Παρασκευή, 3 Απριλίου 2009

ΕΓΩ ΤΕΛΕΙΩΣΑ ΜΕ ΑΥΤΟΝ ΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟ... ΚΙ ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΟΡΑ ΕΙΝΑΙ ΟΡΙΣΤΙΚΟ

Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες που σχεδόν πάντα κράτησαν τον έλεγχο των απεργιών, δεν είναι προφανώς διατεθειμένες ούτε να τις καθοδηγήσουν σοβαρά σαν πραγματικούς αγώνες, ούτε να τις επεκτείνουν, να τις συνδέσουν και να τις γενικεύσουν. Εν μέσω της σφοδρότερης επίθεσης στα εργασιακά δικαιώματα και στις κατακτήσεις των εργαζομένων, το μόνο που ξέρουν να κάνουν είναι να διοργανώνουν μια 24ωρη απεργία τώρα, μια μετά από ένα μήνα, πότε να κινητοποιούν τον ένα κλάδο και πότε τον άλλο σε μερικές , σπασμωδικές, αποσπασματικές και αδιέξοδες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας.
Η εμπειρία όλων των τελευταίων χρόνων δείχνει ότι οι συνδικαλιστικές ηγεσίες παραπλανούν τους εργαζομένους και προσπαθούν να διοχετεύσουν τη δυσαρέσκειά τους σε ασήμαντες αψιμαχίες. Αυτό δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι εναντιώνονται πάντα στη δράση. Καμιά φορά μάλιστα είναι ικανές να μπουν μπροστά και να κηρύξουν μια απεργία, όταν αισθανθούν ότι η πίεση γίνεται πολύ ισχυρή και υπάρχει κίνδυνος έκρηξης. Στις περιπτώσεις αυτές, αποφασίζουν να μπουν στην πρωτοπορία του κινήματος για να το ελέγξουν και να το περιορίσουν καλύτερα. Η γενική τους όμως γραμμή είναι σαφής: να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι προσπαθούν να κάνουν κάτι και συγχρόνως να φθείρουν τους εργαζομένους με την απογοήτευση που προκύπτει από τις ανεπαρκείς μορφές δράσης.
Δυο είναι οι βασικοί λόγοι που ερμηνεύουν αυτή τη στάση των συνδικαλιστικών ηγεσιών.
Πρώτον, οι κομματικοπολιτικές εξαρτήσεις που καθιστούν τα συνδικάτα, ιμάντες μεταβίβασης των στόχων που τα κόμματα επιδιώκουν σε κάθε δεδομένη πολιτική συγκυρία. Οι διασυνδέσεις που οι συνδικαλιστικές παρατάξεις έχουν με τα πολιτικά κόμματα τις καθιστούν υποχείρια των βλέψεων αυτών των κομμάτων. Το είδαμε και στα γεγονότα του Δεκεμβρίου όταν οι σοσιαλιστές και κομμουνιστές συνδικαλιστές πειθάρχησαν στην κεντρική γραμμή των επιτελείων του ΠΑΣΟΚ και του ΚΚΕ που είχαν σαν κύριο μέλημα να μην αποξενωθούν από την σιωπηλή πλειοψηφία των νοικοκυραίων.
Δεύτερον και σημαντικότερο, η όλο και βαθύτερη σχέση που συνδέει τα συνδικάτα με το κράτος και τις επιχειρήσεις. Τα συνδικάτα δεν είναι πια παρά οι μεσάζοντες ανάμεσα στους εργοδότες και τους εργαζόμενους κι έχουν σαν ρόλο τους να καθησυχάζουν τους εργαζόμενους, να τους κρατούν προσκολλημένους στην παραγωγή, ν’ αποφεύγουν τους αγώνες, πετυχαίνοντας από καιρό σε καιρό, κι όταν αυτό δεν ενοχλεί πολύ την εργοδοσία, μερικές παραχωρήσεις. Αυτό δεν τα εμποδίζει, εννοείται, να καταφεύγουν μεταξύ τους στο συνηθισμένο τους παιχνίδι του ανταγωνισμού και της αμοιβαίας καταγγελίας. Όλοι αυτοί οι ανταγωνισμοί είναι ανούσιοι και γεμίζουν αηδία τους εργαζόμενους που τους παρακολουθούν με παθητικά χασμουρητά.
Μερικοί εργαζόμενοι νομίζουν ακόμα ότι η ρίζα του κακού βρίσκεται στη συνδικαλιστική διάσπαση και στις έριδες μεταξύ των παρατάξεων. Πιστεύουν ότι αν οι συνδικαλιστικές παρατάξεις ενώνονταν η κατάσταση θα ήταν διαφορετική. Τι αποδεικνύει η πείρα; Υπάρχουν χώρες ιστορικοί περίοδοι και συνδικαλιστικοί χώροι όπου δεν παρατηρείται το φαινόμενο της συνδικαλιστικής διάσπασης. Όμως σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η στάση των συνδικάτων ήταν ακριβώς η ίδια. Με αντάλλαγμα ορισμένες παραχωρήσεις, που πετύχαιναν ύστερα από διαπραγματεύσεις με την εργοδοσία-ιδιωτική ή κρατική-καθησύχαζαν τους εργάτες κι απόφευγαν σαν τον διάβολο το λιβάνι τους ουσιαστικούς αγώνες. Κορυφαίο παράδειγμα όλων αυτών ήταν η κατάσταση που επικρατούσε στην ΕΣΣΔ και Λαϊκές Δημοκρατίες όπου δεν υπήρχε παρά μόνο ένα συνδικάτο, βασική λειτουργία του οποίου δεν ήταν καθόλου η υποστήριξη των εργαζομένων αλλά η πειθάρχησή τους και η παρότρυνσή τους στην αύξηση της παραγωγής και της απόδοσης.
Αλλά και σε πολλούς τομείς πραγματοποιείται κατά καιρούς ενότητα δράσης ανάμεσα στα διάφορα συνδικάτα και στις συνδικαλιστικές παρατάξεις. Τι αποτέλεσμα είχαν; Συνήθως επέβαλαν από κοινού τις αυθαίρετες ντιρεκτίβες τους στην βάση, και διαπραγματεύονταν με την εργοδοσία συμφωνίες που παραμέριζαν την ουσία των διεκδικήσεων των απεργών και έκλειναν ετσιθελικά τις απεργίες χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους την άποψη των εργαζομένων. Γι αυτό δεν πρέπει να συγχέουμε την ενότητα των εργαζομένων με την ενότητα των συνδικαλιστικών ηγεσιών. Η πρώτη είναι απαραίτητη προϋπόθεση για κάθε ουσιαστικό και σοβαρό αγώνα. Πραγματοποιείται από μόνη της όταν οι εργαζόμενοι αποφασίσουν να δράσουν για τα πραγματικά τους συμφέροντα. Αυτήν ακριβώς την ενότητα παρεμποδίζουν τα συνδικαλιστικά όργανα. Την παρεμποδίζουν αρχικά με το να δίνουν διαφορετικές εντολές, και στη συνέχεια με το να υποστηρίζουν τις πιο ευνοημένες κατηγορίες και γενικά την ιεραρχία, που την συντηρεί συστηματικά η εργοδοσία με σκοπό να διαιρέσει τους μισθωτούς. Η ενότητα των παρατάξεων και των συνδικαλιστικών οργάνων, όταν πραγματοποιηθεί, δεν έχει παρά μια λειτουργία: να πλαισιώνει όσο καλύτερα γίνεται τις διεκδικήσεις των εργαζομένων για να τους ελέγχει αποτελεσματικότερα και να τους κλείνει ευκολότερα στο μαντρί.
Τα συνδικάτα δεν διευθύνονται πλέον από τη μάζα των μελών τους. Η γραφειοκρατία που τα διευθύνει, ξεφεύγει συστηματικά από τον έλεγχο της βάσης. Ακόμη κι εκεί που οι συνδικαλιστές των τοπικών συνδικάτων, των σωματείων και των περιφερειακών τομέων παραμένουν σε στενή σύνδεση με τα μέλη τους, έχει γίνει αδύνατον να επηρεάσουν τη στάση των Ομοσπονδιών και Συνομοσπονδιών. Όσο περισσότερο πλησιάζουμε στην κορυφή της συνδικαλιστικής οργάνωσης, τόσο περισσότερο διαπιστώνουμε ότι αυτή έχει τη δική της ζωή, ακολουθεί τη δική της πολιτική, ανεξάρτητα από τη βάση της. Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες είναι στην πραγματικότητα αμετακίνητες και ανεξέλεγκτες. Πέρα από τις κωμωδίες των συνεδρίων, τακτικών και εκτάκτων, που οργανώνονται κατά διαστήματα, με σκοπό να δώσουν μια δημοκρατική εμφάνιση στη δράση των συνδικάτων, η γραμμή τους σε τελευταία ανάλυση δεν υπολογίζει καθόλου τη θέληση των μελών τους. Δεν την υπολογίζει παρά στο μέτρο που είναι απόλυτα απαραίτητο προκειμένου να μην χάσουν τελείως την επιρροή τους. Ποιός εργαζόμενος έχει την αίσθηση ότι μπορεί πραγματικά να επηρεάσει την γραμμή της ομοσπονδίας;
Για να μπορέσεις να επηρεάσεις την κεντρική γραμμή του συνδικάτου, πρέπει να ενταχθείς στις φατρίες και τις κλίκες, να ξοδέψεις χρόνο από τη ζωή σου, να ελιχθείς για να ανελιχθείς, να συμβιβαστείς και εν τέλει όλα αυτά προς τι; Για την πάρτη σου και όχι για το συμφέρον των συναδέλφων σου εργαζομένων.
Η κατάσταση αυτή εξηγεί το τεράστιο κύμα δυσαρέσκειας που εξακολουθεί εδώ και χρόνια και μεταφράζεται με σημαντική πτώση του συνδικαλιστικού δυναμικού. Οι εργαζόμενοι που μένουν στα συνδικάτα δίνουν τις εισφορές τους, αλλά δεν εμφανίζονται ποτέ στις συνδικαλιστικές συνελεύσεις, απλά και μόνο επειδή έχουν διαπιστώσει ότι όσα θα μπορούσαν να πουν ή να αποφασίσουν δεν επηρεάζουν σε τίποτα την πραγματική πολιτική της οργάνωσης. Ακόμη κι όταν πηγαίνουν στις συνελεύσεις το κάνουν για να κάτσουν πέντε λεπτά και να την κοπανήσουν λουφάροντας το υπόλοιπο του χρόνου εργασίας, ή πιεζόμενοι από τους συνδικαλιστές και ως αντάλλαγμα σε μικρορουσφέτια που αφορούν στην προώθηση ή επίλυση προσωπικών θεμάτων τους από αυτούς.
Έτσι οι συνδικαλιστικές ηγεσίες βρίσκεται κατ’ ουσίαν αποκομμένες από τη βάση, και τι άλλο θα μπορούσαν να κάνουν άλλωστε; γιατί εάν υποθέσουμε ότι θα δέχονταν να συζητηθεί η γραμμή τους από τους εργαζόμενους τότε που θα πηγαίναμε σύντροφοι ; Aν, λέμε τώρα αν, τελείως απρόοπτα αποκαλυπτόταν ότι οι εργαζόμενοι ξέρουν καλά τι πράγμα έχουν ανάγκη και πώς να το αποκτήσουν, σε τι θα χρησίμευαν πια οι ευφυείς ηγέτες τους; Και τι θα γινόταν εάν είχαμε ένα ανεξέλεγκτο, αμεσοδημακρατικό, πραγματικά ακηδεμόνευτο και ανεξάρτητο συνδικαλιστικό κίνημα; Φωτιά στα πατζάκια του κατεστημένου. Πριτς που θα το επιτρέψουν.
Μετά από όλα αυτά τι θα μπορούσαμε να περιμένουμε; τι θα μπορούσαν να κάνουν οι εργαζόμενοι;
Έχω απάντηση, αλλά δεν νομίζω ότι υπάρχουν σημάδια μιας αλλαγής συμπεριφοράς και νοοτροπίας των εργαζομένων προς αυτή την κατεύθυνση. Παρόλα αυτά, εγώ θα την σκιαγραφήσω, για να μην θεωρεί κανείς ότι δεν υπάρχει καμία εναλλακτική στην παλιοκατάσταση που βιώνουμε όλοι.
Χοντρικά είναι η εξής:
Κατ’ αρχήν οι εργαζόμενοι πρέπει να καταλάβουν ότι δεν έχουν να περιμένουν τίποτα από κανέναν άλλον πέρα από τον ίδιο τον εαυτό τους. Οι εργοδότες και η κυβέρνηση δεν είναι διατεθειμένοι να υποκύψουν και δεν θα υποκύψουν παρά μόνο αν εξαναγκαστούν από τη δράση των εργαζομένων.
Τα συνδικάτα θα περνούν τον καιρό τους με εκδηλώσεις, άσφαιρες απεργιακές κινητοποιήσεις, λεονταρισμούς και φλυαρίες, θα είναι όπως πάντα έτοιμα να υπογράψουν αισχρούς συμβιβασμούς κάθε φορά που θα τους δίνεται η ευκαιρία και θα είναι εξίσου έτοιμα να αλληλοκατηγορούνται την επομένη για να κερδίσουν πόντους στα μάτια των εργαζομένων που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν.
Είναι λάθος να πιστεύουν οι εργαζόμενοι ότι δεν μπορούν να δράσουν έξω από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις. Αντίθετα ολόκληρη η ιστορία των εργατικών αγώνων δείχνει ότι οι σημαντικότερες και αποτελεσματικότερες ενέργειες πραγματοποιήθηκαν παρά και ενάντια στην θέληση των συνδικαλιστικών ηγεσιών, οι οποίες και προσχωρούσαν σε αυτές όταν έβλεπαν ότι θα αποξενώνονταν πλήρως από την βάση τους.
Οι εργαζόμενοι λοιπόν, όταν οδηγούνται από την ίδια την κατάστασή τους και την πείρα τους σε κοινά συμπεράσματα πάνω στα ουσιαστικά προβλήματα, τότε, ενεργώντας συλλογικά, αναδεικνύονται στην μεγαλύτερη δύναμη οργάνωσης που υπάρχει πάνω στη γη. Τα συμπεράσματα που βγαίνουν από την πείρα αυτή, νομίζω πως είναι τα εξής:
-Αιτήματα όχι ιεραρχημένα, που χωρίζονται σε κατηγορίες και που ευνοούν την επέκταση ή την απλή διατήρηση της ιεραρχίας των ισχυόντων μισθών, διαιρούν τους εργαζόμενους και στρέφουν τον έναν ενάντια στον άλλον
-Δημοκρατική εκλογή απεργιακών επιτροπών
-Γενίκευση των αγώνων .
Όμως και τα καλύτερα αιτήματα του κόσμου δεν αξίζουν τίποτα αν δεν εκφράζουν την ελεύθερα διαμορφωμένη γνώμη αυτών που πρέπει να τα υποστηρίξουν. Γι αυτό και πρέπει οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, στα γραφεία, στα συνεργεία, στους χώρους δουλειάς, να καθορίσουν τα αιτήματά τους.
Όσον αφορά τα μέσα και την οργάνωση των αγώνων:
-Απεργία διαρκείας μέχρι την ολοκληρωτική ικανοποίηση των αιτημάτων
-Καθοδήγηση της απεργίας από τους ίδιους τους απεργούς. Γι αυτό απαιτείται η δημιουργία απεργιακών επιτροπών. Αυτές όμως οι επιτροπές δεν πρέπει να ορίζονται αυθαίρετα από τα συνδικάτα, αλλά πρέπει να εκλέγονται από τους απεργούς, χωρίς να αποκλείεται κανείς από την εκλογή. Τα μέλη τους πρέπει να είναι ανακλητά κάθε στιγμή, πρέπει δηλαδή οι εργαζόμενοι να μπορούν να αντικαθιστούν αμέσως οποιονδήποτε εκπρόσωπό τους που δεν θα συγκεντρώνει πια την εμπιστοσύνη τους. Οι επιτροπές αυτές πρέπει να κάνουν τακτικά απολογισμό της δράσης τους μπροστά στη γενική συνέλευση των απεργών. Δεν πρέπει να κλείνουν συμφωνίες με τους εργοδότες, αλλά πρέπει πάντα να υποβάλουν οποιαδήποτε πρόταση στις γενικές συνελεύσεις των απεργών οι οποίες θα τις συζητήσουν και θα ψηφίζουν επ’ αυτών.
Πρέπει πια να μπει τέλος στις παρασκηνιακές συμφωνίες που διαπραγματεύονται οι ηγεσίες και τις επιβάλλουν μετά στους απεργούς, αλλά και στις παρωδίες της εκ των υστέρων ενημέρωσης και της έγκρισης από την βάση τετελεσμένων γεγονότων.
-Κατάληψη των χώρων δουλειάς από τους απεργούς
-Επέκταση και γενίκευση των απεργιακών κινητοποιήσεων σε όλους τους κλάδους.
Όσο η δράση εμφανίζεται διασπασμένη η εργοδοσία μπορεί και αντιστέκεται καλύτερα σε αυτήν. Η επέκταση του αγώνα είναι απαραίτητη, όμως δεν θα γίνει από μόνη της, και ούτε πρέπει να περιμένουν οι εργαζόμενοι ότι αυτήν την γενίκευση θα την διατάξουν τα συνδικάτα. Αυτά ούτε καν που πληροφορούν τους εργαζόμενους μιας επιχείρησης ή ενός κρατικού τομέα για ό,τι συμβαίνει σε μιαν άλλη επιχείρηση ή τομέα. Το κίνημα δεν θα γενικευτεί παρά μόνον όταν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι το κάνουν υπόθεσή τους, στέλνοντας αντιπροσωπείες στους υπόλοιπους κλάδους και χώρους δουλειάς, αποκαθιστώντας έτσι μια επαφή από τα κάτω και δημιουργώντας οριζόντια συντονιστικά όργανα.
Και εν τέλει:
-Η απεργία πρέπει να καθοδηγείται από αυτούς τους ίδιους που την κάνουν. Η γενική συνέλευση των απεργών, οι απεργιακές επιτροπές των κατά τόπους επιχειρήσεων, υπηρεσιών, κλάδων, η συγκέντρωση των αντιπροσώπων των επιτροπών αυτών και η συγκρότηση απεργιακών επιτροπών κατά κλάδο ή περιφέρεια, αυτά αποτελούν τις μόνες οργανωτικές μορφές που προσαρμόζονται και ανταποκρίνονται στις ανάγκες των αγώνων που πρέπει να γίνουν.
Δεν Πρέπει να υπάρχει καμία ψευδαίσθηση σχετικά με την στάση που θα κρατούσαν οι συνδικαλιστικές ηγεσίες απέναντι σε κάθε προσπάθεια των εργαζομένων να προετοιμάσουν και να κατευθύνουν μόνοι τους τη δράση τους. Θα εναντιώνονταν με κάθε μέσο. Με βία, πονηριά, συκοφαντία, ανασταλτικούς ελιγμούς κλπ. Εδώ θα μπορούσαν να παίξουν ρόλο αποφασισμένες μειοψηφίες που θα έμπαιναν μπροστά και θα αποτελούσαν τον καταλύτη για το ξεκίνημα διεργασιών που θα απελευθέρωναν την δράση και τη φωνή της πλειοψηφίας των απαθών εργαζομένων.
Αυτές οι ομάδες θα μπορούσαν να παίξουν ρόλο στο σπάσιμο του μονοπωλίου που ασκούν σήμερα τα συνδικάτα στην πληροφόρηση και στην επικοινωνία των εργαζομένων μεταξύ τους, και να δημιουργήσουν χώρο που θα επιτρέψει στους εργαζόμενους να εκφράσουν ελεύθερα τις ανάγκες, την σκέψη και την θέλησή τους.
Αυτά σε γενικές γραμμές συνιστούν την εναλλακτική πρόταση για την απελευθέρωση της δράσης των εργαζομένων, την επιτυχή κατάληξη των διεκδικητικών τους αγώνων αλλά και την περαιτέρω διεύρυνση των δικαιωμάτων και των επιδιώξεών τους.
Τώρα, υπάρχουν στην παρούσα συγκυρία ενδείξεις, σημάδια, δείγματα, μιας μεταστροφής της στάσης κάποιας έστω μερίδας, ομάδας, τμήματος των συναδέλφων προς μια κατεύθυνση σαν κι αυτήν που μόλις σκιαγράφησα;
Απαντώ. Όχι μόνο δεν υπάρχει κάτι τέτοιο, αλλά και υπάρχουν τεκμήρια ότι η συντριπτική πλειοψηφία κινείται προς την εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Ακόμη και στις πρόσφατες εκλογές για την ανάδειξη νέου ΔΣ του συλλόγου μας επιβραβεύτηκε με χίλιους δυο τρόπους ο συνδικαλισμός του κονέ, των ανταλλαγμάτων, του ρουσφετιού, του παρασκηνίου και των διαδρομισμών. Κι αυτό δεν καταγγέλθηκε, όπως δεν καταγγέλθηκε και το αισχρό κλείσιμο της τελευταίας μεγάλης απεργίας, όπως δεν καταγγέλθηκαν εδώ και πολλά χρόνια συγκεκριμένες πρακτικές που απαξίωσαν ακόμη περισσότερο τον συνδικαλισμό. Αντ’ αυτών και επειδή δεν είχε κανείς μας τα κότσια να θέσει το δάκτυλο στον τύπο των ήλων, αναλωθήκαμε σε κλισέ και στις γνωστές ξύλινες πολιτικές αντιπαραθέσεις. Είμαστε όλοι μια από τα ίδια, και όταν μας το λένε οι ΄΄αντίπαλοι΄΄ ας μην οργιζόμαστε. Ε λοιπόν, εγώ δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι. Και η πίτα ολόκληρη και ο σκύλος χορτάτος δεν γίνεται.
Γι αυτό έχετε γεια βρυσούλες, adios amigos και οψόμεθα σε μελλοντικούς χρόνους εάν και όταν κάποιοι αποφασίσουν ότι ΄΄άλλα ζητά η ψυχή τους/ γι’ άλλα κλαίει΄΄ και όχι μεταταξούλες, υπερωρίες, διευθυντιλίκια, αλλαξοκωλιές και άλλα βολέματα.

2 σχόλια:

Tobin είπε...

Σωστά τα λες, αλλά μια από τα ίδια δεν είμαστε όλοι. Αυτό θα το επιθυμούσαν οι εργοδότες και το κατεστημένο. Θα τους βόλευε και θα αποτελούσε και τη χαριστική βολή στο συνδικαλισμό. Μία από τα ίδια δεν είναι ο Συνδικαλιστής που έχει όλο το σόι του διορισμένο στο Δημόσιο και ο συνδικαλιστής που είναι τα παιδιά του άνεργα.

Αίσωπος είπε...

Φίλε Tobin, o συνδικαλιστής που έχει όλο το σόι του διορισμένο κι εκείνος που έχει άνεργα τα παιδιά του, διαφέρουν κατά τούτο: απλώς ο δεύτερος δεν έχει τις άκρες που διαθέτει ο πρώτος και γι αυτό κάνει ό,τι μπορεί να τις αποκτήσει, δηλ.γλύφει εκεί που έφτυνε χθές, φυλάει κατουρημένες ποδιές και πρωτοστατεί σε απεργίες για να μπορέσει να τις ξεπουλήσει καλύτερα, με αντάλλαγμα τον διορισμό κια των δικών του παιδιών.Τόσο απλά. Αλλού θα έπρεπε να αναζητήσουμε αυτό που θα μπορούσε να διαφοροποιήσει τον ένα από τον άλλο.Εάν ο δεύτερος σκίσει την συνδικαλιστική του ταυτότητα και αποφασίσει να αγωνιστεί για να δοθεί φωνή στους συναδέλφους του και για την συγκρότηση ενός αυτοπροσδιοριζόμενου και αυτοκαθοριζόμενου συνδικαλισμού, να το ξανασυζητήσουμε.