Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2008

ΟΙ ΒΑΘΥΤΕΡΕΣ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΕΣ ΤΟΥ ΤΟΥΡΜΠΟΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

Η παραχώρηση στεγαστικών δανείων από αμερικανικές τράπεζες και η αδυναμία των δανειοληπτών να τα αποπληρώσουν αποκάλυψε ότι οι τράπεζες δεν είχαν το απαιτούμενο κεφαλαιακό απόθεμα για να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους. Για να ξεπεράσουν το πρόβλημα ρευστότητάς τους, οι τράπεζες παραχώρησαν ομόλογα με ευνοϊκούς όρους σε επενδυτικές τράπεζες, μεταθέτοντας ουσιαστικά σε αυτές το πρόβλημα της αφερεγγυότητας των δανειοληπτών τους. Αυτές, με τη σειρά τους, «τιτλοποίησαν» τα δάνεια των τοπικών τραπεζών, δημιουργώντας με αυτά πιστωτικά παράγωγα, τα οποία πούλησαν σε άλλα ιδρύματα (τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία κ.λπ.) ή ιδιώτες. Η «πυραμίδα» αυτή δεν άργησε ασφαλώς να καταρρεύσει και να αποκαλυφθεί το γεγονός ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει το χαρακτήρα της φούσκας. Τα παράγωγα που δημιούργησαν οι μεγάλες επενδυτικές τράπεζες ονομάστηκαν «τοξικά», καθώς βασίζονταν στα πακεταρισμένα δάνεια υψηλού ρίσκου που είχαν δώσει οι τοπικές τράπεζες.
Αυτό που για εμάς έχει σημασία είναι, όχι τόσο να περιγράψουμε τις οικονομικές πλευρές ή συνέπειες του φαινομένου, αλλά να δούμε την ευρύτερη κοινωνική ή κοινωνιολογική του σημασία και πιο συγκεκριμένα τις ανθρωπολογικές προϋποθέσεις του· αυτό, με άλλα λόγια, που μας δείχνει τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται και συμπεριφέρονται σήμερα τα άτομα, τόσο σε επίπεδο διεύθυνσης και διαχείρισης της κοινωνίας, όσο και σε επίπεδο ατομικής ζωής. Πιστεύουμε ότι ο τρόπος με τον οποίο έχει νόημα να προσεγγίζουμε τα οικονομικά φαινόμενα είναι αυτός της οικονομικής ανθρωπολογίας. Μόνο εξεταζόμενα σε συνάρτηση με τις εξελίξεις στις υπόλοιπες κοινωνικές σφαίρες (πολιτική, κουλτούρα κ.λπ.) μπορούν να γίνουν κατανοητά.
Βάσει αυτών των αρχών πρέπει να πούμε ότι η σημερινή κρίση δεν είναι μόνο οικονομική αλλά και ανθρωπολογική. Οι δύο παράγοντες που την προκάλεσαν (η γενίκευση του εύκολου και ριψοκίνδυνου δανεισμού και η αποχαλίνωση των χρηματαγορών, που επέτρεψε το πακετάρισμα των δανείων και την κερδοσκοπία με τα παράγωγα) αποτελούν χαρακτηριστική έκφραση του τύπου ανθρώπου που παράγει ο σημερινός καπιταλισμός. Βασικό χαρακτηριστικό αυτού του τύπου είναι η ανευθυνότητα.
Εν προκειμένω αυτή η ανευθυνότητα εκφράστηκε σε δύο επίπεδα: πρώτον, στο επίπεδο της κατανάλωσης, με τους καταναλωτές, συχνά από χαμηλά εισοδήματα (μειονότητες κ.λπ.), οι οποίοι, στα πλαίσια της γενικής επιτρεπτικότητας και ανευθυνότητας, αφέθηκαν να δελεαστούν απ’ τους ευνοϊκότατους όρους των τραπεζών και πήραν δάνεια τα οποία γνώριζαν ότι δε θα μπορούσαν να αποπληρώσουν (αφού οι μηνιαίες δόσεις ξεπερνούσαν το μισθό τους)∙ δεύτερον, στο επίπεδο της οικονομικής διαχείρισης, όπου, από τη μια μεριά, το κράτος και η Κεντρική Τράπεζα ενθάρρυναν με κάθε τρόπο τον επικίνδυνο δανεισμό, χωρίς, την ίδια στιγμή, να επιβάλλουν την παραμικρή ρύθμιση στις χρηματαγορές, και οι γιάπι κι οι διευθυντές των μεγάλων τραπεζών, απ’ την άλλη, που μέσα στη γενική ανευθυνότητα και αφελή αισιοδοξία τους έκαναν ριψοκίνδυνα κερδοσκοπικά παιχνίδια με τα ιδιαιτέρως πολύπλοκα παράγωγα. Μόνο ο σημερινός τύπος ανθρώπου θα μπορούσε να επιτρέψει τόση ανευθυνότητα και διοικητική προχειρότητα μαζεμένη.
Γιατί όμως ο δανειολήπτης παίρνει ένα δάνειο που δε μπορεί να αποπληρώσει; Γιατί θέλει να καταναλώνει περισσότερα απ’ όσα κερδίζει;
Υποθέτουμε, εν πάση περιπτώσει, ότι ένας βασικός, ίσως ο βασικότερος λόγος που παίρνει κάποιος δάνειο είναι για να ικανοποιήσει τις καταναλωτικές του ανάγκες .
Με άλλα λόγια για να μπορέσει να καλύψει διά του καταναλωτισμού το κενό νοήματος που του προκαλεί η μεταμοντέρνα κοινωνία, το ολοκληρωτικό δηλαδή άδειασμα της ζωής του από κάθε περιεχόμενο, από κάθε τι που θα μπορούσε να του επιτρέψει να δοθεί ή να αφιερωθεί με πάθος. Ασφαλώς, όπως είναι γνωστό το κενό αυτό δεν καλύπτεται απλά από τον καταναλωτισμό, μιας και αυτός αδυνατεί εκ των πραγμάτων, να απαντήσει στα βαθιά υπαρξιακά προβλήματα που θέτει το ζήτημα του νοήματος που μια κοινωνία δίνει στα μέλη της για να μπορέσουν αυτά να μετουσιώσουν τις ματαιωμένες επιθυμίες τους. Η ψευδαίσθηση ότι ο καταναλωτισμός μπορεί να προσφέρει κάτι σε αυτή την κατάσταση φτάνει στα όριά της με τη διαπίστωση ότι αυτό που μπορεί να προσφέρει η κατανάλωση και η χρονοβόρα ενασχόληση με την απόκτηση των χρημάτων που αυτή απαιτεί, είναι η απλή αποστροφή του βλέμματος από το πρόβλημα του κενού νοήματος, δηλαδή του γεγονότος ότι η ζωή των ατόμων έχει χάσει κάθε σχεδόν νόημα, πράγμα που συνιστά το πιο περίπλοκο και δυσεπίλυτο ζητήμα των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών. Στη περίπτωση της χρηματοπιστωτικής κρίσης μιλάμε κατεξοχήν για δάνεια που ανταποκρίνονταν σε καταναλωτικές ανάγκες. Διότι ακόμα και τα δάνεια που δόθηκαν στα φτωχότερα στρώματα ήταν έτσι οργανωμένα ώστε, και στην περίπτωση ακόμα που ο δανειολήπτης στόχευε απλώς στην έξοδο από μια κατάσταση σχετικής ανέχειας, εν τέλει τον εισήγαγαν στη λογική της προσπάθειας ανόδου στην ιεραρχία του καταναλωτικού στάτους. Πράγμα που φαίνεται κι απ’ το είδος των κατοικιών που κατασχέθηκαν. Συνεπώς, μια βασική συνιστώσα του προβλήματος είναι ο καταναλωτισμός, το γεγονός ότι, αφενός, ο καπιταλισμός έχει αναπτύξει τον τύπο εκείνο του ανθρώπου που ζει για να καταναλώνει, χωρίς να σκέφτεται τις συνέπειες και, αφετέρου, ότι η προσφορά της αφειδούς κατανάλωσης είναι το μόνο στο οποίο μπορεί να στηριχτεί το σύστημα, αφού έχει καταστρέψει τις αξίες και τις κοινωνικές παραστάσεις, οδηγώντας στη γενικευμένη ασημαντότητα.
Το γεγονός δείχνει μια σημαντική ανευθυνότητα των ανθρώπων απέναντι στις στοιχειώδεις υποχρεώσεις τους, ακόμα κι αν αυτές καθορίζονται από το ληστρικό τρόπο με τον οποίο τους συμπεριφέρονται οι τράπεζες. Γιατί κανένας απ’ αυτούς δε μιλάει για την ανάγκη περιορισμού του ποσοστού κέρδους των τραπεζών, ούτε καν ψηφίζει τα κόμματα που υποστηρίζουν τέτοιες παρεμβατικές πολιτικές. Οι άνθρωποι είναι ανεύθυνοι απέναντι στα πάντα. Ακόμα και απέναντι σ’ αυτό που τους βασανίζει καθημερινά, τη δόση του δανείου. Είναι γνωστό ότι η δημιουργία της πίστωσης απ’ τον καπιταλισμό προώθησε σε ουσιώδη βαθμό την ηδονοθηρία και την έλλειψη υπευθυνότητας που χαρακτηρίζουν τις σημερινές επιτρεπτικές κοινωνίες. Λογικό: όταν ο άλλος δε βλέπει άμεσα, χειροπιαστά, το χρήμα που ξοδεύει, το σκορπάει δίχως πολλή σκέψη. Σήμερα ισχύει το ΄΄σου δίνουμε χρήμα για να καλύψεις, ανώδυνα, τα αποτελέσματα της προηγούμενης ανευθυνότητάς σου΄΄.
Μέσα στο πνεύμα αυτό, όλοι σπεύδουν να πάρουν τα δάνεια τους και κατόπιν δουλεύουν σαν είλωτες για να τα ξεπληρώσουν. Γιατί τα χρέη στις τράπεζες συνιστούν ένα σύγχρονο είδος δουλοπαροικίας. Και στο τέλος δεν αισθάνονται ούτε είναι ικανοί να ανταποκριθούν είτε στη δόση του δανείου είτε σε έναν υποτιθέμενο πολιτικό και κοινωνικό αγώνα που απαιτείται για να μη γίνονται οι ίδιοι είλωτες των τραπεζών. Πού πήγε η ορθολογικότητα κύριε οικονομολόγε;
Παλιά οι τραπεζίτες έδιναν δάνεια σε ανθρώπους αξιόπιστους και προσδοκούσαν λογικά κέρδη- τόσο λογικά, που οι τράπεζες νέου τύπου (βλέπε π.χ Λίμαν Μπράδερς) τα αντιμετώπιζαν περιφρονητικά.
Την τωρινή κατάληξη οι τραπεζίτες παλιάς κοπής θα την είχαν προβλέψει με ευκολία.
Ας περάσουμε στο δεύτερο και στο τρίτο στάδιο της κρίσης, στη διπλή απάτη των τραπεζών που απόλυτα αποχαλινωμένες από το άνευ όρων κυνήγι του κέρδους και την απληστία τους, δανείζουν με μεγάλη ευκολία ελπίζοντας ότι θα δώσουν στον ίδιο δανειολήπτη και δεύτερο δάνειο που θα ξεπληρώσει το πρώτο και τρίτο που θα ξεπληρώσει το δεύτερο κ.λπ. Και θεωρούν ότι η μπλόφα θα συνεχίζεται επ’ άπειρον μιας και το ταμείο δε θα ξεμείνει ποτέ. Αλλά και όταν ξεμείνει μεταβιβάζουν τα φέσια, τιτλοποιημένα στους «μεγάλους αδελφούς» του καπιταλιστικού συστήματος, τις μεγάλες τράπεζες, λες και δεν ξέρουν ότι η απάτη αυτή μπορεί να οδηγήσει το σύστημα σε κατάρρευση. Δεν πρόκειται απλά για έναν «ανορθολογισμό» του καπιταλισμού, πρόκειται για το δομικό χρακτηριστικό ενός συστήματος που λειτουργεί πέρα από κάθε υποτιθέμενη ορθολογικότητα, ειδικά στη σημερινή, νεοφιλελεύθερη απορρύθμισή του. Η βασική αρχή δεν είναι πλέον η «ανάπτυξη» ή η «πρόοδος» (αφού έχουν καταρρεύσει κι αυτές, ως ιδεολογίες, αν και όχι ως πρακτικές, μέσα στα πλαίσια της γενικής αποσύνθεσης των σημερινών καθεστώτων), αλλά το πώς θ’ αρπάξουμε πιο πολλά. Χωρίς κανένα κανόνα. Με κάθε κόστος, ακόμα και μ’ αυτό της κατάρρευσης του συστήματος που μας εκτρέφει, δηλαδή του ίδιου του καπιταλισμού. Το χρήμα είναι η υπέρτατη «αξία» της κοινωνίας χωρίς αξίες. Οι τύποι του «αυτοδημιούργητου», εργατικού πουριτανού όπως επίσης και του «δημιουργικού» επιχειρηματία είναι παρελθόν. Ζούμε στην εποχή του επιχειρηματία γκάνγκστερ. Αλλά ζούμε και στην εποχή του ανθρώπου μικρο-γκάνγκστερ, όπου ο αμοραλισμός αποτελεί τον κανόνα. Ποιόν ενδιαφέρει στ’ αλήθεια το οικολογικό κραχ που θα συμβεί σε 20 μόλις χρόνια; Κανέναν. Εκτός βέβαια απ’ τους μεγαλο-«οικολόγους» τύπου Αλ Γκορ. Ποιόν ενδιαφέρει στ’ αλήθεια αν η οικονομική ευμάρεια, η ανάπτυξη και η απληστία της Δύσης, αλλά όχι μόνο (ας μην ξεχνάμε και την Κίνα, την Ινδία ή την Ιαπωνία), βασίζεται στην κατασπατάληση των ενεργειακών πόρων του πλανήτη, στην απόλυτη εκμετάλλευση του «ανθρώπινου δυναμικού» του τρίτου κόσμου, στην καταστροφή του περιβάλλοντος; Κανέναν. Γιατί κανένας δεν παραδέχεται ότι αν θέλουμε να ξεφύγουμε από τα προβλήματα αυτά, οφείλουμε να αλλάξουμε την ίδια τη μορφή του κόσμου και τον ίδιο τον ανθρωπολογικό τύπο που έχουμε δημιουργήσει εδώ και 3-4 αιώνες. Ποιός είναι διατεθειμένος να το κάνει αυτό; Ποιός έχει σοβαρότητα και υπευθυνότητα αντίστοιχη με την κρισιμότητα του ζητήματος;
Από τον τύπο του κράτους νυχτοφύλακα έχουμε περάσει στον τύπο του κράτους μπέιμπι σίτερ. Γιατί αρχικά η Κεντρική Ομοσπονδιακή Τράπεζα για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα ρευστότητας έσπευσε να ρίξει στην αγορά άφθονο χρήμα μέσω άμεσων δανειοδοτήσεων ακόμα και σε μη τραπεζικούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς τους οποίους αδυνατεί να ελέγξει, και οι οποίοι δεν είναι καθόλου απίθανο να αρχίσουν τα ίδια ή αντίστοιχα παιχνίδια, αφού είναι βέβαιο ότι με τέτοιους τρόπους θα εξασφαλίσουν εύκολο χρήμα. Και στη συνέχεια οι κυβερνήσεις των κρατών της Δύσης έσπευσαν να κοινωνικοποιήσουν τα χρέη των τραπεζών, πράγμα που είχαν ξεχάσει εδώ και δεκαετίες να κάνουν για τα κέρδη τους. Το κράτος δηλαδή, την κεϊνσιανή παρεμβατικότητα του οποίου αναπόλησαν πολλοί τελευταία, έδωσε στα κακομαθημένα παιδιά (τραπεζίτες, μεγαλοστελέχη, golden boys, δανειοδότες αλλά και, κατ’ επέκταση, δανειολήπτες) καινούργια παιχνίδια για να παίζουν, αφού αυτοί κατέστρεψαν τα προηγούμενα.
Το οικονομικό σύστημα, όπως έχει διαμορφωθεί, αποτελεί μια γιγαντιαία φούσκα η οποία ξεφουσκώνει κάθε τόσο μέσω των περιοδικών κρίσεων, αλλά δε σκάει. Πρόκειται να σκάσει σύντομα και εκ των πραγμάτων, όταν θα αρχίσουν να εμφανίζονται στην καθημερινότητα οι επιπτώσεις της οικολογικής κρίσης. Το σύστημα αυτό βασίζεται σε μια σειρά από απάτες και στρεβλωμένες πραγματικότητες, όπως οι κίβδηλοι «ρυθμοί ανάπτυξης», οι πληθωρισμοί και τα ΑΕΠ Πάνω σε τέτοια θεμέλια οικοδομούνται εθνικές οικονομίες και διεθνείς επενδύσεις. Οπότε, δεν πρέπει να μας ξαφνιάζουν τα περιοδικά κραχ, ακόμα κι αν λαμβάνουν την έκταση του σημερινού. Πρέπει μάλιστα να μάθουμε να ζούμε σε ένα περιβάλλον εικονικής πραγματικότητας αντίθετο από κείνο της «πραγματικής», προς το οποίο μας εκπαιδεύει η παρακολούθηση του δελτίου ειδήσεων που επιμένει ότι ο πληθωρισμός είναι στο 4,5% μετά τα ψώνια στο σούπερ μάρκετ. Η εικονική αυτή πραγματικότητα δεν είναι παρά η συνολική άποψη της υπερτροφίας της οικονομίας (ως βασικού κινήτρου και μοναδικής ανθρώπινης δραστηριότητας). Επειδή ζούμε σε μία οικονομιστική κοινωνία, όπου η οικονομική (παραγωγή και κατανάλωση) θεωρείται η βασική αν όχι η μοναδική δραστηριότητα του ανθρώπου, η οικονομία γίνεται το κέντρο του σύμπαντος. Και όταν το κέντρο του σύμπαντος είναι πλασματικό, η πλασματικότητα επεκτείνεται απειλητικά, όπως η έρημος για την οποία μιλάει ο Νίτσε.
Από την εποχή που ο καπιταλισμός μετατόπισε το κέντρο βάρους στις υπηρεσίες και ιδιαιτέρως από την εποχή που το χρήμα πουλιέται και αγοράζεται σε καζινοποιημένα διεθνή χρηματιστήρια, η οικονομία έχασε ένα μεγάλο μέρος του πραγματικού της χαρακτήρα και μετουσιώθηκε σε παίγνιο στο οποίο το μόνο που μετρά είναι να ξέρεις να μπλοφάρεις, να καιροσκοπείς και να αισχροκερδείς, σ’ ένα περίεργο είδος ηλεκτρονικού παιχνιδιού, όπου τα πραγματικά ρίσκα διαγράφονται μέσω της μετακύλισής τους σε οικονομικά προϊόντα-«τέρατα» σαν τα πιστωτικά παράγωγα. Σε αυτό συνέβαλε και η μετακύληση του οικονομικού ενδιαφέροντος από τα υλικά προϊόντα στις υπηρεσίες, μια δεδομένη δηλαδή απο-υλικοποίηση της οικονομίας που έχει λάβει χώρα εδώ και μερικές δεκαετίες. Συναρτώνται επίσης αυτής της πλασματικοποίησης οι δυνατότητες εύκολης και «επιτρεπτικής» πίστωσης για τις οποίες μιλήσαμε παραπάνω ή το «πλαστικό» χρήμα. Η πλασματική πλευρά της οικονομίας έχει υπερισχύσει της πραγματικής οικονομίας. Για παράδειγμα μία «υγιής», εισηγμένη στο χρηματιστήριο επιχείρηση υπόκειται απολύτως στους ψυχολογικούς όρους με τους οποίους το τελευταίο λειτουργεί και μπορεί παρότι «υγιής» να καταρρεύσει μέσα σε μία μόλις στιγμή, αν οι γενικοί δείκτες κάνουν την απαιτούμενη βουτιά. Αυτό θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε και διαφορά της λογιστικής από τη χρηματιστηριακή αξία μιας επιχείρησης. Στο ίδιο πλαίσιο μπορούμε να εντάξουμε κι αυτό που ορισμένοι οικονομολόγοι αποκαλούν «δικτατορία των μετόχων» ή «θεμελιώδη κρίση της σχέσης των μετόχων με τους μάνατζερ»: το γεγονός δηλαδή ότι οι εταιρίες αντικαθιστούν όλο και περισσότερο τη λήψη δανείων απ’ τις τράπεζες, ως μορφή χρηματοδότησης, από την εισαγωγή στο χρηματιστήριο και την έκδοση μετοχών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, πολύ συχνά, οι μεγαλοεπενδυτές (και κυρίως οι επενδυτικοί οργανισμοί) να παρεμβαίνουν και να παραγκωνίζουν τα Δ.Σ. των εταιριών στων οποίων τις μετοχές έχουν επενδύσει, όταν οι πολιτικές των τελευταίων δεν ανταποκρίνονται στα συμφέροντά τους.
Για να συλλάβουμε το επίπεδο της πλασματικότητας, ας αναλογισούμε μονάχα τι μπορεί να σημαίνει να πουλάς χρήμα ή –ακόμα χειρότερα- να πουλάς την προσδοκία ή το ρίσκο να εισπράξεις ή να μην εισπράξεις χρήμα. Και ας αναλογιστούμε μια οικονομία βασισμένη σε τέτοιου είδους «ιδεατότητες». Αυτό που αποδεικνύεται από σκάνδαλα που βγαίνουν στη επιφάνεια κάθε τόσο -π.χ. Siemens- είναι η πλήρης κυριάρχηση του οικονομιστικού φαντασιακού και η αδυναμία του ίδιου του καπιταλισμού να αυτοαναπαραχθεί, αναπαράγοντας εκείνο τον τύπο ανθρώπου και τους αντίστοιχους θεσμούς που θα κάνουν δυνατή τη διατήρηση του συστήματος, βάζοντας φρένο στις εγγενείς –όπως φαίνεται- αυτοκαταβροχθιστικές τάσεις που εκδηλώνονται ως απεριόριστο και χωρίς κανένα όρο κυνήγι του κέρδους. Το σύστημα δείχνει, για παράδειγμα, ανίκανο να δημιουργήσει το συνεπή εκείνο υπάλληλο που θα επανδρώσει το θεσμό ο οποίος θα διασφαλίσει τα θεμιτά όρια του ανταγωνισμού, ώστε ο τελευταίος να λειτουργήσει προς το συμφέρον της υγιούς επιχειρηματικότητας και του καταναλωτή. Φαίνεται ανίκανο να αναπαράγει το ήθος της παραδοσιακής τραπεζικής που ακολουθούσε «συντηρητική» πολιτική και δεν αφηνόταν στα επικίνδυνα παιχνίδια με τα παράγωγα. Ή φαίνεται επίσης ανίκανο να δημιουργήσει τον συνεπή τύπο του υπαλλήλου ή του δικαστή που θα καταπολεμήσει τη φοροδιαφυγή και τη διαφθορά. Αυτά δεν είναι τυχαία περιστατικά, αδυναμίες συγκεκριμένων προσώπων, αλλά δομικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού. Οι «στρεβλώσεις της αγοράς» δεν είναι πρόσκαιρα ή τυχαία γεγονότα αλλά αναπτύξεις της ίδιας της λογικής του συστήματος, σάρκα από τη σάρκα του. Έτσι είναι απολύτως αβέβαιο ότι ένα σύστημα που βασίζεται στον πόλεμο όλων εναντίον όλων, όπου κάθε ρυθμιστική αξία έχει χαθεί και όπου η αρπακτικότητα και ο αμοραλισμός είναι οι μοναδικοί κοινοί τόποι, δε θα φτάσει σύντομα στα όριά του. Φυσικά το κράτος μπέιμπι σίτερ εγγυάται προς το παρόν τη συνέχιση αυτής της κατάστασης. Απολύτως σύμφωνη με το οικονομιστικό φαντασιακό, που θεωρεί ότι η οικονομία είναι το θεμέλιο όλων των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων, και η «πολιτική» εμφανίζεται απόλυτα υποταγμένη στο χρήμα. Ή οι πολιτικοί είναι αυτοί που εισπράττουν τις βαλίτσες της Siemens. Ο πολιτικός που χρηματίζεται ή που δημιουργεί offshore εταιρείες είναι ο τύπος πολιτικού που αντιστοιχεί σε αυτό το σύστημα. Και οι παντός είδους Ανδριανόπουλοι που βλέπουν το κράτος ως παράγοντα που απειλεί την «ελεύθερη» (χα) αγορά και τους μεταφυσικούς όρους που τη συνέχουν, που ονειρεύονται «ανόθευτους ανταγωνισμούς» είναι βαθιά νυχτωμένοι, οφθαλμοφανώς πια αμήχανοι και βυθισμένοι σε μία ιδεοληψία σχεδόν απόλυτα αποκομμένη από την πραγματικότητα του σύγχρονου ξεσαλωμένου καπιταλισμού
Ποιά είναι οι λύση; Ας γίνουμε λίγο κουραστικοί: Η λύση είναι η αναγέννηση εκείνου του τύπου ανθρώπου που μπορεί να στοχάζεται αυτό που κάνει, να φαντάζεται και να επιθυμεί ένα διαφορετικό κόσμο και να αγωνίζεται γι’ αυτόν. Η λύση είναι η αναζωπύρωση της επιθυμίας να ζούμε σαν άνθρωποι και όχι σαν δουλοπάροικοι, σαν τηλεκατευθυνόμενα ρομπότ, σαν καταναλωτικά ζόμπι. Η λύση είναι να ενεργοποιηθούμε για να περιορίσουμε το τεράστιο χάσμα μεταξύ Βορρά και Νότου, την εκμετάλλευση και την κατασπατάληση των πόρων του Τρίτου Κόσμου και τις μεγάλες οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών. Η λύση είναι να αναγνωρίσουμε ότι ο πλανήτης καταστρέφεται μέρα με τη μέρα και δεν υπάχουν περιθώρια αναβολής μιας ουσιαστικής ενεργοποίησής μας προς την αλλαγή του εαυτού μας και του κόσμου· προς το σταμάτημα της οικονομικής μεγέθυνσης και την ανάσχεση της ανάπτυξης.

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2008

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Παραστρατημένοι θεοί σε θέσεις εξουσίας

περπατούν όλο υπερηφάνεια στην καμένη γη

που οι ίδιοι πυρπόλησαν, και διαλαλούν

την μιζέρια που θα προσφέρουν ακόμα μια φορά

σ’ αυτούς που τους χάρισαν τις ελπίδες τους

μαζί με τα παιδιά τους και τις ζωές τους,

περιμένοντας ένα γλυκό πρωινό που θα ξυπνήσουν

και θα αναπνεύσουν επιτέλους καθάριο και τίμιο αέρα!

Αλίμονο όμως! Οι αφρισμένοι λύκοι που ζουν στην κορυφή του

Ολύμπου μαζί με τα όρνεα που τους ακολουθούν παντού

μηχανεύονται καινούριους τρόπους για να σκίσουν τη σάρκα τους….

Και μαζί με τη σάρκα, χάνουν το γέλιο, τη χαρά την ελπίδα για το αύριο, και κλείνονται στην καλύβα τους ελπίζοντας ότι το κακό δεν θα μπει μέσα, θα τους προσπεράσει…

ΓΙΑΤΙ ΜΑΣ ΚΛΕΒΕΤΕ ΤΟ ΑΥΡΙΟ, ΓΙΑΤΙ;

Ι.Κ.



ΓΕΡΙΚΟ ΑΛΟΓΟ

Καβαλάρης σε σέρνει στον γκρεμό

Το καμουτσίκι στην δαρμένη σου σάρκα δοκιμάζει

Σε χτυπάει να βιαστείς

Την διαδρομή δεν προλαβαίνεις να απολαύσεις

Κοιτάς μόνο μπροστά αδύνατο να σταματήσεις, σε ξέφρενη πορεία

ο αόρατος καβαλάρης σε εξανάγκασε

Δεν σταματάς να ξαποστάσεις

Ποτάμια κυλούνε λίμνες σε καλούνε

την δίψα σου να ξεδιψάσεις

Χειραγωγός καβαλάρης κατευθύνει θαρρείς στην σέλα πάνω αιώνια θα απομείνει

Μα η σέλα θα’ χει βουτήξει στο κενό

μαζί με το σκοτωμένο άλογο!

Μ.Κ.


ΒΑΘΥ ΜΠΛΕ

Η μνήμη βαθύ μπλε χρώμα έχει

Πρόσωπα χάνονται στο άπειρο. Σκιές

Εικόνες αγαπημένες Mia αυταπάτη

Μια στιγμή ολόκληρη ζωή θαρρείς

Στο αέναο μέλλον προχωρώ. Με τα χέρια ορθωμένα πιάνω στιγμές από το παρελθόν

Σαν πουλιά οι ώρες ξεφεύγουν και πετούνε μακριά ………..Δεν είμαστε πια παιδιά ….!

Μ.Κ.

ΧΡΥΣΑ

Στα χείλια σου ευωδιάζει όλη η πλάση

Ο κόσμος ομορφαίνει μπρος στα γαλανά σου μάτια

Και απ’ τα ξανθά μαλλιά σου

ο άνεμος μυρωδιές λουλουδιών μυροβολά

Στο πρόσωπο σου γυναίκα βάφεται την σχόλη

Ο χρυσός μπρος στο όνομα σου ωχριά………

Μ.Κ.

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008

ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΜΟΝΤΕΛΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΕΤΑΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Τελευταία, όσο εντείνεται η πολυδιάστατη κρίση της σημερινής κοινωνίας, τόσο γίνεται πια φανερό ότι δεν αρκεί η κριτική του σημερινού κοινωνικοοικονομικού συστήματος και ότι απαραίτητη προϋπόθεση για ν' αποκτήσει πάλι πολιτική σημασία η Αριστερά είναι η από μέρους της ανάπτυξη ενός σοβαρού προβληματισμού για τις μορφές που θα μπορούσε να πάρει μια μετακαπιταλιστική κοινωνία. Ο προβληματισμός αυτός είναι σήμερα περισσότερο επιτακτικός παρά ποτέ, μετά το πελώριο κενό που δημιούργησε η ιστορική αποτυχία της εφαρμογής του σοσιαλιστικού προτάγματος στην πράξη και η εκμετάλλευση της αποτυχίας αυτής από τους ιδεολογικούς κομισσάριους του συστήματος τύπου Φουκουγιάμα, που θρασύτατα έφθασαν να μιλούν για το δήθεν «τέλος της Ιστορίας».

Θα προσπαθήσω εδώ να σκιαγραφήσω πολύ περιληπτικά δυό από τις νέες προτάσεις, 1)εκείνη της περιεκτικής δημοκρατίας, που στοχεύει κατά τον εισηγητή της Τάκης Φωτόπουλο σε μια πραγματική οικονομική δημοκρατία, όπου οι πολίτες θα μπορούν να ελέγχουν την καθημερινότητα τους, χωρίς αόρατες δυνάμεις της αγοράς, χωρίς κρατική γραφειοκρατία και χωρίς χρήμα και 2)το μοντέλο Parecon του Μάικλ Άλμπερτ.
1.
Κατά τον Τάκη Φωτόπουλο σε μια ριζικά αποκεντρωμένη κοινωνία οι συνελεύσεις των πολιτών σε κάθε κοινότητα, θα παίρνουν όλες τις σημαντικές τοπικές πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις, ενώ οι συνομοσπονδίες των δήμων σε περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, δηλαδή οι συνελεύσεις των ανακλητών εντολοδόχων των δημοτικών συνελεύσεων, θα παίρνουν αντίστοιχα τις σημαντικές περιφερειακές και εθνικές αποφάσεις. Έτσι, όλες οι «μακρό»-οικονομικές αποφάσεις για την συνολική κατανομή των οικονομικών πόρων (επενδύσεις, εργασία, παραγωγή, κατανάλωση, τεχνολογία κ.λπ.) παίρνονται από το σώμα των πολιτών συλλογικά και χωρίς αντιπροσώπευση, ενώ οι «μικρό»-οικονομικές αποφάσεις των παραγωγών και των καταναλωτών παίρνονται από τους ίδιους, μέσα από τη λειτουργία ειδικών πιστωτικών καρτών, με βάση την γενική κατανομή των πόρων που καθορίζουν οι συνελεύσεις. Τοιουτοτρόπως, εξασφαλίζεται και μια πραγματική ελευθερία επιλογής για όλους τους πολίτες, αντί για την ψευτο-ελευθερία επιλογής του συστήματος της αγοράς. Η ικανοποίηση όλων των βασικών αναγκών γίνεται με βάση τις συγκεκριμένες ανάγκες των πολιτών, ενώ η ικανοποίηση των μη βασικών αναγκών με βάση την καταβαλλόμενη προσπάθεια και τους διαθέσιμους πόρους. Η τοπική αυτοδυναμία που επιτυγχάνεται σε μια παρόμοια αποκεντρωμένη κοινωνία όχι μόνο εξασφαλίζει την πλήρη απασχόληση, αλλά και δημιουργεί τις θεσμικές και υποκειμενικές συνθήκες για την επανενσωμάτωση της Κοινωνίας στη Φύση.
2.
Το «όραμα» της συμμετοχικής οικονομικής το προτείνει ο βασικός συνεργάτης του Τσόμσκι, Μάικλ Αλμπερτ. Το κύριο χαρακτηριστικό του οράματος αυτού, είναι ότι το Πάρεκον προϋποθέτοντας τον χωρισμό της κοινωνίας, όπως σήμερα, σε οικονομική και πολιτική σφαίρα, αναφέρεται μόνο στους οικονομικούς θεσμούς και σιωπά για τους πολιτικούς, πολιτισμικούς και ευρύτερα κοινωνικούς θεσμούς, με τη δικαιολογία ότι «τα μοντέλα γύρω από τέτοιους θεσμούς βρίσκονται ακόμα σε στάδιο ανάπτυξης» Εύλογα, λοιπόν, θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι είναι εσκεμμένη η πλήρης ασάφεια πάνω στα θέματα που ιστορικά διαίρεσαν την Αριστερά, όπως το θέμα του κράτους και το εξίσου κρίσιμο θέμα της μορφής που θα πάρει η κοινωνική ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παραγωγής στη μελλοντική κοινωνία.
Με δεδομένο, επομένως, τον καθαρά οικονομικό χαρακτήρα του Πάρεκον, δεν προκαλεί έκπληξη ότι τα κύρια συλλογικά όργανα αποφάσεων σε αυτό καθορίζονται στο οικονομικό πεδίο. Ετσι, η έννοια του πολίτη απουσιάζει παντελώς από το μοντέλο αυτό και αντικαθίσταται από τις έννοιες του εργαζόμενου και του καταναλωτή -εισάγοντας και στην προτεινόμενη μετακαπιταλιστική κοινωνία τον αντίστοιχο οικονομικό δυϊσμό του σημερινού ανθρώπου που έχει καθιερώσει η καπιταλιστική! Δεν είναι επομένως περίεργο ότι το μοντέλο καταλήγει τελικά σε μία διαστρέβλωση της έννοιας της άμεσης δημοκρατίας (που όμως επικαλείται), την οποία προφανώς εννοεί όχι ως καθεστώς, αλλά απλά ως μια διαδικασία όπου οι πολίτες παίρνουν μέρος στη διαδικασία των αποφάσεων μόνο στον βαθμό που αυτές τους επηρεάζουν και εφόσον οι ανάγκες του μοντέλου δεν επιβάλλουν την αντιπροσώπευση! Συγχρόνως, το Πάρεκον συνεπάγεται μια ιδιαιτέρως γραφειοκρατική δομή, που εύστοχα χαρακτηρίστηκε από τον ελευθεριακό ακαδημαϊκό John Crump ως «συμμετοχική γραφειοκρατία».

Το δεύτερο βασικό χαρακτηριστικό που προβάλλει ο ίδιος ο Αλμπερτ, είναι οι ηθικές αξίες που χαρακτηρίζουν το Πάρεκον, οι οποίες μάλιστα, για κάποιους ένθερμους υποστηρικτές του, συνιστούν και τη διαφορά του από άλλα οράματα. Ετσι, υποστηρίζεται για παράδειγμα ότι η αμοιβή σύμφωνα με την προσπάθεια που προτείνει το Πάρεκον -και όχι σύμφωνα με την απόδοση των εργαζομένων όπως προτείνει ο σοσιαλισμός- είναι μια «ηθικώς πολύ πιο προωθημένη πρόταση».

Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2008

ΜΙΑ ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΠΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΙΔΕΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ Η Παρισινή Κομούνα του 1871

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ-Η ΣΥΓΚΥΡΙΑ
Το απολυταρχικό καθεστώς που κυβερνούσε τη Γαλλία τις παραμονές της εξέγερσης ονομαζόταν 2η Αυτοκρατορία. Επικεφαλής της ήταν ο ανεψιός του Ναπολέοντα, ο Ναπολέων Γ΄, ο οποίος είχε εκμεταλλευθεί τις έριδες της 2ης Δημοκρατίας (1848-1852) και είχε κατορθώσει, αφού πρώτα εξελέγη πρόεδρός της, να την καταργήσει και να αναγορευθεί «Αυτοκράτωρ». Στη διάρκεια των 20 χρόνων της διακυβέρνησής του η όψη της χώρας, και ειδικότερα του Παρισιού, άλλαξε δραματικά. Στην ύπαιθρο η εκβιομηχάνιση και ο σιδηρόδρομος αναγγέλλουν την οριστική ένταξη της χώρας στην καπιταλιστική οικονομία. Στην πρωτεύουσα αρχίζει να συρρέει πλήθος από την ύπαιθρο το οποίο συναντιέται με τους τεχνίτες, τους φοιτητές και τους ελεύθερους επαγγελματίες της πόλης. Όλοι αυτοί, επηρεασμένοι από τα επαναστατικά ιδεώδη του 19ου αιώνα, ασφυκτιούν κάτω από την καταπίεση του καθεστώτος, το οποίο σιγά σιγά ενδύεται τον μανδύα του φιλελευθερισμού και αρχίζει να παραχωρεί δικαιώματα στους εργάτες.
Το μεγαλείο της πατρίδας αποτελεί τον άλλο πυλώνα του καθεστώτος. Έτσι, η Γαλλία εμπλέκεται σε πολέμους στην Ευρώπη (Κριμαία 1856, Ιταλία 1859) αλλά και στην Αμερική (Μεξικό 1867). Το 1870 (Ιούλιος) κηρύσσει τον πόλεμο στην Πρωσσία. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας τίθεται επικεφαλής του στρατού αλλά ηττάται στο Σεντάν στις 4 Σεπτεμβρίου και παραδίδεται στους Πρώσσους. Η αιχμαλωσία του σηματοδοτεί την κατάρρευση της Αυτοκρατορίας. Όταν η είδηση φθάνει στο Παρίσι, ο λαός εισβάλλει στο κτίριο όπου συνεδρίαζε το νομοθετικό σώμα και το υποχρεώνει να ανακηρύξει την Προσωρινή Δημοκρατία και να σχηματίσει μια Προσωρινή Κυβέρνηση εθνικής ενότητας.
Στην ουσία όμως πρόκειται για τη σύγκρουση δύο εντελώς διαφορετικών αντιλήψεων της Δημοκρατίας. Η μεγαλοαστική τάξη, η οποία ήταν πιστή σύμμαχος του αυτοκράτορα, ενδιαφέρεται για μια ομαλή μετάβαση σε ένα νέο πολιτικό σύστημα χωρίς να θιγούν το υπάρχον κοινωνικό status και τα προνόμιά της. Γι' αυτήν ο πόλεμος αποτελεί εμπόδιο αλλά και απρόβλεπτο γεγονός το οποίο μπορεί να πυροδοτήσει ανεξέλεγκτες εξελίξεις. Άρα πρέπει να σταματήσει. Η Προσωρινή Κυβέρνηση, της οποίας τα μέλη αποτελούνται από το πολιτικό προσωπικό της 2ης Αυτοκρατορίας, αναλαμβάνει να υλοποιήσει τους στόχους αυτούς. Έτσι ανακηρύσσει τη Δημοκρατία, όχι διότι πιστεύει σε αυτήν, αλλά γιατί έχει ήδη επιβληθεί από τα γεγονότα. Σκοπός της είναι να διαχειριστεί η ίδια αυτή τη Δημοκρατία, ώστε να μην πέσει στα χέρια των επαναστατών.
Οι Παριζιάνοι έχουν διαφορετικές επιδιώξεις. Ο πόλεμος αποτελεί όχημα για την εδραίωση της Δημοκρατίας, όχι μόνο ως πολιτικού αλλά και ως κοινωνικού συστήματος. Η ανάμνηση της Μεγάλης Επανάστασης του 1789, όταν η Δημοκρατία απειλήθηκε τόσο από το εξωτερικό όσο και από το εσωτερικό, είναι ζωντανή και στοιχειώνει τα πνεύματα. Για τον λαό του Παρισιού η Δημοκρατία έχει εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο από ό,τι για τους μεγαλοαστούς και τους αριστοκράτες. Χωρίς να έχει αποτυπωθεί σε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα, το περιεχόμενο αυτό ταυτίζεται με την ανάληψη του ελέγχου σε όλα τα πεδία της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας. Πατριωτισμός και κοινωνικός ριζοσπαστισμός συναντιόνται σε ένα εκρηκτικό μείγμα όπου το έθνος ταυτίζεται με τον λαό και τη Δημοκρατία και αντιτίθεται σε κάθε απολυταρχισμό, εσωτερικό και εξωτερικό.
Για τους Παριζιάνους κάθε συμβιβασμός με τους Πρώσσους φάνταζε αδιανόητος, μια προδοσία της Δημοκρατίας τους. Αντίθετα για την Προσωρινή Κυβέρνηση η λήξη του πολέμου ήταν ο μοναδικός τρόπος ώστε αυτή η Δημοκρατία, είτε να πεθάνει, είτε να λάβει την αντιδραστική μορφή που την εξυπηρετούσε. Μετά από συνεχείς στρατιωτικές αποτυχίες, οι οποίες καταλήγουν στην περικύκλωση του Παρισιού από τους Πρώσσους, η Κυβέρνηση υπογράφει την ανακωχή στις 28 Ιανουαρίου 1871.
Οι όροι της ανακωχής προβλέπουν την εκλογή Εθνοσυνέλευσης, μοναδική αρχή με την οποία ο Πρώσσος Πρωθυπουργός Βίσμαρκ αποδέχεται να συζητήσει τους όρους της συνθήκης ειρήνης. Η Προσωρινή Κυβέρνηση προκηρύσσει εκλογές για τις 8/2/1871. 26 γεωγραφικά διαμερίσματα της Γαλλίας ψηφίζουν υπό πρωσσική κατοχή. Δύο ερωτήματα αποζητούν απάντηση: η συνέχιση του πολέμου και η μορφή του πολιτεύματος. Η ειρηνική στάση των συντηρητικών, η φιλοπόλεμη διάθεση των δημοκρατικών, η ανασφάλεια των χωρικών που τους ωθεί να αποζητούν την προστασία των προυχόντων εξηγούν το αποτέλεσμα των εκλογών. Σε σύνολο 645 βουλευτών οι 400 είναι μοναρχικοί. Η υπερψήφιση των μοναρχικών οφείλεται στην αντιπολεμική θέση τους! Όπως θα δείξουν οι επαναληπτικές εκλογές του επόμενου έτους, η Γαλλία μπορεί να θεωρηθεί δημοκρατική και συντηρητική. Εκείνο που περιμένει από τη δημοκρατία είναι η τάξη και η ασφάλεια, και όχι η περιπέτεια.
Οι ίδιες όμως εκλογές αναδεικνύουν και ένα άλλο πρόβλημα. Ενώ η χώρα υπερψηφίζει τους μοναρχικούς, η πρωτεύουσα προτιμά τους υπέρμαχους του πολέμου δημοκράτες! Η καθολική ψηφοφορία αποκαλύπτει λοιπόν την αντίθεση ανάμεσα στην επαρχία και στην πρωτεύουσα, η οποία λόγω της θέσης της ήταν ο κινητήριος μοχλός των πολιτικών ανακατατάξεων.
Η Εθνοσυνέλευση συνέρχεται αρχικά στο Μπορντώ (Bordeaux) και αργότερα στις Βερσαλλίες (Versailles), προάστιο του Παρισιού. Αναθέτει την εκτελεστική εξουσία στον Adolphe Thiers (Θιέρσιος). Αποφεύγει την πρωτεύουσα με το πρόσχημα της πολιορκίας, στην ουσία όμως για να μην καταστεί όμηρος του πλήθους. Συνάπτει συνθήκη ειρήνης με τους Πρώσσους παραχωρώντας την Αλσατία-Λωρραίνη, καταβάλλοντας πολεμική αποζημίωση και επιτρέποντας την προσωρινή είσοδο των Γερμανών στο Παρίσι (1-3/3/71), γεγονός που θα εξάψει ακόμη περισσότερο τα πνεύματα.
Στις 3/3 η Παρισινή Εθνοφρουρά (250 τάγματα) συγκροτεί επαναστατικά συμβούλια. Η Εθνοσυνέλευση απαντά μη καταβάλλοντας τον μισθό των εθνοφρουρών και λαμβάνοντας σειρά αντιλαϊκών μέτρων όπως η κατάργηση της αναστολής πληρωμής των ενοικίων και των γραμματίων, η οποία είχε θεσπισθεί στις 13/8/70. Στις 15/3 η Εθνοφρουρά εκλέγει μια Κεντρική Επιτροπή. Στις 18/3 η κυβέρνηση του Θιέρσιου επιχειρεί να αφαιρέσει από την πρωτεύουσα τα κανόνια και τα ντουφέκια που βρίσκονται στον λόφο της Μονμάρτρης και στη Belleville. Ο λαός, θεωρώντας την κίνηση αυτή προδοτική, κινητοποιείται, αντιστέκεται και ματαιώνει την επιχείρηση. Ο επικεφαλής της επιχείρησης και ένας άλλος στρατηγός εκτελούνται επί τόπου! Πανικόβλητος ο Θιέρσιος διατάζει την απόσυρση όλων των κυβερνητικών αξιωματούχων και στρατευμάτων από την πρωτεύουσα. Περικυκλωμένο από τα κυβερνητικά στρατεύματα από τη μία και τους Πρώσσους από την άλλη πλευρά, το Παρίσι διαλέγει τον δρόμο της εξέγερσης και της αυτοκυβέρνησης. Η Κεντρική Επιτροπή προκηρύσσει εκλογές για τις 26 Μαρτίου. Εκλέγεται ένα δημοτικό συμβούλιο το οποίο εδρεύει στο Δημαρχείο και παίρνει το όνομα Κομμούνα (Commune).
Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ
Η εξέταση της ιδεολογικής τοποθέτησης των μελών του δημοτικού συμβουλίου αποκαλύπτει πολλά πράγματα για τον χαρακτήρα της εξέγερσης. Σε γενικές γραμμές μπορεί κανείς να τους κατατάξει σε δύο κατηγορίες. Από τη μια μεριά βρίσκονται οι νεο-ιακωβίνοι και οι οπαδοί του Βlanqui: ριζοσπάστες δημοκρατικοί, πολιτικοί απόγονοι του Ροβεσπιέρου, νοσταλγοί των φιλολαϊκών μέτρων της Επανάστασης και ιδίως της ριζοσπαστικής τάσης που επικράτησε το 1792 επιθυμούν τη δικτατορική επιβολή της Κομμούνας σε ολόκληρη τη χώρα με σκοπό την κατάρρευση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων και την αντικατάστασή της από μια νέα, βασισμένη στις αρχές της οικονομικής και πολιτικής ισότητας. Η τάση αυτή αποτελεί την πλειοψηφία στο Συμβούλιο και υποστηρίζει αναμφίβολα τον συγκεντρωτικό χαρακτήρα του γαλλικού κράτους, εφόσον η εξουσία ασκείται από την Κομμούνα με έδρα το Παρίσι.
Το ιδανικό της οικονομικής και κοινωνικής ισότητας αποτελεί φυσικά τον στόχο και της μειοψηφικής τάσης. Ο τρόπος όμως με τον οποίο θα επιτευχθεί διαφοροποιείται ριζικά. Η μειοψηφία αποτελείται από μέλη της Διεθνούς, οπαδούς του Προυντόν και του Μπακούνιν. Οι φεντεραλιστές, όπως αποκαλούνται, αντιτίθενται στη δικτατορική, άρα βίαιη, επιβολή της Κομμούνας στην υπόλοιπη Γαλλία. Αντίθετα ευνοούν τη δημιουργία ανάλογων κινημάτων σε όλη την επικράτεια με σκοπό την αντικατάσταση του συγκεντρωτικού κράτους από μια ομοσπονδία αυτόνομων κοινοτήτων.
Για πολλούς ιστορικούς αυτή ακριβώς η πολυσυλλεκτικότητα -στην Κομμούνα αντιπροσωπεύονταν όλες οι τάσεις της γαλλικής προοδευτικής κίνησης- αποτέλεσε και τη σημαντικότερη αδυναμία της εξέγερσης. Έλειψε δηλαδή ο σαφής ιδεολογικός χαρακτήρας ο οποίος θα καθόριζε μια συγκεκριμένη γραμμή πλεύσης επιλέγοντας τα σωστά βήματα και αφήνοντας για αργότερα κάποια άλλα, θέτοντας με άλλα λόγια τις προτεραιότητες. Αντί γι' αυτό πάρθηκαν μια σειρά από μέτρα που μαρτυρούν το γενικό πνεύμα της εξέγερσης, τη θέλησης της δηλαδή να καταπιαστεί ταυτόχρονα με τα θέματα διεξαγωγής του επαναστατικού πολέμου, μορφής του πολιτικού καθεστώτος και υφής των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων αλλά ταυτόχρονα και την έλλειψη σχεδιασμού, απαραίτητου ίσως εκείνες τις κρίσιμες ώρες. Μια τέτοια αδυναμία όμως δεν πρέπει να εκπλήσσει. Η Κομμούνα δεν ήταν προϊόν οργανωμένης συνωμοτικής δράσης αλλά της αυθόρμητης αντίδρασης του παρισινού λαού. Η έλλειψη επομένως σχεδιασμού είναι φυσιολογική.
Αν και μειοψηφία οι φεντεραλιστές κατόρθωσαν να περάσουν τις θέσεις τους στο σημαντικότερο ίσως κείμενο της Κομμούνας, την «Διακήρυξη προς τον γαλλικό λαό» στις 19/4. Σκοπός της διακήρυξης ήταν να πληροφορήσει τη γαλλική επαρχία για την πολιτική φυσιογνωμία της εξέγερσης. Αυτό το κείμενο αναγνωρίζει τη Δημοκρατία ως τη μοναδική μορφή κυβέρνησης συμβατής με τα δικαιώματα του λαού και με την ελεύθερη και κανονική ανάπτυξη της κοινωνίας. Διαψεύδει τις κατηγορίες ότι το Παρίσι θέλησε να επιβάλει την εξουσία του στην υπόλοιπη χώρα. Αντίθετα διακηρύττει την απόλυτη αυτονομία όλων των γαλλικών κοινοτήτων η ελεύθερη ένωση των οποίων θα αποτελεί στο εξής την ενότητα του έθνους. Οι κοινότητες θα είναι ίσες σε δικαιώματα μεταξύ τους. Στις αρμοδιότητές τους εμπίπτουν η ψήφιση του προϋπολογισμού, ο καθορισμός των φόρων, η διεύθυνση των τοπικών υποθέσεων, η οργάνωση της δικαιοσύνης, της εκπαίδευσης και της αστυνομίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι όλα τα αξιώματα είναι όχι μόνο αιρετά αλλά και ανακλητά, αφού οι κάτοχοι τους υπόκεινται σε συνεχή έλεγχο. Το κείμενο δεν κάνει πουθενά λόγο για την ύπαρξη κεντρικής κυβέρνησης. Ο Μαρξ στη δική του μελέτη για την Κομμούνα λέει καθαρά ότι οι απεσταλμένοι από κάθε κοινότητα θα συγκροτούν την εθνική αντιπροσωπεία με έδρα το Παρίσι. Προσθέτει ότι η κοινότητα (Κομμούνα) θα έπρεπε να αποτελεί την πολιτική μορφή διακυβέρνησης ακόμη και των πιο μικρών χωριών της υπαίθρου και ότι οι αγροτικές κοινότητες κάθε διαμερίσματος θα διαχειρίζονται τις κοινές υποθέσεις τους μέσω μιας συνέλευσης αντιπρόσωπων που θα εδρεύει στην πρωτεύουσα κάθε διαμερίσματος. Οι αντιπρόσωποι αυτοί είναι όμως ανακλητοί ανά πάσα στιγμή αλλά και υποχρεωμένοι να δρουν σύμφωνα με εντολές που δέχονται από τους εκλέκτορές τους. Η εθνική ενότητα όχι μόνο δεν διαλύεται αλλά αντίθετα ενισχύεται γύρω από την κοινοτική οργάνωση με την καταστροφή της κρατικής εξουσίας η οποία, ενώ υποστήριζε ότι ενσάρκωνε αυτή την ενότητα, στην ουσία δρούσε ανεξάρτητα και εις βάρος του έθνους. Καταλήγει πως τίποτα δεν είναι πιο ξένο προς το πνεύμα της Κομμούνας από την επιβολή μιας ιεραρχικής εξουσίας.
ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΑΣ
Περισσότερο όμως από την ανίχνευση των ιδεολογικών προθέσεων, η μελέτη του μικρού αλλά σημαντικού έργου της εξέγερσης αποκαλύπτει πολλά για τη φυσιογνωμία της. Ο τελικός στόχος δεν ήταν άλλος από την πολιτική και οικονομική χειραφέτηση των εργαζομένων, με άλλα λόγια τη διαχείριση των υποθέσεων από τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους. Η κοινοτική αυτονομία αποτελεί το μέσο για την επίτευξη αυτού του σκοπού, όντας για αρκετούς προϊόν ιδεολογικής επεξεργασίας ομοσπονδιακών θεωριών αλλά για ακόμη περισσότερους πρακτικός τρόπος αντιμετώπισης του καταπιεστικού συγκεντρωτισμού. Άλλωστε η κοινοτική αυτονομία επιβλήθηκε στην πράξη από τα γεγονότα, με τη σύμφωνη γνώμη όλων των πολιτικών ρευμάτων, σε ένα Παρίσι στερημένο έως τότε ενός αιρετού δημοτικού συμβουλίου. Η προσφυγή στις κάλπες για την ανάδειξη του δημοτικού συμβουλίου (26/3) δείχνει βέβαια και την αγωνία των εξεγερμένων να νομιμοποιήσουν την εξουσία τους μέσω των εκλογών. Η κατηγορία της δικτατορίας έπρεπε να αποτιναχθεί με κάθε τρόπο. Από τα μέτρα που πάρθηκαν άλλα έμειναν στα χαρτιά και άλλα εφαρμόστηκαν σε μικρό ή μεγάλο βαθμό.
Ας δούμε όμως λίγο πιο αναλυτικά ποιο ήταν το περιεχόμενο αυτής της κοινοτικής αυτονομίας.
Στο πολιτικό πεδίο η άμεση δημοκρατία, η απόρριψη της αρχής της αντιπροσώπευσης και της γραφειοκρατίας έρχονται σε πρώτο πλάνο. Οι αξιωματούχοι, ακόμη και οι δικαστές, είναι όχι μόνο αιρετοί αλλά και ανακλητοί. Η δικαιοσύνη απονέμεται δωρεάν. Ο μόνιμος στρατός καταργείται και αντικαθίσταται από πολιτοφυλακές. Η Εκπαίδευση αφαιρείται από τα χέρια του κλήρου και περνάει στα χέρια της Κοινότητας. Σε αυτόν τον τομέα αναβιώνουν οι αρχές της Γαλλικής Επανάστασης: δωρεάν, υποχρεωτική και λαϊκή Εκπαίδευση.
Στο κοινωνικό πεδίο η Κομμούνα λαμβάνει μια σειρά από μέτρα για την ανακούφιση του δοκιμαζόμενου πληθυσμού: αναστολή καταβολής ενοικίων και πληρωμής χρεών, μορατόριουμ τιμών, μάξιμουμ αποδοχών (περιλαμβανομένων και των αξιωματούχων), κατάργηση νυχτερινής εργασίας, επίταξη άδειων διαμερισμάτων για τη στέγαση των αστέγων. Το σημαντικότερο ίσως μέτρο αφορά στην επίταξη των εργαστηρίων που είχαν εγκαταλειφθεί από τους ιδιοκτήτες τους. Σύμφωνα με διάταγμα της 16ης/4 τα εργαστήρια αυτά θα περνούσαν στα χέρια των εκεί εργαζομένων οι οποίοι θα συγκροτούσαν ένα συνεταιρισμό. Το μέτρο όμως δεν ήταν προσωρινού χαρακτήρα. Αντίθετα το διάταγμα προέβλεπε τη σύσταση ενός δικαστηρίου το οποίο θα αναλάμβανε να αποτιμήσει την αξία του εργαστηρίου και να καθορίσει το ύψος της αποζημίωσης που θα λάμβαναν οι ιδιοκτήτες όταν επέστρεφαν στην πρωτεύουσα, έτσι ώστε η διεύθυνση των εργαστηρίων από τους εργαζόμενους να γίνει μόνιμη. Ας σημειωθεί πως πουθενά δεν γίνεται λόγος για κρατικούς συνεταιρισμούς αλλά μόνο για συνεταιρισμούς εργαζομένων. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η κοινοτικοποίηση όλων των ιδρυμάτων της πόλεως. Η διεύθυνσή τους περνάει στα χέρια ενός διευθυντή εκλεγμένου από τους εργάτες και ανακλητού. Ο διευθυντής μαζί με τους επικεφαλής των εργαστηρίων και εργάτες συγκροτούν ένα συμβούλιο που αποφασίζει για τις απολύσεις και τη μισθοδοσία.
Είναι λοιπόν προφανές ότι η επιδίωξη της Κομμούνας ήταν η κατάργηση του κράτους και η ανασύσταση της κοινοτικής ενότητας γύρω από θεσμούς που απαιτούσαν την ισότιμη και ενεργή συμμετοχή των εμπλεκομένων. Πρόκειται για την κατάργηση στην πράξη του διαχωρισμού ανάμεσα σε διοικούντες και διοικούμενους, κάτι φυσικά που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί λόγω της αιματηρής καταστολής της εξέγερσης.
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΑΣ
Η ζωή της Κομμούνας ήταν σύντομη. Ήδη από τον Απρίλιο οι στρατιωτικές αποτυχίες στις επιχειρήσεις εναντίον της κυβέρνησης των Βερσαλλιών αποδυνάμωσαν τη θέση της. Η άσχημη πορεία του πολέμου τροφοδοτούσε τις αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό του Συμβουλίου όπου μια ισχυρή τάση ζητούσε να αναλάβει η Κομμούνα δικτατορικές εξουσίες, κάτι το οποίο δεν επιθυμούσαν οι φεντεραλιστές. Φαίνεται λοιπόν ότι η Κομμούνα αδυνατούσε να διεξάγει ταυτόχρονα ένα επαναστατικό πόλεμο και μια κοινωνική επανάσταση. Εξάλλου ο συσχετισμός δυνάμεων ήταν σε βάρος της. Από τη μια η Κυβέρνηση των Βερσαλλιών υπερείχε σε όπλα και σε αριθμό στρατιωτών. Από την άλλη το μήνυμα της κοινοτικής αυτονομίας είτε δεν συγκινούσε την επαρχία είτε έφθανε σε αυτήν παραμορφωμένο. Ελάχιστες πόλεις ξεσηκώθηκαν υπέρ της Κομμούνας και η καταστολή ήταν άμεση και επώδυνη. Καταλυτικός ήταν σε αυτό το σημείο ο ρόλος του επαρχιακού τύπου. Οι μεν συντηρητικές εφημερίδες από την αρχή καταδίκασαν την εξεγερμένη πρωτεύουσα. Οι δε προοδευτικές, ενώ στην αρχή είδαν ευνοϊκά την εξέγερση, αργότερα άλλαξαν στάση. Όσο γινόταν αντιληπτό το πραγματικό περιεχόμενο της Κομμούνας, τόσο οι αστοί δημοκράτες, που έλεγχαν τον προοδευτικό τύπο, απομακρύνονταν από αυτήν. Η κοινοτική αυτονομία τρόμαξε όσους θεωρούσαν τη δημοκρατία ως απλώς μια εναλλακτική μορφή κρατικής διακυβέρνησης. Ανέλαβαν λοιπόν το έργο της δυσφήμησης της εξέγερσης, παρουσιάζοντας μέσα από τις στήλες τους του Κομμουνάρους ως εγκληματίες.
Σε αυτό το πλαίσιο η εισβολή των κυβερνητικών στρατευμάτων στο Παρίσι στις 21 Μαΐου κατέληξε στην αιματηρή καταστολή της εξέγερσης κατά τη διάρκεια της «Αιματηρής Εβδομάδας» (21-28 Μαΐου 1871) παρά την ηρωική αντίσταση. Πολλές χιλιάδες σφάχτηκαν, αιχμαλωτίσθηκαν ή καταδικάστηκαν από στρατοδικεία. Η συντηρητική Δημοκρατία του Thiers είχε συντρίψει την κοινοτική αυτονομία της πρωτεύουσας.

Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2008

ΟΙ ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΜΙΑΣ ΑΝΤΙΣΥΜΒΑΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΕΑ ΝΟΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ (3)

Γιατί είναι σημαντικές οι αντιδράσεις μειοψηφικών, αν και ευάριθμων και δυναμικών, ομάδων του πληθυσμού, σαν και αυτές που προανέφερα;
Πρώτον, αυτή είναι μια προσωπική, υποκειμενική εκτίμηση, όπως υποκειμενική, οφείλω να προσθέσω, είναι και κάθε άλλη εκτίμηση σχετική με το υπό συζήτηση θέμα. Εάν κάποιος έλεγε: Εγώ θεωρώ πολύ σημαντική την απεργιακή κινητοποίηση που διοργάνωσαν η ΓΣΕΕ με την ΑΔΕΔΥ στις 21 Οκτωβρίου ή τις προτάσεις του τάδε κόμματος για την ενίσχυση των ασθενέστερων εισοδηματικά στρωμάτων, πάλι υποκειμενική εκτίμηση θα έκανε. Από τον κύκλο του υποκειμενισμού κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει με οριστικό και ασφαλή τρόπο. Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι όλες οι εκφραζόμενες απόψεις τοποθετούνται επί του αυτού επιπέδου αυθαιρεσίας, όπως υποστηρίζει ο μεταμοντέρνος σχετικισμός.
Κάποιες ερμηνείες: α) ακουμπούν με περισσότερη επάρκεια επάνω σε πραγματικά γεγονότα και δεδομένα, β) προβλέπουν κλάσεις ή σειρές γεγονότων ακόμη και μεμονωμένα γεγονότα γ) είναι περισσότερο γόνιμες, δηλαδή προσφέρουν οδηγητικό μίτο μέσα σε μια πληθώρα φαινομένων, βοηθούν στην νοηματοδότηση των δεδομένων και στην ένταξή τους σε ευρύτερες κατανοητές εικόνες, δ) προσφέρουν νέες οπτικές γωνίες διερεύνησης ε) διαθέτουν αυστηρότερη λογική συγκρότηση και νοηματική συνοχή.
Τοιουτοτρόπως όλες οι γνώμες και οι απόψεις παρόλο που δεν δύνανται να ξεφύγουν από τον σχετικό χαρακτήρα, που προσλαμβάνουν υποχρεωτικά λόγω της εκπόρευσής τους από ένα υποκείμενο, που είναι εκ της φύσεώς του προσδιορισμένο από ασυνείδητες ροπές και κλίσεις, ιδέες, αντιλήψεις και αρχές του οικογενειακού περιβάλλοντος στο οποίο έτυχε να γεννηθεί και από τις αξίες και τις ιδεολογίες του κοινωνικού περιβάλλοντος στο οποίο μεγάλωσε, δεν είναι ισόβαθμες και ακουμπούν άλλες λιγότερο και άλλες περισσότερο ή και καθόλου σε κάτι που τις υπερβαίνει. Τώρα βέβαια αυτή η στήριξη στα αντικειμενικά δεδομένα και στον περιβάλλοντα κόσμο, δεν είναι εξασφαλισμένη μια για πάντα, και η διάψευση καιροφυλακτεί ακόμη και τις πλέον συγκροτημένες, σοβαρές και φαινομενικά ισχυρές θεωρητικές κατασκευές.
Μετά από τις παραπάνω αναγκαίες διευκρινίσεις, επανέρχομαι στο αρχικό μου ερώτημα. Γιατί, λοιπόν θεωρώ σημαντικότερες αυτές τις συγκεκριμένου τύπου αντιδράσεις που λαμβάνουν χώρα σε παγκόσμιο επίπεδο και όχι κάποιες άλλες;
Ο βασικός λόγος είναι ότι αυτό που διαδραματίζεται στα έγκατα της κοινωνίας σήμερα, αποδεικνύεται πολύ σημαντικότερο για το αύριο από όλες τις κινήσεις των μεγαλόσχημων και των θεσμικών παικτών-πολιτικά κόμματα, συνδικαλιστικές οργανώσεις, κυβερνήσεις, κλπ- που κινούνται στο επίπεδο της επίσημης χάραξης πολιτικής και καθοδήγησης των κοινωνιών. Εκεί στα σπλάχνα της κοινωνίας κυοφορούνται οι αλλαγές που στο μέλλον θα έρθουν στο φως σαν ορμητικά ποτάμια που παρασέρνουν στο διάβα τους τα πάντα. Βέβαια τα πράγματα δεν είναι ποτέ τόσο απλά και σχηματικά, αλλά προς χάριν της σαφέστερης παρουσίασης της άποψής μου, τους δίνω ένα τέτοιο χαρακτήρα.
Ας προσπαθήσει παραδείγματος χάριν να μελετήσει κανείς το πώς συνέβη μια από τις μεγαλύτερες αλλαγές στην ιστορία των δυτικών κοινωνιών και αναφέρομαι στο θέμα της απελευθέρωσης των γυναικών, της ισότητας των δύο φύλων κλπ. Για αιώνες η γυναίκα ήταν καταπιεσμένη και υποχείριον του άνδρα. Υπήρχαν μάλιστα εποχές που η θέση της δεν διέφερε από αυτήν ενός αντικειμένου, που το διαχειριζόταν όπως ήθελε ο πατέρας, ο σύζυγος, ο αδερφός. Αυτή η κατάσταση άλλαξε σταδιακά, εξαιτίας ενός αδυσώπητου πολέμου, που διεξαγόταν στα κρυφά μέσα στις οικογένειες, στα συζυγικά κρεβάτια, στις συναναστροφές ερωτικές και κοινωνικές, ενός πολέμου που μέχρι να βγει στην επιφάνεια και να εμφανιστούν γυναικεία κινήματα που διεκδίκησαν επίσημα την ισότητα του φύλου τους, διήρκεσε πολλούς αιώνες. Οι τροποποιήσεις και οι αλλαγές των στάσεων και των αντιλήψεων σε σχέση με τη θέση της γυναίκας, γίνονταν ανεπαίσθητα, μουγκά, αθόρυβα. Αλλά και όταν στα τέλη του 19ου και στις πρώτο μισό του 20ου αιώνα, ο πόλεμος αυτός έγινε πιο ορατός και έλαβε περισσότερο δημόσιες μορφές παρέμβασης, οι θεσμοί, οι ηγέτιδες δυνάμεις των κοινωνιών, και τα κόμματα, ακόμη και τα προοδευτικά, αντιμετώπιζαν τον αγώνα των γυναικών για ισότητα με μισό μάτι ή ως ήσσονος σημασίας σε σχέση με τα κατ’ αυτούς πρωτεύοντα ζητήματα. Kαι όμως η τεράστια ανατροπή στις σχέσεις των δύο φύλων που μετασχημάτισε ριζικά τις νοοτροπίες αντρών και γυναικών και δημιούργησε ένα ριζικά νέο τοπίο στις κοινωνίες μας, αποτυπώθηκε στους νομικούς κώδικες, και έγινε κοινός τόπος στους λόγους των πολιτικών, των ειδικών της διαφήμισης και του marketing, τα τελευταία μόλις χρόνια.
Άλλο παράδειγμα είναι αυτό που αφορά την εξέγερση των νέων με την διεκδίκηση δικαιωμάτων από πλευράς τους. Το ότι το παιδί και ο έφηβος είναι μια αυτόνομη προσωπικότητα με τις δικές του ανάγκες και επιθυμίες, αποτελεί μια καινούργια ιδέα που αναδύθηκε στον 20ο αιώνα και δεν έχει καμία σχέση με τον τρόπο που αντιμετώπιζαν τους ανήλικους κατά τους προηγούμενους αιώνες. Η επανάσταση των νέων αντιμετώπισε την εχθρότητα και τον χλευασμό των μεγαλύτερων και δόθηκε σε όλα τα μέτωπα του κοινωνικού στίβου, μέχρι να φτάσουν οι κοινωνίες μας στο αντίθετο άκρο της λατρείας προς την νεότητα από εκεί που την αντιμετώπιζαν με χλευασμό και αδιαφορία. Tα ίδια λίγο πολύ συνέβησαν με την ανάδειξη του οικολογικού προβλήματος. Λίγοι μιλούσαν στην αρχή γι΄αυτό και η σχετική συζήτηση γινόταν μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Μέχρι αυτό να συμπεριληφθεί στην ατζέντα των πολιτικών κομμάτων, των δημοσιογράφων και να γίνει η οικολογία έδρα σε πανεπιστήμια, ελάχιστοι ασχολούνταν με αυτήν και θεωρούνταν από τους πολλούς σαν γραφικοί.
Δεν θέλω να επεκτείνω και άλλο τον κατάλογο των παραδειγμάτων, που πιστεύω ότι ενισχύουν την άποψή μου. Μέσα όμως στην κοινωνία υπάρχουν και άλλα φαινόμενα, όπως η ιδιώτευση, η απάθεια, ο κυνισμός, η ατομική κερδοσκοπία, η emo νεολαία, οι έφηβοι που ξημεροβραδιάζονται στα inernet καφέ κλπ, κλπ, και όλα αυτά εκδηλώνουν τάσεις που ωθούν την κοινωνία προς αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που εγώ προκρίνω ως θετική. Άλλα αυτό συνέβαινε πάντα. Ο ερμηνευτής των κοινωνικών φαινομένων προχωρούσε πάντα σε μια επιλογή, σε έναν φωτισμό κάποιων γεγονότων και τάσεων και στον υποβιβασμό κάποιων άλλων στα πλαίσια και επί τη βάσει κάποιων βασικών αρχών και αξιωμάτων στα οποία προσχωρούσε. Εκείνο που διαφοροποιεί αυτή την στάση είναι η εντιμότητα της παραδοχής από μέρους του αυτής της υποκειμενικής προϋπόθεσης και όχι η συσκότισή της πίσω από δήθεν αμεροληψίες και μπαγιάτικους αντικειμενισμούς.
Το επόμενο σημαντικό ερώτημα είναι: Τι αποκαλύπτουν τα κινήματα που προανέφερα; τι φέρνουν στο φως οι άνθρωποι που συμμετέχουν σε αυτά;
Εκείνο που λένε με την συμμετοχή τους σε αυτά οι άνθρωποι, είναι ότι μπορούν και θέλουν να αναλάβουν τις τύχες τους στα χέρια τους. Δεν αρκούνται στο να γκρινιάζουν για την ακρίβεια, την φτώχεια, την υποβάθμιση της ποιότητας της ζωής τους. Αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση. Οι κοινοτικοί κήποι, οι συνεταιρισμοί τροφίμων, τα δίκτυα ανταλλαγής τοπικά παραγόμενων αγαθών και υπηρεσιών χωρίς την μεσολάβηση του παραδοσιακού χρήματος, δηλώνουν σαφώς την επιθυμία κάποιων ομάδων πολιτών να απομακρυνθούν από την οικονομία της αγοράς, τον νόμο του κέρδους και την αντίληψη ότι ο καθένας είναι μόνος του. Προτείνουν συλλογικές λύσεις, έστω σε τοπικό επίπεδο, που διαπνέονται από άλλες αρχές, όπως η αλληλεγγύη, η αλληλοβοήθεια, η επάρκεια και η αυτονομία της κοινότητας στην οποία ζουν και εργάζονται. Δύσκολα δεν θα παραδεχόταν κάποιος πως όλα αυτά συμβαίνουν με προβληματικό και μερικό τρόπο και χωρίς την απαραίτητη πολλές φορές συνειδητοποίηση της ίδιας της φύσης και των συνεπειών των δραστηριοτήτων τους από αυτούς τους ίδιους που τις αναλαμβάνουν. Αλλά μόνο θυμηδία θα μπορούσε να προκαλέσει η στάση του πολιτικοποιημένου υπερεπαναστάτη που παρακολουθεί με ανασηκωμένο φρύδι αυτές τις κινήσεις για να αποφανθεί στο τέλος αλαζονικά ότι το ΄΄σύστημα δεν ανατρέπεται με πορδές΄΄. Και πως ανατρέπεται το σύστημα κύριε; Με το να κρατάς αντικαπιτιλιστικά πανώ στις πορείες και να πετάς πέτρες στους μπάτσους; Μήπως με το να ψηφίζει το πόπολο περισσότερους κομμουνιστές βουλευτές στις εκλογές και να ζητάει σε συντεταγμένες απεργιακές κινητοποιήσεις αυξήσεις στους βασικούς μισθούς; Και τελικά, κατ’ αυτόν, οι άνθρωποι βρίσκονται σε ΄΄καλό δρόμο΄΄ για την ανατροπή του συστήματος, μόνο όταν πληθαίνουν οι αναγνώστες της εφημερίδας που εκδίδει η κεντρική επιτροπή του κόμματός του και όταν βλέπει να αυξάνεται το ακροατήριο των ξύλινων λόγων του.
Αλλά, ευτυχώς για αυτούς, οι άνθρωποι δεν μπορούν να περιμένουν τις μεγάλες πολιτικές απεργίες, ούτε την διαφώτιση της επαναστατικής πρωτοπορίας, ούτε τις φανταστικές εφόδους στα νέα χειμερινά ανάκτορα, και θέλουν να κάνουν κάτι εδώ και τώρα για να βελτιώσουν την ζωή τους και για να αντιμετωπίσουν την κρίση που τους έχει χτυπήσει την πόρτα.
Εκείνο που θα έπρεπε να μας απασχολεί και σε αυτό να εστιάσουμε το ενδιαφέρον μας είναι: πως αυτές οι κινήσεις και αυτές οι αναδυόμενες με όλο και μεγαλύτερη συχνότητα στάσεις ζωής και νοοτροπίες θα μπορούσαν να γενικευτούν, να ενταχθούν σε ένα συνεκτικό όραμα και πρόγραμμα ριζικής αλλαγής και να αποκτήσουν ξεκάθαρο προσανατολισμό. Αλλά για όλα αυτά θα μιλήσουμε στο επόμενο άρθρο