεί το προϊόν προς όφελος όλων. Μία απίστευτη επινόηση-κοτσάνα η οποία έχει αποτύχει πανηγυρικά (ως προς τους θεωρητικούς της στόχους) Από την άλλη έχει επιτύχει πανηγυρικά ώστε να κάνει τους πλούσιους πλουσιότερους και τους φτωχούς φτωχότερους. Το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, ανακάλυψε τώρα, αυτό που πολλές πλέον χώρες απορρίπτουν, την πριμοδότηση των επιχειρήσεων, την με πάσα θυσία πριμοδότηση του κεφαλαίου. Ούτε την νομπελίστα την κυρία Krugman* δεν έχουν λάβει υπόψη οι αθεόφοβοι.


* Δήλωση στη βουλή του guru των οικονομικών, μεγάλου, οικονομικού εγκέφαλου, φυσικού μετεωρολόγου ηλεκτρονικού ραδιοηλεκτρολόγου και πάνω απ’ όλα υφυπουργού εθνικής οικονομίας και οικονομικών κ. (κου)Μπούρα.


Τετάρτη, 22 Απριλίου 2009

ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ

Μία αξιέπαινη προσπάθεια του http://www.ieraodo.blogspot.com/

Ο Αμερικανός συγγραφέας Χένρι Μίλερ γράφει το 1939 επισκεπτόμενος της Ελλάδα: «Πολλές φορές, ακολουθώντας την Ιερά Οδό από το Δαφνί προς τη θάλασσα, νόμισα πως τρελαίνομαι. (…) Δεν έπρεπε να κυλάμε με αμάξια στην Ιερά οδό, όπως σ’ έναν αυτοκινητόδρομο τούτο είναι μια ιεροσυλία. Έπρεπε να βαδίζουμε, να βαδίζουμε, όπως οι άνθρωποι των αλλοτινών καιρών, και ν’ αφήνουμε όλο μας το είναι να πλημμυρίζει από φως. Δεν βρίσκεται κανείς εδώ σ’ έναν από τους μεγάλους δρόμους της χριστιανοσύνης. Αυτό τον δρόμο τον χάραξαν πόδια παγανιστικά, πόδια ευλαβικά, πορευόμενα προς τη μύηση, προς την Ελευσίνα…». (Φιλολογικές διαδρομές στην Ελλάδα, ΠΑΤΑΚΗΣ).


ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ
Οδός της αρχαιότητας που συνέδεε την Αθήνα με την Ελευσίνα. Είχε μήκος 22 χιλιομέτρων Ξεκινούσε από την Ιερά Πύλη του Κεραμικού και κατέληγε στο ιερό της Ελευσίνας. Από την οδό αυτή περνούσε η πομπή των Ελευσίνιων Μυστηρίων και γι αυτό ονομάστηκε Ιερά Οδός.
Ο περιηγητής Πολέμων και ο Παυσανίας έχουν περιγράψει ότι επί της Ιεράς Οδού υπήρχαν ναοί, βωμοί, αγάλματα θεών, ηρώα, τάφοι και ανδριάντες πολιτών.
Οι ξένοι περιηγητές, λογοτέχνες και χαρτογράφοι περιγράφουν με δέος τον Ελαιώνα της Αθήνας. Η Ιερά Οδός αποτελούσε έως και το 1955 την μοναδική αρτηρία οδικής επικοινωνίας της Αθήνας με την Δυτική Αθήνα και με την Πελοπόννησο.


ΘΕΣΕΙΣ – ΣΗΜΕΙΑ ΜΕ ΕΙΔΙΚΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ
Ναός Δήμητρας και Κόρης Αθηνών, Ακρόπολις Αθηνών, Ελευσίνιον, Αρχαία Αγορά, Κεραμεικός (Ιερά Πύλη, Δίπυλον, Κατάληξη Δημοσίου Σήματος, Ναός Αγίας Τριάδας), Κτήμα Χασεκή με Κονάκι και Κρήνη στον χώρο του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Ι. Ναός Αγίου Σάββα (θέση Ιερής Συκιάς και Ναού Δήμητρας)/ Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου (θέση Ναού Διός)/ Θέση Τύμβου Kaupert/ Κορυφή Προφήτη Ηλία με Ιερό Ναό/ Μονή Δαφνίου (θέση ναού Απόλλωνος ή Φορβά)/ Ιερόν Αφροδίτης2/ Μαρμάρινος Λίθος στον Λόφο Ηχούς (αρχαίο όριο Αθηνών – Ελευσίνος)/ Μαρμάρινος Λίθος με επιγραφή/ Πύργος – Τύμβος Ασπροπύργου/ Ρωμαϊκή Γέφυρα Ελευσινιακού Κηφισού/ Ιερός Ναός Αγίου Ζαχαρία (πιθανή θέση Ναού Τριπολέμου)/ Ιερόν Δήμητρας και Κόρης/ Αρχαίο Λιμάνι Ελευσίνος.»

Κυριακή, 12 Απριλίου 2009

Εργοστάσιο Χωρίς Αφεντικό

Από την http://www.tvxs.gr/v9442

Το εργοστάσιο κεραμεικών του Luigi Zanon, ιδρύθηκε το 1980 στη Αργεντινή. Κατά τη μεγάλη οικονομική κρίση της χώρας όμως, το 2001, αποφασίζει να κλείσει. Οι εργάτες μη θέλοντας να χάσουν τη δουλειά τους καταλαμβάνουν το εργοστάσιο και ξεκινούν την αυτοδιαχείρισή του. Παρακολουθείστε το ντοκιμαντέρ για την Zanon, ή όπως αποκαλείται σήμερα, FaSinPat, δηλαδή «εργοστάσιο χωρίς αφεντικά».

Το εργοστάσιο χτίστηκε σε δημόσια γη και με δημόσια κονδύλια. Το 2001 όταν αποφασίζεται το κλείσιμό του, οι εργάτες βρίσκονταν ήδη με πολλούς μισθούς απλήρωτους.

Η κατάληψη του εργοστασίου έγινε χωρίς αντίσταση από τον πρώην ιδιοκτήτη και έτσι ξεκίνησε η αυτοδιαχείριση χωρίς προϊσταμένους και managers, με τις αποφάσεις να λαμβάνονται συλλογικά, σε εργατικά συμβούλια.

Ένα τολμηρό πείραμα που επιχειρήθηκε μέσα από την απόγνωση των εργατών, καταλήγει επιτυχές. Ένα χρόνο αργότερα η Αργεντινή βγαίνει από την κρίση και το εργοστάσιο είναι κερδοφόρο. Όμως ο παλιός ιδιοκτήτης, Luigi Zanon, προσπαθεί να το ανακτήσει, με νόμιμους και παράνομους τρόπους.

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2009

Η ΔΙΑΜΑΧΗ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ-ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ (2)

Απάντηση στο σχόλιο του Πάνου

Καταρχήν θέλω να εκφράσω την χαρά μου που ένα μέλος της ομάδας ΠΔ της Αθήνας διαβάζει το blog μας. Διαβάζω ανελλιπώς το περιοδικό, τα άρθρα του Φωτόπουλου στην Ελευθεροτυπία είκοσι τόσα χρόνια τώρα, καθώς και τις παλιότερες προσπάθειες με τα περιοδικά Κοινωνία και Φύση και Δημοκρατία και Φύση.
Προεισαγωγικά και για να αποφύγω κάθε παρεξήγηση διευκρινίζω ότι θεωρώ την προσπάθεια του Τάκη Φωτόπουλου ως μια από τις σημαντικότερες διεθνώς για την συγκρότηση ενός ριζοσπαστικού κινήματος που στοχεύει στη δημιουργία μιας περιεκτικής δημοκρατίας. Ξεκαθαρίζω επιπλέον ότι δεν είμαι καστοριαδικός, εάν αυτού του είδους οι χαρακτηρισμοί έχουν κάποια σημασία. Απλούστατα στοχαστές όπως ο Καστοριάδης, ο Μπούκτσιν, αλλά και αρκετοί άλλοι αποτέλεσαν για μένα, σπουδαίους πνευματικούς οδοδείκτες που προσανατόλισαν την σκέψη μου, και με βοήθησαν, συνεχίζοντας να το κάνουν, να απεμπλακώ από δογματισμούς και προσκολλήσεις του προσωπικού μου παρελθόντος. Με αυτήν την έννοια προσεγγίζω το έργο τους και όχι από την σκοπιά του φανατικού υπερασπιστή του έργου του ενός ή του άλλου εξ αυτών.
Μετά από αυτά τα εισαγωγικά σχόλια, προχωρώ στον σχολιασμό της σύντομης απάντησης στο άρθρο μου που είχε σαν θέμα του την διαμάχη του εκλιπόντος στοχαστή με τον Φωτόπουλο, προσπαθώντας να είμαι κι εγώ όσο πιο σύντομος μπορώ.
Στο εναρκτήριο σχόλιο διατυπώνεις την άποψη ότι΄΄ ένα ετερόνομο σύστημα δεν μπορεί να έχει αυτό καθεαυτό αυτόνομες συνιστώσες΄΄ και ότι ΄΄ η αυτονομία έρχεται πάντα απ’ έξω από την ετερονομία΄΄. Θα παρακάμψω εδώ όλη την πλούσια βιβλιογραφία πάνω στο θέμα της σχετικής ή μερικής αυτονομίας του εποικοδομήματος σε συνάρτηση με την οικονομική υποδομή του εκάστοτε κοινωνικού σχηματισμού, μιάς και εντός του πλαισίου αυτής της προβληματικής τίθενται ως δεδομένες η ύπαρξη μιάς οικονομικής υποδομής και ενός εποικοδομήματος , ως χωριστών τομέων όπου η πρώτη σε τελευταία ανάλυση προσδιορίζει το δεύτερο, και με την οποία εγώ διαφωνώ.
Θα επικεντρώσω την προσοχή μου στην ίδια την σύλληψη του δεσμού ή καλύτερα της έλλειψης δεσμού που εγκαθιδρύεις μεταξύ ετερονομίας και αυτονομίας. Τις αντιμετωπίζεις ως ξεχωριστές οντότητες μη έχουσες καμία σχέση μεταξύ τους και ως αναπτυσσόμενες ανεξάρτητα η μία από την άλλη. Σε αυτή την προοπτική η αυτονομία έρχεται απ’ έξω-από πού άραγε; Σε ποιο έδαφος βλασταίνει; που αναπτύσσεται; και γιατί να χτυπήσει την πόρτα της ετερονομίας; Ποιος ο λόγος να το κάνει και να μην μείνει εκεί που βρίσκεται αντί να πάει να μολυνθεί από την επαφή της με την ετερονομία; Πότε σε ποια περίοδο της ιστορίας ένα καινούργιο πρόταγμα αναπτύχθηκε έξω από το εκάστοτε ισχύον κοινωνικό σύστημα; Και τι σημαίνει στα πλαίσια του κοινωνικοϊστορικού κόσμου η άποψη της απ’ έξω εισαγωγής μιάς ιδέας, ενός κινήματος, μιάς στάσης ζωής; Ταυτολογικό πλην όμως αληθές: Ό, τι συμβαίνει εντός αυτού του πεδίου, συμβαίνει εντός αυτού του πεδίου, πέραν τούτου ουδέν, ούτε επείσακτο ούτε και παρείσακτο μπορεί να είναι.
Εάν παρά ταύτα εννοείς, στα πλαίσια μιας στρουκτουραλιστικού τύπου προσέγγισης, ότι η διάζευξη αυτονομία/ετερονομία είναι του ιδίου τύπου με εκείνες των αρσενικού/θηλυκού, ζεστού/κρύου, άσπρου/μαύρου, θετικού/αρνητικού , θεωρουμένων όλων ετούτων ως απόλυτων, κάθετων, απαράκαμπτων και πάγιων διαχωριστικών τομών, θα έλεγα ότι αυτή είναι μια καθαρά φορμαλιστική και κενή περιεχομένου λογική που δεν εξηγεί τίποτα και δεν βγάζει πουθενά.
Γιατί τότε πως θα προσεγγίζαμε την αναγέννηση, τον διαφωτισμό, τα χειραφετιστικά κινήματα του 18ου και του 19ου αιώνα, τα κινήματα της δεκαετίας του ΄60, που όλα σημάδεψαν και συνδιαμόρφωσαν το πρόσωπο του νεωτερικού κόσμου; Από πού ήρθαν; Δεν γεννήθηκαν, δεν αναπτύχθηκαν εντός του ορίζοντα της εποχής τους;
Εγώ νομίζω ότι η αυτονομία ως κίνημα, πνευματική στάση, αμφισβήτηση των ΄΄ειδώλων΄΄ της φυλής, δηλαδή της θεσμισμένης παράστασης του κόσμου και των εκμεταλλευτικών θεσμών, συνυπήρξε σε σχέση συνεχούς και δημιουργικής έντασης με την ετερονομία και την ΄΄μόλυνε΄΄ επαρκώς έτσι ώστε να μπορούμε εμείς σήμερα να διαδηλώνουμε, να εκφράζουμε τις διαφωνίες μας, να σκεφτόμαστε κριτικά και να συζητούμε για τους όρους διαμόρφωσης ενός ριζοσπαστικού κινήματος.
Όλα αυτά δεν συνιστούν μια μερική και επισφαλή, έστω, πραγμάτωση των βλέψεων για μια αυτόνομη κοινωνία; Όλα αυτά δεν παρέχουν την βάση, την έστω εύθραυστη και πάντα διαμφισβητούμενη από τις δυνάμεις του κατεστημένου, για την περαιτέρω διεύρυνση και ενδυνάμωση της προσπάθειας για μια κοινωνία ελευθερίας, ισότητας και δικαιοσύνης;
Την άποψή σου ότι η αυτονομία έρχεται απέξω από την ετερονομία, αποπειράσαι να την ενισχύσεις επικαλούμενος την σύμφωνη γνώμη των Φωτόπουλου και Καστοριάδη. Θα ήθελα να μου παραθέσεις τα συγκεκριμένα χωρία από το έργο των δύο, που αποδεικνύουν την συμφωνία τους με τα λεγόμενά σου επ’ αυτού.
Συνεχίζοντας, δηλώνεις ότι αυτό που κάνει ο Φωτόπουλος είναι να ΄΄δείχνει τις αντικειμενικές τάσεις μέσα στο σύστημα….. σε σχέση με τις υποκειμενικές τάσεις που αναπτύσσονται μέσα στην κοινωνική πάλη΄΄ και από τη σύγκρουση των οποίων ΄΄ προκύπτει κάθε φορά η κοινωνική-οικονομική πραγματικότητα΄΄ και συνεχίζεις εξάγοντας το συμπέρασμα ότι ο Φωτόπουλος εξηγεί την μετάβαση από τη φιλελεύθερη στην κρατικιστική περίοδο της νεωτερικότητας και από εκεί στη σημερινή φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, σε αντίθεση με τον Καστοριάδη, ο οποίος καταφεύγοντας, κατ’ εσέ, στην παντοδυναμία των υποκειμενικών συνθηκών και του φαντασιακού, αδυνατεί να το κάνει διότι αγνοεί την αλληλεπίδραση υποκειμενικών με τις αντικειμενικές συνθήκες.
Τα ζητήματα που ανακινούνται από την σχετική προβληματική είναι εξαιρετικά περίπλοκα και δεν πιστεύω ότι μπορεί κανείς να τα επιλύσει στα περιορισμένα πλαίσια ενός blog, μιάς και απαιτείται μια πολύ εκτεταμένη και συστηματική διαπραγμάτευσή τους. Παρόλα αυτά θα κάνω μερικές επισημάνσεις για να μην θεωρηθεί ότι υπεκφεύγω.
Κύριο μέλημά μας πρέπει να είναι η αποφυγή του αμαρτήματος της λήψης του ζητουμένου, το οποίο και διαπράττεται όταν από την δικαιολογημένη επιθυμία μας να κλείσουμε κάποια θεωρητικά ζητήματα στα γρήγορα, σπεύδουμε να αποδεχθούμε αβασάνιστα διαμφισβητούμενες απόψεις.
Επί του προκειμένου, η διαλεκτική αντικειμενικών-υποκειμενικών τάσεων και συνθηκών δεν είναι καμία εφεύρεση του Φωτόπουλου ούτε και η αδυναμία του Καστοριάδη οφείλεται στην άγνοια αυτής της υποτιθέμενης διαλεκτικής καθώς και στην υπερβολική βαρύτητα που αυτός αποδίδει στις υποκειμενικές συνθήκες και στο φαντασιακό. Εν πρώτοις η υπαγωγή κάποιων φαινομένων στην έννοια των αντικειμενικών συνθηκών και η αντίστοιχη υπαγωγή κάποιων άλλων κλάσεων φαινομένων στην έννοια των υποκειμενικών συνθηκών δεν είναι δεδομένη και αυτονόητη και η ίδια η διάκριση αντικειμένου/υποκειμένου είναι εν πολλοίς απόλυτη και παραπλανητική.
Διότι όλα εκείνα που συνιστούν αντικειμενικές συνθήκες και τάσεις δεν είναι τίποτα παραπάνω από ιδέες, αξίες, βλέψεις, αποτελέσματα διαπάλης των τάξεων, που ενσωματώθηκαν στους θεσμούς και στο γενικότερο κοινωνικό-οικονομικό-πολιτικό-
πολιτιστικό περιβάλλον εντός του οποίου καλούνται να δράσουν τα σημερινά υποκείμενα-άτομα, ομάδες, στρώματα, τάξεις- δηλαδή δεν είναι τίποτα παραπάνω από την δράση των υποκειμένων προγενεστέρων περιόδων, και μέσα σε αυτό το έτσι διαμορφωθέν περιβάλλον καλούνται να ενεργοποιηθούν τα σημερινά υποκείμενα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει υποκείμενο και αντικείμενο, αλλά ότι πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί με την χρήση των όρων, την λειτουργία τους, και με το τι πραγματικά σημαίνουν. Ακόμη ριζικότερα οι ίδιοι οι όροι αντικείμενο, υποκείμενο, τάση, κουβαλούν μια βαριά ιστορία, κι απαιτείται μια εξαντλητική εργασία διαύγασης προτού αποφασίσουμε να τους χρησιμοποιήσουμε. Παραδείγματον χάριν τι είναι ένα αντικείμενο, πως συγκροτείται, πως προσλαμβάνεται από ένα υποκείμενο, που είναι με τη σειρά του τι, τι εννοούμε όταν λέμε ότι κάτι συνιστά μια τάση, ιδίως ΄΄αντικειμενική τάση΄΄κλπ, κλπ. Εάν με αντικειμενική τάση εννοούμε την κυρίαρχη ροπή, κλίση, διάθεση, την επικρατούσα στην υπό εξέταση χωροχρονική περίοδο, τότε θα πρέπει να ξέρουμε ή να πιστεύουμε ότι ξέρουμε τι σημαίνει ο προσδιορισμός κυρίαρχη ή επικρατούσα, ποιος αποφάσισε ότι αυτή η συγκεκριμένη τάση είναι η επικρατούσα και με ποια κριτήρια, διότι σε κάθε κοινωνικό περιβάλλον υπάρχουν περισσότερες από μια τάσεις, και διαφορετική είναι η αξιολόγηση της βαρύτητάς τους από διαφορετικούς παρατηρητές.
Προσέτι η όλη συζήτηση παραπέμπει και στη διαμάχη σχετικά με το επαναστατικό στοιχείο στη σκέψη του Μαρξ, δηλαδή με τον τονισμό της ανθρώπινης δραστηριότητας, ως δημιουργού της ιστορίας μέσα σε καθορισμένες συνθήκες. Η ιδέα αυτή τι σημαίνει; Ή ότι η κάθε ιστορική δραστηριότητα λαμβάνει χώρα σε ένα δεδομένο χώρο, σε δεδομένες περιστάσεις κλπ, με δυο λόγια υπό αναγκαίες συνθήκες, οι οποίες ταυτοχρόνως την περιορίζουν, αλλά αν το πούμε αυτό προφανώς και κομίζουμε γλαύκα εις Αθήνας, επειδή η προφάνεια της διαπίστωσης την καθιστά τετριμμένη- ή ότι αυτές οι καθορισμένες συνθήκες είναι και καθοριστικές, δηλαδή εκτός από αναγκαίες είναι και επαρκείς, το οποίο και αποτελεί την ιδέα του Μαρξ και το οποίο εφόσον αληθεύει, μετατρέπει σε ανοησία την ιδέα ότι οι άνθρωποι είναι οι δημιουργοί της ιστορίας, η οποία εν τοιαύτη περιπτώσει καθίσταται μια τερατώδης ντετερμινιστική αλληλουχία και συνακόλουθα οι ιδέες: αλήθεια/αξία/επιλογή/ευθύνη μετατρέπονται σε απλές αυταπάτες, αδιαφανείς για τους ίδιους τους φορείς τους.
Όσο για τις αντικειμενικές τάσεις που εσύ θεωρείς ότι ο Φωτόπουλος δείχνει μέσα στο σύστημα της καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς δυστυχώς δεν βλέπω καμία νέα προσέγγιση πέρα από τις κοινοτοπίες περί δήθεν αλληλεξάρτησης μεταξύ αντικειμενικών-υποκειμενικών συνθηκών, που εμείς οι νέοι της μεταπολίτευσης τις βρίσκαμε ήδη στα χοντροκομμένα εισαγωγικά εγχειρίδια στο μαρξισμό λενινισμό των εκδόσεων της Σύγχρονης Εποχής.
Έρχομαι τώρα στην κριτική που ασκείς στο καστοριαδικό φαντασιακό, και στην δήθεν καταφυγή του στην παντοδυναμία των υποκειμενικών συνθηκών που άλλωστε δείχνεις να τις εξισώνεις στη σκέψη σου με αυτό.
Πρόκειται για γνωστή κατηγορία από το παρελθόν, με τον Μάρει Μπούκτσιν να πρωταγωνιστεί σε αυτήν και την δική του φιλοσοφία περί διαλεκτικού νατουραλισμού στην οποία κάποτε είχε εξάλλου ασκήσει κριτική, και πολύ σωστή κατά την γνώμη μου, και ο Φωτόπουλος. Τώρα βέβαια την αναπαράγουν με μεγάλη άνεση και οι Φωτόπουλος-Κουμεντάκης.
Εάν θέλουμε να μιλήσουμε λοιπόν για παρανόηση, εδώ είναι ο κατάλληλος τόπος για να την ανακαλύψουμε. Και εξηγούμαι. Ο Καστοριάδης ουδέποτε εξίσωσε τις υποκειμενικές συνθήκες με το φαντασιακό ούτε άλλωστε απέδωσε παντοδυναμία στις υποκειμενικές συνθήκες. Άλλο πράγμα έλεγε ο μακαρίτης. Όσο πιο συνοπτικά μπορώ, γιατί ανοίγουμε τεράστια θέματα εδώ.
Για τον Καστοριάδη λοιπόν, το κοινωνικό είναι τελείως άλλο πράγμα από τα υποκείμενα και τελείως άλλο πράγμα από πολλές διυποκειμενικότητες. Μόνο μέσα και χάρη στο κοινωνικό ένα υποκείμενο είναι δυνατό. Το κοινωνικό είναι ανώνυμο συλλογικό πάντοτε ήδη θεσμισμένο, εντός και δια του οποίου μπορούν να εμφανιστούν υποκείμενα που άλλωστε τα ξεπερνά απεριόριστα και περιέχει καθ’ εαυτό μια δημιουργό δύναμη (μια vis formandi) που δεν μπορεί να αναχθεί στη συνεργασία των ατόμων ή στα αποτελέσματα της διυποκειμενικότητας.
Για τον Καστοριάδη αυτό που βρίσκεται στην καρδιά κάθε κοινωνικού-ιστορικού σχηματισμού είναι το σύμπλεγμα ή το μάγμα των κοινωνικών φαντασιακών σημασιών , μέσα στις οποίες και μέσα από τις οποίες οργανώνεται και οργανώνει τον κόσμο του. Ένας κοινωνικός-ιστορικός σχηματισμός συγκροτείται αυτοθεσμιζόμενος κι αυτό σημαίνει κατά πρώτο λόγο, εγκαθιδρύοντας ένα μάγμα κοινωνικών, φαντασιακών σημασιών, δηλαδή σημασιών μη αναγώγιμων σε ένα ΄΄πραγματικό΄΄ ή σε οποιοδήποτε ΄΄ορθολογικό΄΄. Η αντίθεση αντικείμενο/υποκείμενο ή αντικειμενικές/υποκειμενικές συνθήκες είναι δευτερογενής και παράγωγη της θέσπισης των πρωταρχικών φαντασιακών σημασιών.
Περνάω τώρα στην εκτίμησή σου ότι έχω λάθος που ισχυρίζομαι ότι ο Φωτόπουλος βασίζει την ανάλυσή του σε κάποιες νομοτέλειες.
Σταχυολογώ, χάριν συντομίας, αποσπάσματα από άρθρα του Τ.Φωτόπουλου στην Ελευθεροτυπία:
1)σε άρθρο της 28/3/09 διαβάζουμε ΄΄Από τη στιγμή όμως που όλες οι χώρες άρχισαν να ενσωματώνονται στη νέα διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς…τα οικονομικά της αποτελεσματικής ζήτησης αναπόφευκτα αντικαταστάθηκαν από τα οικονομικά της προσφοράς. Αναπόφευκτα, διότι η ανάπτυξη άρχισε αυξανόμενα να στηρίζεται στην εξωτερική αγορά….΄΄
2)σε άρθρο της 11/10/08 ΄΄Τέλος κατά τη Τρίτη άποψη που υποστηρίζουμε η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση δεν είναι ούτε ιδεολογία ούτε απλή αλλαγή πολιτικής που επιβλήθηκε από τους νεοφιλελεύθερους σε συνεργασία με κάποιους κακούς σοσιαλδημοκράτες. Αντίθετα αντανακλά δομικές αλλαγές μέσα στη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς(κυρίως τη δημιουργία και μαζική επέκταση των πολυεθνικών επιχειρήσεων που οδήγησε στο -άτυπο αρχικά – άνοιγμα και απελευθέρωση των αγορών που στη συνέχεια θεσμοποιήθηκε) οι οποίες σε συνδυασμό με την αλλαγή των υποκειμενικών συνθηκών…κλπ,κλπ΄΄. Σημείωση: Εδώ, όπως και στις περισσότερες αναλύσεις άλλωστε, έχουμε και επανάκαμψη του εξηγητικού μαρξιστικού σχήματος υποδομής/εποικοδομήματος ή κάνω λάθος;
3)σε άρθρο της 17/6/00 ΄΄Όμως η ίδια η δημιουργία, καθώς και η επέκταση, των επιχειρήσεων αυτών δεν ήταν παρά το αποτέλεσμα της δυναμικής της οικονομίας της αγοράς που εγκαθιδρύθηκε δύο περίπου αιώνες πριν. Το να μιλά επομένως κανείς σήμερα για την επιβολή αποτελεσματικών ελέγχων πάνω στη δραστηριότητα του διεθνούς κεφαλαίου για χάρη της εργασίας και του κεφαλαίου…είναι σαν να απαιτεί να περιοριστεί η δυναμική του ίδιου του συστήματος….΄΄
Δεν νομίζω ότι έχει νόημα να συνεχίσω έτσι επί μακρόν. Τα παραπάνω αρκούν. Υπενθυμίζω ότι στο άρθρο μου ήμουν πολύ προσεκτικός κάνοντας λόγο ΄΄ για αναλύσεις που εμφορούνται από νομοτελειακού τύπου συνδηλώσεις΄΄. Μήπως πρέπει να το ξανασκεφτώ και να μιλήσω για ολική επαναφορά του ντετερμινισμού ; Το σχήμα σύμφωνα με το οποίο εάν εμφανιστούν κάποιες αρχικές συνθήκες και όροι τίθεται σε λειτουργία μια δυναμική αναπόφευκτη και αναπόδραστη διαφέρει ελάχιστα έως σχεδόν καθόλου από εκείνο στο οποίο δεν λαμβάνεται καν υπόψη η τυχαιότητα της εμφάνισης κάποιων αρχικών παραγόντων αλλά όλοι οι όροι εντάσσονται σε μια καθολική αιτιακή αλύσσωση. Αναπότρεπτα, για να κάνουμε κι ένα λογοπαίγνιο, η πρώτη λογική, ως πρωτοξάδερφη της δεύτερης, θα ολισθήσει σταδιακά στην αγκαλιά εκείνης.
Γιατί δηλαδή να ξεκινήσουμε την ντετερμινιστική μας κούρσα δυό αιώνες πριν στην φάση εγκαθίδρυσης της οικονομίας της αγοράς και να μην πάμε πολύ μακριά την βαλίτσα μέχρι και την στιγμή της μεγάλης έκρηξης και να πούμε ότι άπαξ και δημιουργήθηκαν οι τάδε αρχικές συνθήκες, ο κβαντικός κυματισμός του κενού ας πούμε, όλα τα υπόλοιπα προέκυψαν αναπότρεπτα;
Ας μην το παρακάνουμε όμως και ας περιοριστούμε στην πολύ σημαντική όντως φάση για την οικονομία της αγοράς που συνιστά η μετάβαση από τον εμπορευματικό στον βιομηχανικό καπιταλισμό.
Τι απαιτεί αυτή; Δυό βασικά πράγματα. α) ένα προλεταριάτο που να μην έχει που την κεφαλήν κλίναι και θα είναι υποχρεωμένο να πουλήσει την εργατική του δύναμη στις φάμπρικες για 16 ώρες την ημέρα, β)μια εμπορευματική αστική τάξη, συνήθως εφοπλιστές και δουλέμποροι και γ)κεφάλαια που θα τα χρησιμοποιήσουν οι αστοί για να αγοράσουν μηχανήματα, πρώτες ύλες, κτίρια και για να μισθώσουν την εργατική δύναμη των προλετάριων
Ενώ λοιπόν στο Λίβερπουλ οι εφοπλιστές και δουλέμποροι επενδύουν στη βιομηχανία τα κεφάλαια που έχουν αντλήσει από το εμπόριο, λίγο μακρύτερα στη Νάντη οι εκεί 300 οικογένειες εφοπλιστών και δουλεμπόρων που διακρίθηκαν ως επιτυχημένοι και οξυδερκείς έμποροι, χρησιμοποίησαν τα κεφάλαιά τους για να κατασκευάσουν οικοδομήματα γι’ αυτούς τους ίδιους, μιμούμενοι τη Βενετία και το Άμστερνταμ. Κάλεσαν εφευρέτες για να δημιουργήσουν τη νήσο Φεϊντάου, όπου έκτισαν τα μέγαρά τους, και την αποκάλεσαν μικρή Ολλανδία. Παρ’όλα αυτά, στο Σατομπριάν 50 χιλιόμετρα μακριά υπήρχε σίδηρος και θα μπορούσαν να είχαν βρει κάρβουνο.
Αυτό το παράδειγμα κάνει ξεκάθαρο ότι δεν υπάρχει αποφασιστικός καθορισμός του κοινωνικού από το οικονομικό. Μελετώντας την γένεση του βιομηχανικού καπιταλισμού διαπιστώνουμε ήδη στις αρχικές συνθήκες την ύπαρξη και τη δράση αστάθμητων παραγόντων. Ποιοί είναι αυτοί; 1) Για να βρεθούν διαθέσιμα εργατικά χέρια για τις φάμπρικες πρέπει οι γαιοκτήμονες να διώξουν τους αγρότες από τους κλήρους τους και να τους αποστερήσουν από τις κοινοτικές γαίες με τους νόμους περί περίφραξης των γαιών. Αλλά αυτή είναι μια διαδικασία που εξελίσσεται ταυτόχρονα και κατά τύχη, δηλαδή συ(ν)-βαίνει, 2)Επιθυμία, βλέψη των εμπόρων να επενδύσουν τα χρήματά τους σε μηχανήματα και όχι σε μέγαρα και γι αυτό απαιτείται οι συνολικές πολιτισμικές συνθήκες να επιτρέπουν σε κάποιους ανθρώπους να εκμεταλλευτούν κάποιες τεχνικές εφευρέσεις για να κερδοσκοπήσουν. Ανάλογες τεχνικές εφευρέσεις είχαν γίνει και κατά την αρχαιότητα ή στην Κίνα, χωρίς όμως να εμφανιστεί ο καπιταλισμός. Πως θα μπορέσει λοιπόν κάποιος να αποδώσει ρόλο πρωταρχικής αιτιότητας στο οικονομικό; Πως μπορούμε να μιλήσουμε καν για αιτιότητα; Μας είναι αδύνατο ακόμη και να θεωρήσουμε την οικονομία σαν παράγοντα διαχωρίσιμο από την υπόλοιπη κοινωνία. Και εάν δεν μπορούμε να εφαρμόσουμε αυτές τις κατηγορίες ήδη από την κρίσιμη πρωταρχή πως μπορούμε να το κάνουμε σε μεταγενέστερα στάδια;
Θα ολοκληρώσω με την κριτική που ασκήθηκε σε κάποιες πολιτικές θέσεις του Καστοριάδη.
1)Θεωρήθηκαν αμφιλεγόμενες οι πολιτικές του θέσεις σε σχέση με τα Δεκεμβριανά του ΄44. Εκείνο που ενόχλησε ήταν ότι τα είχε χαρακτηρίσει ως απόπειρα πραξικοπήματος από το ΚΚΕ.
Και ερωτώ τώρα εγώ. Δεν ήταν; Τι ήταν τα Δεκεμβριανά, κάποια γνήσια, λαϊκή επανάσταση ή κάποιο επαναστατικό κίνημα; Παρεμπιπτόντως η κατάταξη του ΚΚΕ στην ΄΄αντισυστημική΄΄ μπάντα του πολιτικού φάσματος, είναι το ίδιο αμφιλεγόμενη πολιτική θέση ή πρέπει να θεωρήσουμε ότι δικαιώθηκε πλήρως από την στάση αυτού του κόμματος στα πρόσφατα Δεκεμβριανά του 2008;
2)Επανειλημμένα ο Φωτόπουλος έχει μεμφθεί τον Καστοριάδη ότι απαλλάσσει την οικονομία της αγοράς από την ευθύνη που έχει για την καταστροφή του Νότου μετατοπίζοντάς την στις φαντασιακές σημασίες που αναπτύχθηκαν στο Νότο. Αναρωτιέμαι: η καταστροφική επίδραση της εξάπλωσης του καπιταλισμού πάνω στις κοινότητες του Νότου έρχεται σε σύγκρουση ή αναιρεί την καστοριαδική διάγνωση για τις άλλου είδους φαντασιακές θεσμίσεις των εν λόγω κοινωνιών; ή μήπως οι δύο θέσεις λειτουργούν συμπληρωματικά και ενισχύουν η μία την άλλη;
Δηλαδή η διαπίστωση ότι οι Αφρικανοί που δουλεύουν στα δυτικά εργοτάξια της πατρίδας τους τρεις ημέρες την εβδομάδα και αφού κερδίσουν αρκετά χρήματα για να αγοράσουν τρόφιμα ή δώρα για τα μέλη της οικογένειάς τους, επιστρέφουν στο χωριό τους, έρχεται σε σύγκρουση με το γεγονός της εξάπλωσης της οικονομίας ανάπτυξης στην αφρικάνικη ήπειρο; Κι αυτό σημαίνει ότι όποιος διαπιστώνει αυτήν την συμπεριφορά απαλλάσσει τον καπιταλισμό από τις ευθύνες του;
3)Σφοδρή κριτική έχει υποστεί και η θέση του Καστοριάδη για την μετατροπή της παγκόσμιας οικονομίας σε ΄΄πλανητικό καζίνο΄΄, διότι όπως εκείνος υποστήριζε ΄΄ αυτό που γίνεται αυτή τη στιγμή με το χάος που υπάρχει στην διεθνή οικονομία.. δεν είναι σε όφελος της καπιταλιστικής τάξης αλλά εκφράζει την αδυναμία της να κατευθύνει το ίδιο της το σύστημα΄΄. Ο Φωτόπουλος αντέτεινε ότι το χάος αυτό δεν είναι παρά η συνέπεια της απελευθέρωσης των αγορών και κυρίως της αγοράς κεφαλαίου η οποία κάθε άλλο παρά αθέλητη ήταν αλλά αντίθετα ικανοποιεί απόλυτα τις ανάγκες της σημερινής διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς.
Ερωτώ: Αποκλείεται τα αποτελέσματα και οι συνέπειες των ενεργειών των κοινωνικών ομάδων και τάξεων να υπερβαίνουν τις προθέσεις και τους σκοπούς τους; Και αυτό είναι ένα φαινόμενο περιστασιακό ή συμβαίνει κατ’ εξακολούθηση στην ιστορία;
Αλλά η αντιπαράθεση των δύο απόψεων επ’ αυτού του ζητήματος απαιτεί πολύ περισσότερο χώρο και ξεπερνά κατά πολύ τις αντοχές, που ήδη έχω καταχραστεί, των φίλων χρηστών και συντρόφων ετούτου εδώ του χώρου.

Φιλικά
Προς τον Πάνο και τα μέλη της ομάδας ΠΔ Αθήνας

Αίσωπος

Δευτέρα, 6 Απριλίου 2009

Η ΔΙΑΜΑΧΗ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ-ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

O μεταπολεμικός κρατικός παρεμβατισμός είχε μια καίρια λειτουργία. Αυτήν της αποτροπής των καταστροφικών κρίσεων υπερπαραγωγής που μάστιζαν έως τότε τις καπιταλιστικές οικονομίες.
Οι ισχυρές όμως δημόσιες δαπάνες και η στήριξη των μισθών και ημερομισθίων που παρείχαν οι δυτικές καπιταλιστικές κυβερνήσεις της περιόδου της τριαντάχρονης (1945-1975)σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης, δημιούργησαν έναν μηχανισμό εξισορρόπησης της προσφοράς και της ζήτησης και συνέβαλαν αποφασιστικά στην υπέρβαση των ανισορροπιών του συστήματος.
Στα πλαίσια αυτής της λογικής τo ξήλωμα του παρεμβατικού μηχανισμού θα σήμαινε την είσοδο του συστήματος σε μια νέα περίοδο όπου περίοδοι έντονης ανάπτυξης θα ακολουθούνταν από κρίσεις και υφέσεις. Αυτή ήταν η προσέγγιση του Καστοριάδη και πολλών άλλων που εκκινούσαν από την ίδια οπτική. Γι αυτό και η απορρύθμιση της περιόδου Ρήγκαν-Θάτσερ αντιμετωπίστηκε από αυτούς ως η απαρχή μια καζινοποίησης της παγκόσμιας οικονομίας και ως μια ανισόρροπη πολιτική που ερχόταν σε σύγκρουση και με τα ίδια τα ευρύτερα συμφέροντα των καπιταλιστών. Ο Καστοριάδης θεωρούσε τα οικονομικά της προσφοράς- μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων, μείωση του μισθολογικού κόστους κλπ-μια αρλούμπα που δεν επρόκειτο να μακροημερεύσει.
Ο Φωτόπουλος αντίθετα, θεωρεί λανθασμένη την παραπάνω ανάλυση, πιστεύοντας ότι η απορρύθμιση των αγορών, η μετατροπή δηλ. της παγκόσμιας οικονομίας σε καζίνο, ανταποκρίνεται στη νέα φάση της διεθνοποιημένης οικονομίας που άρχισε χοντρικά στη δεκαετία του ’60 με κύριο χαρακτηριστικό της την εμφάνιση των γιγάντιων πολυεθνικών επιχειρήσεων. Οι κυρίαρχες υπερεθνικές ελίτ σε αυτήν τη νέα περίοδο απαίτησαν την πλήρη απελευθέρωση των κεφαλαιικών ροών, και των αγορών εμπορευμάτων και εργασίας, απαίτηση που ήρθαν να εκπληρώσουν οι πολιτικές Ρήγκαν, Θάτσερ και λοιπών σοσιαλφιλελεύθερων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων τύπου Μπλερ-Σημίτη κλπ και όσων επακολούθησαν.
Η αντιπαράθεση αυτή εντός του χώρου της ελευθεριακής αριστεράς δεν είναι επουσιώδης και έχει μεγάλη σημασία για τους τρόπους αντιμετώπισης της τρέχουσας κρίσης που προτείνουν οι διάφορες συνιστώσες της. Η πρώτη προσέγγιση προϋποθέτει μια αυτονομία των κοινωνικών τάξεων και των πολιτικών τους εκπροσώπων από την οικονομική ΄΄υποδομή΄΄ αναφορικά με την λήψη αποφάσεων για τις ακολουθούμενες πολιτικές και συνεπάγεται την δυνατότητα της υιοθέτησης μιάς διαφορετικής οικονομικής πολιτικής , ακόμη και στα πλαίσια του υπάρχοντος κοινωνικοοικονομικού συστήματος, επομένως αφίσταται αυστηρών νομοτελειακού τύπου επιλογών που μπορούν ή δεν μπορούν να κάνουν οι κοινωνικές τάξεις εντός δεδομένων συνθηκών.
Σύμφωνα με την δεύτερη άποψη αντιθέτως, η πολιτική ελίτ δεν μπορούσε παρά να τροποποιήσει το θεσμικό πλαίσιο απορρυθμίζοντάς το, ανταποκρινόμενη στις ανάγκες και τις απαιτήσεις των νέων χρηματοπιστωτικών ελίτ και των πολυεθνικών επιχειρήσεων.
O Kαστοριάδης αποκλείεται να μην είχε υπόψιν του τον μετασχηματισμό των δεδομένων της παγκόσμιας οικονομίας- γιγάντωση των πολυεθνικών, αποδυνάμωση του έθνους-κράτους, ισχυροποίηση του χρηματιστικού κεφαλαίου κλπ- γι αυτό και πρέπει να αναζητήσουμε αλλού τα αίτια της διαφωνίας και όχι στην άγνοια και την μη ενδελεχή παρακολούθηση των διεθνών εξελίξεων από πλευράς του.
O Φωτόπουλος θεωρεί ότι οι κεϋνσιανές οικονομικές πολιτικές είναι ασύμβατες με την διεθνοποιημένη καπιταλιστική αγορά, διότι καθιστούν την οικονομία της χώρας που θα τα υιοθετήσει λίγοτερο ανταγωνιστική σε σχέση με εκείνες τις χώρες που κάνουν συνεχείς προσπάθειες περιορισμού του κόστους-εργασιακού και περιβαλλοντικού- και επομένως όποια χώρα ή σύνολο χωρών τολμήσει να πάρει μέτρα φιλολαϊκά θα τιμωρηθεί με επενδυτική άπνοια , απόσυρση κεφαλαίων, υποτίμηση νομίσματος, μεταφορά παραγωγικών εγκαταστάσεων και άρα οικονομική κατάρρευση. Έτσι γι αυτόν ισχύει η πλήρης και ανυπέρβλητη σύγκρουση, ο σωστός όρος θα ήταν αντίφαση, μεταξύ διεθνοποιημένης καπιταλιστικής οικονομίας και προστατευτικής κρατικής πολιτικής.
Από την άλλη πλευρά λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των δημοσιευμένων οικονομικών αναλύσεων του Καστοριάδη, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι εκείνος θεωρούσε ότι μπορούσαν να υπάρξουν και άλλες εναλλακτικές λύσεις στα πλαίσια του συστήματος. Αυτό βέβαια, για να μην υπάρξει παρερμηνεία, δεν σήμαινε ότι ο Καστοριάδης μεριμνούσε για την σωτηρία του καπιταλισμού. Απλούστατα ο Καστοριάδης απεχθανόταν, και είχε σοβαρότατους λόγους γι αυτό, αναλύσεις που εμφορούνταν από νομοτελειακού τύπου συνδηλώσεις . Κατ’ αυτόν τα δρώντα υποκείμενα δεν ήταν μαριονέτες των ΄΄οικονομικών νόμων΄΄ και ούτε και πίστευε στην ύπαρξη τέτοιων οικονομικών νόμων και είχε επιχειρηματολογήσει με σοβαρά επιχειρήματα υπέρ της άποψής του.
Στην οπτική του Καστοριάδη ο σοσιαλισμός δεν θα είναι αποτέλεσμα της λειτουργίας αδήριτων οικονομικών νόμων, αλλά της παθιασμένης ενασχόλησης με τα κοινά, και της αναγέννησης της βλέψης του ατομικού και συλλογικού αυτοκαθορισμού και της επιθυμίας για αυτονομία, που είναι ένας άλλος όρος για την ελευθερία. Ακόμη και ένα καθεστώς υψηλών κοινωνικών παροχών, πλήρους απασχόλησης, κρατικών εγγυήσεων και προστασίας, όπως ήταν εν μέρει τα ευρωπαϊκά κράτη την περίοδο της σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης, παραμένει ένα καθεστώς γραφειοκρατικό και ιεραρχικά διαρθρωμένο, και ο πολίτης δεν αποφασίζει ο ίδιος άμεσα για τις βασικές αποφάσεις που αφορούν την καθημερινότητά του και το μέλλον του, μέσα από θεσμούς αμεσοδημοκρατικούς.
Η κύρια διάζευξη του Καστοριάδη, είναι αυτή της ετερονομίας/αυτονομίας, που συνιστά κατ’ αυτόν και το βασικό κριτήριο ταξινόμησης των κοινωνικών μορφών συνύπαρξης και οργάνωσης.
Ο Φωτόπουλος, σε μια πρώτη προσέγγιση των γραπτών του, δείχνει να αποδέχεται την γενικότερη καστοριαδική οπτική, αλλά διαφοροποιείται, με ιδιαίτερη ένταση και σφοδρότητα στα πολύ πρόσφατα γραπτά του, στην ανάλυση που κάνει για τις οικονομικές εξελίξεις από την περίοδο Ρήγκαν-Θάτσερ και μετά. Η εκτίμησή του ότι επάνοδος σε ουσιαστικές κρατικές ρυθμίσεις, ακόμη και σε παγκόσμια βάση, δεν είναι συμβατή με την παρούσα φάση διεθνοποίησης της οικονομίας της αγοράς, έρχεται σε σύγκρουση με την άποψη του Καστοριάδη ότι αυτή η στροφή στον νεοφιλελευθερισμό, συνιστά επιλογή των κυρίαρχω,ν σε μια δεδομένη περίοδο, τμημάτων των αρχουσών τάξεων και θα μπορούσε να αναστραφεί ακόμη και στα πλαίσια του παρόντος συστήματος. Πρέπει να προσπαθήσουμε να διευκρινίσουμε γιατί συμβαίνει αυτό. Ο Φωτόπουλος διατυπώνοντας την άποψή του, επιχειρεί να κλείσει τον δρόμο σε οποιαδήποτε επανάκαμψη των σοσιαλδημοκρατών και των προοδευτικών μεταρρυθμιστών που διατείνονται ότι πολιτικές κεϋνσιανού τύπου μπορούν να ανατρέψουν τον τουρμποκαπιταλισμό, χωρίς την πλήρη ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος, δηλαδή ότι κάποιες ουσιαστικές τροποποιήσεις στην δομή του καπιταλισμού είναι εφικτές χωρίς την κατεδάφιση των βασικών θεμελίων λίθων του της ατομικής ιδιοκτησίας, της ‘’ελεύθερης’’ αγοράς και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Στην προσπάθειά του αυτή αντιμετωπίζει αρνητικά κάθε άποψη που είναι δυνατόν να παραπέμπει σε δυνατότητες συνιστωσών του συστήματος να δράσουν τροποποιητικά. Πέρα από το ζήτημα του εάν αυτό είναι ή όχι δυνατόν, που μέλλει να αποδειχθεί και στην πράξη από τις παρεμβάσεις των G20 και της υπερεθνικής ελίτ στο προσεχές διάστημα, νομίζω ότι ο Φωτόπουλος πέφτει σε ένα βασικό σφάλμα. Είτε ο καπιταλισμός μπορεί να αναστραφεί σε έναν ΄΄κοινωνικά υπεύθυνο΄΄ καπιταλισμό είτε όχι, είτε μπορέσει να δαμάσει το οικολογικό πρόβλημα είτε όχι, είτε εξελιχθεί σε ένα πολυμερές σύστημα όπου περισσότεροι διεθνείς παίκτες θα έχουν λόγο για τις παγκόσμιες εξελίξεις είτε συνεχίσει να κατευθύνεται από μία μόνο υπερδύναμη, θα παραμένει μια κοινωνία παραγωγής μονοδιάστατων ανθρώπινων όντων, μια κοινωνία ετεροκαθορισμού και αποξένωσης, μια κοινωνία μαζικής παραγωγής υπερκαταναλωτικών και αποχαυνωμένων ανθρώπινων όντων. Κι αυτό δεν μπορεί με τίποτα να το αλλάξει. Αλλά ούτε και είναι εξασφαλισμένο από κανέναν ότι θα υπάρξει καμιά αλλαγή της νοοτροπίας των πληθυσμών και της καθόδου τους στην ενεργή πολιτική δράση για να αλλάξει αυτή η κατάσταση.

Παρασκευή, 3 Απριλίου 2009

ΕΓΩ ΤΕΛΕΙΩΣΑ ΜΕ ΑΥΤΟΝ ΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟ... ΚΙ ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΟΡΑ ΕΙΝΑΙ ΟΡΙΣΤΙΚΟ

Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες που σχεδόν πάντα κράτησαν τον έλεγχο των απεργιών, δεν είναι προφανώς διατεθειμένες ούτε να τις καθοδηγήσουν σοβαρά σαν πραγματικούς αγώνες, ούτε να τις επεκτείνουν, να τις συνδέσουν και να τις γενικεύσουν. Εν μέσω της σφοδρότερης επίθεσης στα εργασιακά δικαιώματα και στις κατακτήσεις των εργαζομένων, το μόνο που ξέρουν να κάνουν είναι να διοργανώνουν μια 24ωρη απεργία τώρα, μια μετά από ένα μήνα, πότε να κινητοποιούν τον ένα κλάδο και πότε τον άλλο σε μερικές , σπασμωδικές, αποσπασματικές και αδιέξοδες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας.
Η εμπειρία όλων των τελευταίων χρόνων δείχνει ότι οι συνδικαλιστικές ηγεσίες παραπλανούν τους εργαζομένους και προσπαθούν να διοχετεύσουν τη δυσαρέσκειά τους σε ασήμαντες αψιμαχίες. Αυτό δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι εναντιώνονται πάντα στη δράση. Καμιά φορά μάλιστα είναι ικανές να μπουν μπροστά και να κηρύξουν μια απεργία, όταν αισθανθούν ότι η πίεση γίνεται πολύ ισχυρή και υπάρχει κίνδυνος έκρηξης. Στις περιπτώσεις αυτές, αποφασίζουν να μπουν στην πρωτοπορία του κινήματος για να το ελέγξουν και να το περιορίσουν καλύτερα. Η γενική τους όμως γραμμή είναι σαφής: να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι προσπαθούν να κάνουν κάτι και συγχρόνως να φθείρουν τους εργαζομένους με την απογοήτευση που προκύπτει από τις ανεπαρκείς μορφές δράσης.
Δυο είναι οι βασικοί λόγοι που ερμηνεύουν αυτή τη στάση των συνδικαλιστικών ηγεσιών.
Πρώτον, οι κομματικοπολιτικές εξαρτήσεις που καθιστούν τα συνδικάτα, ιμάντες μεταβίβασης των στόχων που τα κόμματα επιδιώκουν σε κάθε δεδομένη πολιτική συγκυρία. Οι διασυνδέσεις που οι συνδικαλιστικές παρατάξεις έχουν με τα πολιτικά κόμματα τις καθιστούν υποχείρια των βλέψεων αυτών των κομμάτων. Το είδαμε και στα γεγονότα του Δεκεμβρίου όταν οι σοσιαλιστές και κομμουνιστές συνδικαλιστές πειθάρχησαν στην κεντρική γραμμή των επιτελείων του ΠΑΣΟΚ και του ΚΚΕ που είχαν σαν κύριο μέλημα να μην αποξενωθούν από την σιωπηλή πλειοψηφία των νοικοκυραίων.
Δεύτερον και σημαντικότερο, η όλο και βαθύτερη σχέση που συνδέει τα συνδικάτα με το κράτος και τις επιχειρήσεις. Τα συνδικάτα δεν είναι πια παρά οι μεσάζοντες ανάμεσα στους εργοδότες και τους εργαζόμενους κι έχουν σαν ρόλο τους να καθησυχάζουν τους εργαζόμενους, να τους κρατούν προσκολλημένους στην παραγωγή, ν’ αποφεύγουν τους αγώνες, πετυχαίνοντας από καιρό σε καιρό, κι όταν αυτό δεν ενοχλεί πολύ την εργοδοσία, μερικές παραχωρήσεις. Αυτό δεν τα εμποδίζει, εννοείται, να καταφεύγουν μεταξύ τους στο συνηθισμένο τους παιχνίδι του ανταγωνισμού και της αμοιβαίας καταγγελίας. Όλοι αυτοί οι ανταγωνισμοί είναι ανούσιοι και γεμίζουν αηδία τους εργαζόμενους που τους παρακολουθούν με παθητικά χασμουρητά.
Μερικοί εργαζόμενοι νομίζουν ακόμα ότι η ρίζα του κακού βρίσκεται στη συνδικαλιστική διάσπαση και στις έριδες μεταξύ των παρατάξεων. Πιστεύουν ότι αν οι συνδικαλιστικές παρατάξεις ενώνονταν η κατάσταση θα ήταν διαφορετική. Τι αποδεικνύει η πείρα; Υπάρχουν χώρες ιστορικοί περίοδοι και συνδικαλιστικοί χώροι όπου δεν παρατηρείται το φαινόμενο της συνδικαλιστικής διάσπασης. Όμως σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η στάση των συνδικάτων ήταν ακριβώς η ίδια. Με αντάλλαγμα ορισμένες παραχωρήσεις, που πετύχαιναν ύστερα από διαπραγματεύσεις με την εργοδοσία-ιδιωτική ή κρατική-καθησύχαζαν τους εργάτες κι απόφευγαν σαν τον διάβολο το λιβάνι τους ουσιαστικούς αγώνες. Κορυφαίο παράδειγμα όλων αυτών ήταν η κατάσταση που επικρατούσε στην ΕΣΣΔ και Λαϊκές Δημοκρατίες όπου δεν υπήρχε παρά μόνο ένα συνδικάτο, βασική λειτουργία του οποίου δεν ήταν καθόλου η υποστήριξη των εργαζομένων αλλά η πειθάρχησή τους και η παρότρυνσή τους στην αύξηση της παραγωγής και της απόδοσης.
Αλλά και σε πολλούς τομείς πραγματοποιείται κατά καιρούς ενότητα δράσης ανάμεσα στα διάφορα συνδικάτα και στις συνδικαλιστικές παρατάξεις. Τι αποτέλεσμα είχαν; Συνήθως επέβαλαν από κοινού τις αυθαίρετες ντιρεκτίβες τους στην βάση, και διαπραγματεύονταν με την εργοδοσία συμφωνίες που παραμέριζαν την ουσία των διεκδικήσεων των απεργών και έκλειναν ετσιθελικά τις απεργίες χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους την άποψη των εργαζομένων. Γι αυτό δεν πρέπει να συγχέουμε την ενότητα των εργαζομένων με την ενότητα των συνδικαλιστικών ηγεσιών. Η πρώτη είναι απαραίτητη προϋπόθεση για κάθε ουσιαστικό και σοβαρό αγώνα. Πραγματοποιείται από μόνη της όταν οι εργαζόμενοι αποφασίσουν να δράσουν για τα πραγματικά τους συμφέροντα. Αυτήν ακριβώς την ενότητα παρεμποδίζουν τα συνδικαλιστικά όργανα. Την παρεμποδίζουν αρχικά με το να δίνουν διαφορετικές εντολές, και στη συνέχεια με το να υποστηρίζουν τις πιο ευνοημένες κατηγορίες και γενικά την ιεραρχία, που την συντηρεί συστηματικά η εργοδοσία με σκοπό να διαιρέσει τους μισθωτούς. Η ενότητα των παρατάξεων και των συνδικαλιστικών οργάνων, όταν πραγματοποιηθεί, δεν έχει παρά μια λειτουργία: να πλαισιώνει όσο καλύτερα γίνεται τις διεκδικήσεις των εργαζομένων για να τους ελέγχει αποτελεσματικότερα και να τους κλείνει ευκολότερα στο μαντρί.
Τα συνδικάτα δεν διευθύνονται πλέον από τη μάζα των μελών τους. Η γραφειοκρατία που τα διευθύνει, ξεφεύγει συστηματικά από τον έλεγχο της βάσης. Ακόμη κι εκεί που οι συνδικαλιστές των τοπικών συνδικάτων, των σωματείων και των περιφερειακών τομέων παραμένουν σε στενή σύνδεση με τα μέλη τους, έχει γίνει αδύνατον να επηρεάσουν τη στάση των Ομοσπονδιών και Συνομοσπονδιών. Όσο περισσότερο πλησιάζουμε στην κορυφή της συνδικαλιστικής οργάνωσης, τόσο περισσότερο διαπιστώνουμε ότι αυτή έχει τη δική της ζωή, ακολουθεί τη δική της πολιτική, ανεξάρτητα από τη βάση της. Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες είναι στην πραγματικότητα αμετακίνητες και ανεξέλεγκτες. Πέρα από τις κωμωδίες των συνεδρίων, τακτικών και εκτάκτων, που οργανώνονται κατά διαστήματα, με σκοπό να δώσουν μια δημοκρατική εμφάνιση στη δράση των συνδικάτων, η γραμμή τους σε τελευταία ανάλυση δεν υπολογίζει καθόλου τη θέληση των μελών τους. Δεν την υπολογίζει παρά στο μέτρο που είναι απόλυτα απαραίτητο προκειμένου να μην χάσουν τελείως την επιρροή τους. Ποιός εργαζόμενος έχει την αίσθηση ότι μπορεί πραγματικά να επηρεάσει την γραμμή της ομοσπονδίας;
Για να μπορέσεις να επηρεάσεις την κεντρική γραμμή του συνδικάτου, πρέπει να ενταχθείς στις φατρίες και τις κλίκες, να ξοδέψεις χρόνο από τη ζωή σου, να ελιχθείς για να ανελιχθείς, να συμβιβαστείς και εν τέλει όλα αυτά προς τι; Για την πάρτη σου και όχι για το συμφέρον των συναδέλφων σου εργαζομένων.
Η κατάσταση αυτή εξηγεί το τεράστιο κύμα δυσαρέσκειας που εξακολουθεί εδώ και χρόνια και μεταφράζεται με σημαντική πτώση του συνδικαλιστικού δυναμικού. Οι εργαζόμενοι που μένουν στα συνδικάτα δίνουν τις εισφορές τους, αλλά δεν εμφανίζονται ποτέ στις συνδικαλιστικές συνελεύσεις, απλά και μόνο επειδή έχουν διαπιστώσει ότι όσα θα μπορούσαν να πουν ή να αποφασίσουν δεν επηρεάζουν σε τίποτα την πραγματική πολιτική της οργάνωσης. Ακόμη κι όταν πηγαίνουν στις συνελεύσεις το κάνουν για να κάτσουν πέντε λεπτά και να την κοπανήσουν λουφάροντας το υπόλοιπο του χρόνου εργασίας, ή πιεζόμενοι από τους συνδικαλιστές και ως αντάλλαγμα σε μικρορουσφέτια που αφορούν στην προώθηση ή επίλυση προσωπικών θεμάτων τους από αυτούς.
Έτσι οι συνδικαλιστικές ηγεσίες βρίσκεται κατ’ ουσίαν αποκομμένες από τη βάση, και τι άλλο θα μπορούσαν να κάνουν άλλωστε; γιατί εάν υποθέσουμε ότι θα δέχονταν να συζητηθεί η γραμμή τους από τους εργαζόμενους τότε που θα πηγαίναμε σύντροφοι ; Aν, λέμε τώρα αν, τελείως απρόοπτα αποκαλυπτόταν ότι οι εργαζόμενοι ξέρουν καλά τι πράγμα έχουν ανάγκη και πώς να το αποκτήσουν, σε τι θα χρησίμευαν πια οι ευφυείς ηγέτες τους; Και τι θα γινόταν εάν είχαμε ένα ανεξέλεγκτο, αμεσοδημακρατικό, πραγματικά ακηδεμόνευτο και ανεξάρτητο συνδικαλιστικό κίνημα; Φωτιά στα πατζάκια του κατεστημένου. Πριτς που θα το επιτρέψουν.
Μετά από όλα αυτά τι θα μπορούσαμε να περιμένουμε; τι θα μπορούσαν να κάνουν οι εργαζόμενοι;
Έχω απάντηση, αλλά δεν νομίζω ότι υπάρχουν σημάδια μιας αλλαγής συμπεριφοράς και νοοτροπίας των εργαζομένων προς αυτή την κατεύθυνση. Παρόλα αυτά, εγώ θα την σκιαγραφήσω, για να μην θεωρεί κανείς ότι δεν υπάρχει καμία εναλλακτική στην παλιοκατάσταση που βιώνουμε όλοι.
Χοντρικά είναι η εξής:
Κατ’ αρχήν οι εργαζόμενοι πρέπει να καταλάβουν ότι δεν έχουν να περιμένουν τίποτα από κανέναν άλλον πέρα από τον ίδιο τον εαυτό τους. Οι εργοδότες και η κυβέρνηση δεν είναι διατεθειμένοι να υποκύψουν και δεν θα υποκύψουν παρά μόνο αν εξαναγκαστούν από τη δράση των εργαζομένων.
Τα συνδικάτα θα περνούν τον καιρό τους με εκδηλώσεις, άσφαιρες απεργιακές κινητοποιήσεις, λεονταρισμούς και φλυαρίες, θα είναι όπως πάντα έτοιμα να υπογράψουν αισχρούς συμβιβασμούς κάθε φορά που θα τους δίνεται η ευκαιρία και θα είναι εξίσου έτοιμα να αλληλοκατηγορούνται την επομένη για να κερδίσουν πόντους στα μάτια των εργαζομένων που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν.
Είναι λάθος να πιστεύουν οι εργαζόμενοι ότι δεν μπορούν να δράσουν έξω από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις. Αντίθετα ολόκληρη η ιστορία των εργατικών αγώνων δείχνει ότι οι σημαντικότερες και αποτελεσματικότερες ενέργειες πραγματοποιήθηκαν παρά και ενάντια στην θέληση των συνδικαλιστικών ηγεσιών, οι οποίες και προσχωρούσαν σε αυτές όταν έβλεπαν ότι θα αποξενώνονταν πλήρως από την βάση τους.
Οι εργαζόμενοι λοιπόν, όταν οδηγούνται από την ίδια την κατάστασή τους και την πείρα τους σε κοινά συμπεράσματα πάνω στα ουσιαστικά προβλήματα, τότε, ενεργώντας συλλογικά, αναδεικνύονται στην μεγαλύτερη δύναμη οργάνωσης που υπάρχει πάνω στη γη. Τα συμπεράσματα που βγαίνουν από την πείρα αυτή, νομίζω πως είναι τα εξής:
-Αιτήματα όχι ιεραρχημένα, που χωρίζονται σε κατηγορίες και που ευνοούν την επέκταση ή την απλή διατήρηση της ιεραρχίας των ισχυόντων μισθών, διαιρούν τους εργαζόμενους και στρέφουν τον έναν ενάντια στον άλλον
-Δημοκρατική εκλογή απεργιακών επιτροπών
-Γενίκευση των αγώνων .
Όμως και τα καλύτερα αιτήματα του κόσμου δεν αξίζουν τίποτα αν δεν εκφράζουν την ελεύθερα διαμορφωμένη γνώμη αυτών που πρέπει να τα υποστηρίξουν. Γι αυτό και πρέπει οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, στα γραφεία, στα συνεργεία, στους χώρους δουλειάς, να καθορίσουν τα αιτήματά τους.
Όσον αφορά τα μέσα και την οργάνωση των αγώνων:
-Απεργία διαρκείας μέχρι την ολοκληρωτική ικανοποίηση των αιτημάτων
-Καθοδήγηση της απεργίας από τους ίδιους τους απεργούς. Γι αυτό απαιτείται η δημιουργία απεργιακών επιτροπών. Αυτές όμως οι επιτροπές δεν πρέπει να ορίζονται αυθαίρετα από τα συνδικάτα, αλλά πρέπει να εκλέγονται από τους απεργούς, χωρίς να αποκλείεται κανείς από την εκλογή. Τα μέλη τους πρέπει να είναι ανακλητά κάθε στιγμή, πρέπει δηλαδή οι εργαζόμενοι να μπορούν να αντικαθιστούν αμέσως οποιονδήποτε εκπρόσωπό τους που δεν θα συγκεντρώνει πια την εμπιστοσύνη τους. Οι επιτροπές αυτές πρέπει να κάνουν τακτικά απολογισμό της δράσης τους μπροστά στη γενική συνέλευση των απεργών. Δεν πρέπει να κλείνουν συμφωνίες με τους εργοδότες, αλλά πρέπει πάντα να υποβάλουν οποιαδήποτε πρόταση στις γενικές συνελεύσεις των απεργών οι οποίες θα τις συζητήσουν και θα ψηφίζουν επ’ αυτών.
Πρέπει πια να μπει τέλος στις παρασκηνιακές συμφωνίες που διαπραγματεύονται οι ηγεσίες και τις επιβάλλουν μετά στους απεργούς, αλλά και στις παρωδίες της εκ των υστέρων ενημέρωσης και της έγκρισης από την βάση τετελεσμένων γεγονότων.
-Κατάληψη των χώρων δουλειάς από τους απεργούς
-Επέκταση και γενίκευση των απεργιακών κινητοποιήσεων σε όλους τους κλάδους.
Όσο η δράση εμφανίζεται διασπασμένη η εργοδοσία μπορεί και αντιστέκεται καλύτερα σε αυτήν. Η επέκταση του αγώνα είναι απαραίτητη, όμως δεν θα γίνει από μόνη της, και ούτε πρέπει να περιμένουν οι εργαζόμενοι ότι αυτήν την γενίκευση θα την διατάξουν τα συνδικάτα. Αυτά ούτε καν που πληροφορούν τους εργαζόμενους μιας επιχείρησης ή ενός κρατικού τομέα για ό,τι συμβαίνει σε μιαν άλλη επιχείρηση ή τομέα. Το κίνημα δεν θα γενικευτεί παρά μόνον όταν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι το κάνουν υπόθεσή τους, στέλνοντας αντιπροσωπείες στους υπόλοιπους κλάδους και χώρους δουλειάς, αποκαθιστώντας έτσι μια επαφή από τα κάτω και δημιουργώντας οριζόντια συντονιστικά όργανα.
Και εν τέλει:
-Η απεργία πρέπει να καθοδηγείται από αυτούς τους ίδιους που την κάνουν. Η γενική συνέλευση των απεργών, οι απεργιακές επιτροπές των κατά τόπους επιχειρήσεων, υπηρεσιών, κλάδων, η συγκέντρωση των αντιπροσώπων των επιτροπών αυτών και η συγκρότηση απεργιακών επιτροπών κατά κλάδο ή περιφέρεια, αυτά αποτελούν τις μόνες οργανωτικές μορφές που προσαρμόζονται και ανταποκρίνονται στις ανάγκες των αγώνων που πρέπει να γίνουν.
Δεν Πρέπει να υπάρχει καμία ψευδαίσθηση σχετικά με την στάση που θα κρατούσαν οι συνδικαλιστικές ηγεσίες απέναντι σε κάθε προσπάθεια των εργαζομένων να προετοιμάσουν και να κατευθύνουν μόνοι τους τη δράση τους. Θα εναντιώνονταν με κάθε μέσο. Με βία, πονηριά, συκοφαντία, ανασταλτικούς ελιγμούς κλπ. Εδώ θα μπορούσαν να παίξουν ρόλο αποφασισμένες μειοψηφίες που θα έμπαιναν μπροστά και θα αποτελούσαν τον καταλύτη για το ξεκίνημα διεργασιών που θα απελευθέρωναν την δράση και τη φωνή της πλειοψηφίας των απαθών εργαζομένων.
Αυτές οι ομάδες θα μπορούσαν να παίξουν ρόλο στο σπάσιμο του μονοπωλίου που ασκούν σήμερα τα συνδικάτα στην πληροφόρηση και στην επικοινωνία των εργαζομένων μεταξύ τους, και να δημιουργήσουν χώρο που θα επιτρέψει στους εργαζόμενους να εκφράσουν ελεύθερα τις ανάγκες, την σκέψη και την θέλησή τους.
Αυτά σε γενικές γραμμές συνιστούν την εναλλακτική πρόταση για την απελευθέρωση της δράσης των εργαζομένων, την επιτυχή κατάληξη των διεκδικητικών τους αγώνων αλλά και την περαιτέρω διεύρυνση των δικαιωμάτων και των επιδιώξεών τους.
Τώρα, υπάρχουν στην παρούσα συγκυρία ενδείξεις, σημάδια, δείγματα, μιας μεταστροφής της στάσης κάποιας έστω μερίδας, ομάδας, τμήματος των συναδέλφων προς μια κατεύθυνση σαν κι αυτήν που μόλις σκιαγράφησα;
Απαντώ. Όχι μόνο δεν υπάρχει κάτι τέτοιο, αλλά και υπάρχουν τεκμήρια ότι η συντριπτική πλειοψηφία κινείται προς την εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Ακόμη και στις πρόσφατες εκλογές για την ανάδειξη νέου ΔΣ του συλλόγου μας επιβραβεύτηκε με χίλιους δυο τρόπους ο συνδικαλισμός του κονέ, των ανταλλαγμάτων, του ρουσφετιού, του παρασκηνίου και των διαδρομισμών. Κι αυτό δεν καταγγέλθηκε, όπως δεν καταγγέλθηκε και το αισχρό κλείσιμο της τελευταίας μεγάλης απεργίας, όπως δεν καταγγέλθηκαν εδώ και πολλά χρόνια συγκεκριμένες πρακτικές που απαξίωσαν ακόμη περισσότερο τον συνδικαλισμό. Αντ’ αυτών και επειδή δεν είχε κανείς μας τα κότσια να θέσει το δάκτυλο στον τύπο των ήλων, αναλωθήκαμε σε κλισέ και στις γνωστές ξύλινες πολιτικές αντιπαραθέσεις. Είμαστε όλοι μια από τα ίδια, και όταν μας το λένε οι ΄΄αντίπαλοι΄΄ ας μην οργιζόμαστε. Ε λοιπόν, εγώ δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι. Και η πίτα ολόκληρη και ο σκύλος χορτάτος δεν γίνεται.
Γι αυτό έχετε γεια βρυσούλες, adios amigos και οψόμεθα σε μελλοντικούς χρόνους εάν και όταν κάποιοι αποφασίσουν ότι ΄΄άλλα ζητά η ψυχή τους/ γι’ άλλα κλαίει΄΄ και όχι μεταταξούλες, υπερωρίες, διευθυντιλίκια, αλλαξοκωλιές και άλλα βολέματα.

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2009

Εκλογές 2009 - Αντί σχολίου!

Τις κρύες γυναίκες που με χαϊδεύουν
τους ψευτοφίλους που με κολακεύουν
που απ’ τους άλλους θεν παλικαριά
κι οι ίδιοι όλο λερώνουν τα βρακιά
σ’ αυτήν την πόλη που στα δυο έχει σκιστεί
Τους έχω βαρεθεί

Και πέστε μου αξίζει μια πεντάρα
των γραφειοκρατών η φάρα
στήνει με ζήλο περισσό
στο σβέρκο του λαού χορό
στης ιστορίας τον χοντρό το κινητή
Την έχω σιχαθεί

Και τι θα χάναμε χωρίς αυτούς όλους
τους Γερμανούς τους προφεσόρους
που καλύτερα θα ξέρανε πολλά
αν δεν γεμίζαν ολοένα την κοιλιά
υπαλληλίσκοι φοβητσιάρηδες, δούλοι παχιοί
Τους έχω βαρεθεί

Κι οι δάσκαλοι της νεολαίας νταντάδες
κόβουν στα μέτρα τους, τους μαθητάδες
κάθε σημαίας πλαισιώνουν τους ιστούς
με ιδεώδεις υποτακτικούς
που είναι στο μυαλό νωθροί
μα υπακοή έχουν περισσή
Τους έχω βαρεθεί

Κι ο παροιμιώδης μέσος ανθρωπάκος
κέρδος ποτέ μα από παθήματα χορτάτος
που συνηθίζει στην κάθε βρωμιά
αρκεί να έχει γεμάτο τον ντορβά
κι επαναστάσεις στα όνειρά του αναζητεί
Τον έχω βαρεθεί

Κι οι ποιητές με χέρι υγρό
υμνούνε της πατρίδας τον χαμό
κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια
με τους σοφούς του κράτους τα ‘χουνε πλακάκια
σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί
Τους έχω σιχαθεί

Σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί
Τους έχω σιχαθεί!

Δημοσθένης Κούρτοβικ