Τετάρτη, 24 Νοεμβρίου 2010

Τα ελληνικά ελλείμματα: Απόρροια υψηλών δαπανών ή χαμηλών εισπράξεων φόρων?

Τα παπαγαλάκια των ΜΜΕ άρχισαν να ξεσπαθώνουν αμέσως μετά την πρώτη Κυριακή των εκλογών. Βρήκαν τη λύση για τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας. Το φάρμακο «δια πάσαν νόσο και πάσαν μαλακία» δεν είναι άλλο από τις απολύσεις στο δημόσιο. Την λύση αυτή την αναμασάνε «νέοι πολιτικοί» όπως η Μπακογιάννη και ο Μάνος οι οποίοι για δεκαετίες δεν το είχαν αντιληφθεί και το αντιλήφθηκαν στη ΔΗΣΥ* της πολιτικής τους καριέρας, καθώς και κρατικοδίαιτοι δημοσιογράφοι που εργάζονται για κρατικοδίαιτα κανάλια (που λειτουργούν χωρίς άδεια) και κρατικοδίαιτες εφημερίδες. Επειδή βαριέμαι να γράψω πολλά για το σαθρό αυτό επιχείρημα απλά παραθέτω 2 στοιχεία για να δείξω τελικά τι φταίει για το έλλειμμα: οι υψηλές δαπάνες ή χαμηλή είσπραξη φόρων?

Η πηγή μου είναι η βάση δεδομένων του ΟΟΣΑ (http://stats.oecd.org/index.aspx) και η επεξεργασία δική μου. Από τους τέσσερις πίνακες φαίνεται ξεκάθαρα ότι τόσο για την περίοδο 1990-2009 όσο και για την περίοδο 2000-2009 οι δημόσιες δαπάνες στην ελληνική οικονομία κυμαίνονται στο μέσο όρο των αναπτυγμένων χωρών. Ενδεικτικά αναφέρω ότι ο μέσος όρος των δημοσίων δαπανών για την περίοδο 1990-2009 χώρων όπως η Αυστρία, το Βέλγιο, Φινλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Ουγγαρία, Ολλανδία, Σουηδία είναι υψηλότερος από τον αντίστοιχο στην Ελλάδα. Ενώ χώρες όπως ο Καναδάς, η Τσεχία βρίσκονται στα ίδια επίπεδα με τα ελληνικά. Αν λάβει, ακόμη, κανείς υπόψη ιδιαιτερότητες της Ελλάδας όπως η γεωγραφική κατανομή και οι υψηλές δαπάνες για εξοπλισμούς (μέσα στις 5-10 πρώτες στον κόσμο) συνολικές δημόσιες δαπάνες κάθε άλλο παρά υπερβολικές μπορεί να χαρακτηρισθούν. Αντίθετα στα φορολογικά έσοδα η Ελλάδα είναι ξεκάθαρα ο ουραγός. Εκεί πιάνει πάτο. Μόνο η Τσεχία μας ανταγωνίζεται, αλλά για διαφορετικούς λόγους. Στην Τσεχία τα χαμηλά φορολογικά έσοδα είναι μία συνειδητή πολιτική επιλογή και το «πετυχαίνει» με τους χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές. Στην Ελλάδα όμως με τους υψηλούς φορολογικούς συντελεστές το αποτέλεσμα αυτό υποδηλώνει την αδυναμία είσπραξης φόρων λόγω των γνωστών αλλά άλυτων προβλημάτων (φοροδιαφυγή, φοροκλοπή, παραοικονομία, μαύρο χρήμα, παραγραφές κλπ). Η εικόνα γίνεται ακόμα πιο μαύρη αν αναλογιστεί κανείς ότι το μεγάλο μέρος των φορολογικών εσόδων στην Ελλάδα προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από έμμεσους φόρους ενώ το συντριπτικό μέρος των άμεσων φόρων το επωμίζονται μισθωτοί και συνταξιούχοι. Τα συμπεράσματα δικά σας...

*Δεν πρόκειται για ορθογραφικό λάθος, αλλά για το αρκτικόλεξο του νέου ελπιδοφόρου κινήματος-κόμματος της αδιάφθορης Ντόρας και των άφθαρτων πολιτικών ανδρών Μαρκογιαννάκη, Βουλγαράκη κλπ.)

Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

1981-2020: Παραδίδοντας την Ελλάδα στους δανειστές της

Παρασκευή, 22 Οκτώβριος 2010 23:09
greece-debt222Την περασμένη εβδομάδα η Κεντρική Τράπεζα της Νέας Ζηλανδίας κατέθεσε πρόταση για την αλλαγή της εθνικής νομοθεσίας ώστε να επιτραπεί στις τράπεζες της Αυστραλίας να εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα. Τα καλυμμένα ομόλογα είναι εργαλεία χρέους που υποχρεώνουν το δανειολήπτη να εξασφαλίζει το δανειστή με ενέχυρο σε ένα τμήμα των περιουσιακών του στοιχείων το οποίο επιλέγεται σε συνεργασία με το δανειστή και περιλαμβάνει τα καλύτερα περιουσιακά στοιχεία του δανειολήπτη (ονομάζεται: ‘pool’ - ‘πισίνα’).

Το τμήμα αυτό επιβάλλεται να έχει μεγαλύτερη αξία από το ύψος του δανείου ώστε να παρέχει τη μέγιστη δυνατή εξασφάλιση στο δανειστή και ξεχωρίζεται από τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία του δανειολήπτη έτσι ώστε σε περίπτωση αδυναμίας αποπληρωμής του δανείου ο δανειστής να έχει πρόσβαση σε αυτό πριν από οποιονδήποτε άλλο δικαιούχο ενώ επιπλέον έχει πρόσβαση και στα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία του δανειολήπτη. Τέλος, ο δανειστής έχει το δικαίωμα συνεχούς εποπτείας και διενέργειας ελέγχων επί του ενεχυριασμένου τμήματος της περιουσίας του δανειολήπτη και μπορεί να προσθέσει ή να αφαιρέσει περιουσιακά στοιχεία σε αυτό ανά πάσα στιγμή αν κριθεί ότι δεν εξασφαλίζεται δεόντως από την αρχική επιλογή ενεχυριασμένων περιουσιακών στοιχείων.

Μέχρι σήμερα οι τράπεζες της Αυστραλίας απαγορεύεται να εκδώσουν καλυμμένα ομόλογα, καθώς η έκδοση τους συγκρούεται με το ισχύον τραπεζικό δίκαιο της χώρας το οποίο ορίζει ότι τα συμφέροντα των καταθετών μίας τράπεζας πρέπει να προηγούνται αυτών των δανειστών της. Στην περίπτωση έκδοσης καλυμμένων ομολόγων τα συμφέροντα των δανειστών προηγούνται αυτών όλων των υπολοίπων, συμπεριλαμβανομένων και των καταθετών των τραπεζών και έτσι σε περίπτωση οποιασδήποτε αδυναμίας πληρωμής οι δανειστές μπορούν να κατασχέσουν ακόμη και τις καταθέσεις στην τράπεζα.

Η συζήτηση για την θέσπιση ή όχι μίας νομοθεσίας που θα επιτρέπει στις τράπεζες της Αυστραλίας να εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα αποτελεί ένα εξαιρετικά σημαντικό θέμα, με πολιτικούς και τραπεζίτες να εκφράζουν δημόσια τα επιχειρήματα τους και η χρονική στιγμή που επιλέγεται να συμβεί αυτό έχει να κάνει περισσότερο με την παγκόσμια διόγκωση του κρατικού χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ και με την προοπτική μίας αργής εξόδου της διεθνούς οικονομίας από τη μεγαλύτερη κρίση της των τελευταίων 80 ετών παρά με το πρόβλημα χρέους της ίδιας της Αυστραλίας, καθώς το χρέος της χώρας είναι από τα μικρότερα στον κόσμο. Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που το έξυπνο χρήμα δε βιάστηκε ούτε πίεσε την Αυστραλία να ψηφίσει νωρίς νόμους με στόχο τη διασφάλιση των συμφερόντων των δανειστών, αφού η χώρα θεωρείται εξαιρετικά μικρού ρίσκου με μηδενικές πιθανότητες πτώχευσης.

Δε συνέβη το ίδιο και στην Ελλάδα, όμως, όπου η προετοιμασία για την προστασία των δανειστών από το ενδεχόμενο πτώχευσης ξεκίνησε στις αρχές τις περασμένης δεκαετίας και κατέληξε στην ψήφιση της νομοθεσίας που επέτρεψε την έκδοση καλυμμένων ομολόγων το 2003, σε φαινομενικά ανύποπτο χρόνο, άνευ πολιτικών αντιδράσεων και κάτω από τη ‘μύτη’ των Ελλήνων πολιτών.

Το ίδιο είχε συμβεί και το 1920, όταν η Ελλάδα ψήφισε σχετική νομοθεσία που ρύθμιζε τη διαδικασία έκδοσης ομολογιών, η οποία περιλάμβανε όρους που θα προστάτευαν τους δανειστές από μία ενδεχόμενη αδυναμία αποπληρωμής τους, κάτι το οποίο και τελικά συνέβη μέσα στα επόμενα χρόνια. Από το 1922 και μετά η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με δραματικά δημοσιονομικά προβλήματα και οι δανειστές της πίεσαν και πέτυχαν τη ‘διχοτόμηση’ της δραχμής, με τη μισή αξία της να παραμένει στον κάτοχο της και την υπόλοιπη μισή να αποδίδεται στο κράτος με αντάλλαγμα δάνεια 20αετίας με 6,5% επιτόκιο, τα οποία, φυσικά, ποτέ δεν πληρώθηκαν. Ακολούθησε η Μεγάλη Ύφεση μετά το κραχ του 1929 στις ΗΠΑ και τέλος ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος που έδωσε τη χαριστική βολή στην ελληνική οικονομία.

Πολλά χρόνια αργότερα, το 1981, ξεκινούσε ένας από τους μεγαλύτερους διεθνείς κύκλους οικονομικής ανάπτυξης, ο οποίος έμελλε να κρατήσει μέχρι το 2000 και κατά τη διάρκεια του ο κόσμος άλλαξε θεαματικά. Αντί, ωστόσο, η Ελλάδα να εκμεταλλευτεί τις ευνοϊκές συνθήκες της δεκαετίας του ΄80, της πρώτης εκ των δύο δεκαετιών παγκόσμιας ανάπτυξης, ώστε να αναπτυχθεί χωρίς να αυξήσει το χρέος της και χωρίς να επιβαρύνει τα δημοσιονομικά της μεγέθη, επέλεξε να ακολουθήσει μία πολιτική παροχών βασισμένων στην υπερβολική επέκταση του κρατικού δανεισμού, με αποτέλεσμα το δημόσιο χρέος να εκτιναχθεί πάνω από το 100% μέχρι τις αρχές της επόμενης δεκαετίας, από το 34,5% το 1981, με παράλληλη απογείωση του πληθωρισμού ο οποίος κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 80΄κυμαίνονταν στο 19% (φτάνοντας μέχρι και στο 25% το 1985), ποσοστό τριπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Η Ελλάδα είχε μία και μοναδική ευκαιρία να μειώσει το χρέος που είχε συσσωρευτεί κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 80΄ και αυτή της δόθηκε στη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας, η οποία χαρακτηρίστηκε, επίσης, από θεαματική διεθνή ανάπτυξη και εξαιρετικά ευνοϊκό διεθνές επιχειρηματικό περιβάλλον. Έχοντας φτάσει, όμως, το 1991 να ξοδεύει το 12% του ΑΕΠ της για την αποπληρωμή των τόκων των δανείων της και με τους πολιτικούς ιθύνοντες να έχουν εθιστεί στην εύκολη λύση του δανεισμού, ένα τέτοιο εγχείρημα αναμενόταν εξαιρετικά δύσκολο κάτι το οποίο οι δανειστές της Ελλάδας το γνώριζαν καλύτερα από τον καθένα.

Έτσι, όταν έφτασε η ώρα της υπογραφής της συνθήκης του Μάαστριχ οι μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης έπρεπε να αποφασίσουν αν θα επέτρεπαν στην Ελλάδα να την υπογράψει, παρά το γεγονός ότι δεν πληρούσε σε καμία περίπτωση τα κριτήρια που αυτή έθετε ή αν θα την πίεζε να βελτιώσει τα οικονομικά της προκειμένου να μη βρεθεί οικονομικά απομονωμένη. Επελέγη το δεύτερο γιατί αυτό εξυπηρετούσε τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις και η Ελλάδα υπέγραψε τη συνθήκη του Μάαστριχ αν και η οικονομία ταλανίζονταν από πληθωρισμό της τάξης του 19,8% όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν στο 4,07% και αν και το δημοσιονομικό έλλειμμα της ήταν της τάξης του 11,5% όταν ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν στο 3,64%.

Η αποτυχία πραγματικής σύγκλισης με τις ευρωπαϊκές οικονομίες διαιώνισε την πολιτική εξάρτησης από δανεικά κεφάλαια και οδήγησε στην υιοθέτηση μεθόδων δημιουργικής λογιστικής προκειμένου να αποκρυφτεί η πραγματικό οικονομική εικόνα της χώρας και να μεταφερθεί η λύση των προβλημάτων της αργότερα. Σύμφωνα με μία σειρά παλαιών και νεότερων εκθέσεων του ΔΝΤ και της ΕΕ από το 1996 και μετά τα επίσημα στατιστικά στοιχεία για την ελληνική οικονομία τελούν υπό αμφισβήτηση ενώ σύμφωνα με τις τελευταίες ανακοινώσεις περί των ‘ελληνικών στατιστικών’ αυτά θεωρούνται παραποιημένα τουλάχιστον από τα τέλη του 90΄και μετά.

Φτάνοντας στο τέλος της δεκαετίας του 90΄και έχοντας χάσει την ευκαιρία να εκμεταλλευτεί τον 20αετή κύκλο διεθνούς ανάπτυξης η Ελλάδα είχε μόνον έναν τρόπο, πλέον, να εξασφαλίσει την παραμονή της στο κλαμπ των αναπτυγμένων κρατών, συνεχίζοντας την πολιτική υπερβολικού δανεισμού και δημιουργικής λογιστικής με τη συναίνεση και τη συνενοχή ΗΠΑ και Ευρώπης. Έτσι, εντάχθηκε στην ΕΕ παρά το γεγονός ότι το χρέος της ήταν μεγαλύτερο του 100% του ΑΕΠ και το πραγματικό της δημοσιονομικό έλλειμμα άγνωστο.

Όλα αυτά λάμβαναν χώρα κάτω από το άγρυπνο βλέμμα των δανειστών της Ελλάδας, οι οποίοι συνέχιζαν να καλύπτουν τις δανειακές της ανάγκες ξεκινώντας, ωστόσο, τις διαδικασίες που θα εξασφάλιζαν τα συμφέροντα τους σε περίπτωση μίας μελλοντικής αδυναμίας αποπληρωμής των δανείων της.

Έτσι, από τις αρχές του 2000 οι δανειστές πίεσαν για την θέσπιση νέων νομοθεσιών που θα επέτρεπαν στις ελληνικές τράπεζες την έκδοση καλυμμένων ομολόγων και το 2003 πέτυχαν την ψήφιση του σχετικού νόμου ανοίγοντας την πόρτα για την αρχή της περιόδου επιβάρυνσης του ελληνικού χρέους με βαριά ενέχυρα.

Ακολούθησε η περίοδος ανάπτυξης από το 2003 μέχρι το 2007 η οποία, όμως, στηρίχτηκε στην επέκταση του ιδιωτικού δανεισμού και στη δημιουργία μίας φούσκας στην αγορά ακινήτων και το 2007 ήταν πια ξεκάθαρο για τους δανειστές ότι η αρχή του τέλους για την Ελλάδα είχε φτάσει. Τότε μεθόδευσαν τη θέσπιση νέων, συμπληρωματικών νόμων για την αγορά καλυμμένων ομολόγων δυστυχώς, όπως και το 2003, δεν υπήρξε καμία ιδιαίτερη πολιτική αντίδραση ή ενημέρωση των Ελλήνων πολιτών σχετικά με τη σοβαρότητα του θέματος. Οι νέοι νόμοι ψηφίστηκαν και έχει ενδιαφέρον μία γρήγορη ματιά σε αυτούς από το φύλλο της 1ης Αυγούστου του 2007 της εφημερίδας της Κυβέρνησης, όπου διαβάζουμε τα εξής:

  • Τα πιστωτικά ιδρύματα δύνανται να εκδίδουν καλυμμένες ομολογίες, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και συμπληρωματικά του ν. 3156/2003.
  • Το κάλυμμα των καλυμμένων ομολογιών δύναται να συνίσταται σε απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις κάθε φύσεως και συμπληρωματικά σε απαιτήσεις από παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα …, σε καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα και σε κινητές αξίες, όπως ορίζεται ειδικότερα με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος.
  • Επί του καλύμματος συνιστάται νόμιμο ενέχυρο υπέρ των ομολογιούχων … οι οποίοι αναφέρονται ως εξασφαλιζόμενοι δανειστές στο πρόγραμμα των ομολογιών.
  • Σε περίπτωση που ορισμένα από τα περιουσιακά στοιχεία που συνιστούν το κάλυμμα των ομολογιών διέπονται από ξένο δίκαιο, θα συστήνεται εμπράγματη εξασφάλιση επ’ αυτών υπέρ των ομολογιούχων και των λοιπών εξασφαλιζόμενων δανειστών
  • Οι απαιτήσεις που συγκαταλέγονται στο κάλυμμα των ομολογιών αναφέρονται ονομαστικά σε έγγραφο που υπογράφεται από τον εκδότη και τον θεματοφύλακα και καταχωρείται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη σημεία του. Με τον ίδιο τρόπο δύνανται να αντικαθίστανται απαιτήσεις που συνιστούν μέρος του καλύμματος με άλλες ή να προστίθενται απαιτήσεις στο κάλυμμα.
  • Με καλυμμένες ομολογίες δύνανται να εξομοιούνται οι ομολογίες που εκδίδονται από νομικό πρόσωπο ειδικού σκοπού, που εδρεύει είτε στην Ελλάδα είτε σε κράτος − μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, και που αποκτά απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις κάθε φύσεως από πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει στην Ελλάδα

Παρά τους παραπάνω νόμους χρειάστηκε μία ακόμη τροποποίηση στην ελληνική νομοθεσία το 2008, προκειμένου η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας να ξεπεράσει και το τελευταίο εμπόδιο για την έκδοση καλυμμένων ομολόγων και μετά και από αυτήν την τροποποίηση ο δρόμος άνοιξε διάπλατα και τον περπάτησαν τόσο η Εθνική, όσο και η Alpha, η Marfin και η Eurobank, με την έκδοση καλυμμένων ομολόγων να γίνεται, πλέον, η νέα εθνική μόδα. Έτσι, για παράδειγμα, μέσα στο καλοκαίρι του 2010 η Εθνική ανακοίνωσε πρόγραμμα έκδοσης καλυμμένων ομολόγων αξίας 15 δις ευρώ, συμπληρωματικού προηγούμενου πρόσφατου προγράμματος της ύψους 3 δις ευρώ.

Σταδιακά και σταθερά, μερικές από τις σημαντικότερες ελληνικές τράπεζες προβαίνουν σε όλο και μεγαλύτερες εκδόσεις καλυμμένων ομολόγων, τα οποία λαμβάνουν πολύ χαμηλές βαθμολογίες από τους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης και η νέα αυτή τάση δημιουργεί μία δεξαμενή χρέους το οποίο έχει ως ενέχυρο, κυρίως, στεγαστικά δάνεια. Μελετώντας ενδεικτικά μία έκδοση καλυμμένων ομολόγων ελληνικής τράπεζας αξίας 5 δις ευρώ, βρίσκουμε στην ‘πισίνα’ του στεγαστικά δάνεια στην Αττική, τη Θεσσαλονίκη, την Πελοπόννησο, τη Θεσσαλία, τη Στερεά Ελλάδα, τα νησιά του Αιγαίου, την Κρήτη, τα νησιά του Ιονίου, τη Θράκη και την Ήπειρο. Με το περιεχόμενο της ‘πισίνας’ να αποτελεί το κάλυμμα του ομολόγου, δηλαδή αυτό πάνω στο οποίο ο δανειστής έχει ‘ενέχυρο’ σε περίπτωση αδυναμίας πληρωμής του δανειολήπτη, το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι αν πράγματι σε περίπτωση αδυναμίας αποπληρωμής του δανείου η κυριότητα των στεγαστικών αυτών δανείων περάσει στα χέρια των δανειστών της τράπεζας. Αν η απάντηση είναι θετική, όπως ορίζεται από τη σχετική νομοθεσία, τότε μέσω των προγραμμάτων καλυμμένων ομολόγων των ελληνικών τραπεζών έχει δημιουργηθεί ένα μηχανισμός υποθήκευσης ελληνικής περιουσίας (και μάλιστα χωρίς όριο ως προς το ποσό της ‘κάλυψης’ των δανειστών που μπορεί να επιτευχθεί μέσω αυτού), κάτι που δε φαίνεται ιδιαίτερα σοφό αν λάβουμε υπόψη την χρηματοπιστωτική και οικονομική κατάσταση της χώρας, για την οποία μέχρι και σήμερα οι τιμές των ασφαλίστρων των ελληνικών ομολόγων τη δείχνουν ως δεύτερη πιθανότερη προς πτώχευση στον κόσμο.

Επιπλέον ο μηχανισμός αυτός ρυθμίζεται από μία νομοθεσία που εξασφαλίζει τους δανειστές των τραπεζών έναντι των Ελλήνων καταθετών τους στην περίπτωση οποιασδήποτε περίπτωσης αδυναμίας ή καθυστέρησης αποπληρωμής τους και έτσι το δεύτερο ερώτημα είναι πώς προστατεύονται οι καταθέτες των τραπεζών, δηλαδή οι Έλληνες πολίτες, σε περίπτωση που λάβει χώρα ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Η νομοθεσία περί έκδοσης καλυμμένων ομολόγων αποτέλεσε το πρώτο βήμα στη διαδικασία οριστικής εξασφάλισης των δανειστών από το ενδεχόμενο αδυναμίας πληρωμής τους από την ελληνική πλευρά (εν προκειμένω τις ελληνικές τράπεζες), δημιουργώντας ένα μηχανισμό υποθήκευσης ελληνικής ιδιωτικής περιουσίας και εξασφαλίζοντας νομικά το δικαίωμα των δανειστών να έχουν πλήρη εποπτεία της εικόνας των δανειοληπτριών τραπεζών και έλεγχο στην ‘πισίνα’ των περιουσιακών στοιχείων που τους κάλυπταν.

Το δεύτερο και σημαντικότερο βήμα για τους δανειστές της Ελλάδας ήταν η εξασφάλιση τους από το ενδεχόμενο αδυναμίας πληρωμής τους από το ελληνικό κράτος, μέσω της ψήφισης μίας αντίστοιχης με αυτής των καλυμμένων ομολόγων νομοθεσίας.

Πρώτο εμπόδιο στο στόχο των δανειστών ήταν η παντελής έλλειψη οποιουδήποτε νομικού ερείσματος για την ψήφιση μίας νομοθεσίας από την ελληνική πλευρά που να τους κάλυπτε σε περίπτωση ελληνικής πτώχευσης, παρέχοντας τους εμπράγματες ασφάλειες έναντι της ελληνικής δημόσιας περιουσίας για τα δάνεια τους αλλά και τον πλήρη έλεγχο της ελληνικής οικονομίας ώστε να εξασφαλιστεί ότι θα παρθούν όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε τα δάνεια, τελικά, να αποπληρωθούν. Είναι ευκόλως αντιληπτό πως αν ετίθετο τέτοιο θέμα κάτω από φυσιολογικές συνθήκες θα προκαλούσε άνευ προηγουμένου αντιδράσεις τόσο πολιτικές όσο και λαϊκές.

Το δεύτερο εμπόδιο στο στόχο δανειστών προέκυπτε από τρία ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που είχε το δημόσιο χρέος της Ελλάδας:

α) Ήταν ιδιαίτερα συγκεντρωμένο (80-90%) σε ευρωπαϊκές τράπεζες, κυρίως γαλλικές, γερμανικές, ελβετικές και βρετανικές και έτσι απειλούσε με κρίση το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα και συνάμα τα συνταξιοδοτικά και ασφαλιστικά ταμεία των παραπάνω κρατών σε περίπτωση ελληνικής αδυναμίας αποπληρωμής του.

β) Το 90% του ελληνικού χρέους διεπόταν από το ελληνικό δίκαιο με τρόπο τέτοιο που έδινε στην Ελλάδα το δικαίωμα σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή να προβεί σε αλλαγή της νομοθεσίας και να υποχρεώσει τους δανειστές να συμμετέχουν σε μία εθελοντική αναδιάρθρωση του, κάτι πολύ θετικό για την Ελλάδα αλλά όχι για τους δανειστές.

γ) Το 100% του ελληνικού χρέους ήταν απαλλαγμένο από εμπράγματες ασφάλειες και έτσι οι δανειστές ήταν κατά 100% ‘μη εξασφαλισμένοι’ σε περίπτωση αδυναμίας αποπληρωμής του ή πτώχευσης του ελληνικού κράτους.

Η λύση στα παραπάνω προβλήματα ήρθε με την ‘ελληνική κρίση’ η οποία, πέρα από όλα τα δώρα που έφερε σε Ευρώπη και ΗΠΑ (για τα οποία είχαν γίνει πολλές προβλέψεις σε παλαιότερα άρθρα οι οποίες, πια, αποτελούν επιβεβαιωμένα γεγονότα), οδήγησε την Ελλάδα στην υπογραφή της Σύμβασης Δανειακής Διευκόλυνσης με χώρες της ΕΕ και στο Διακανονισμό Χρηματοδότησης Άμεσης Ετοιμότητας του Δ.Ν.Τ., δημιουργώντας την πολυπόθητη νομοθεσία που εξασφάλισε τα εξής:

α) Την απαλλαγή των ευρωπαϊκών τραπεζών από το ‘τοξικό’ ελληνικό χρέος και τη μεταφορά του σε χώρες της ΕΕ, στο ΔΝΤ και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα απ’ όπου θα γίνει η διαχείριση του.

β) Την αλλαγή του δικαίου που διέπει το χρέος από το ελληνικό στο αγγλικό, καταργώντας ένα μοναδικό πλεονέκτημα της Ελλάδας.

γ) Την επιβάρυνση του ελληνικού χρέους με εμπράγματες ασφάλειες επί του ελληνικού δημοσίου ακυρώνοντας το δεύτερο εξαιρετικό πλεονέκτημα της Ελλάδας.

δ) Την εποπτεία και τον έλεγχο της ελληνικής οικονομίας και την υποχρέωση της Ελλάδας να υπακούει στις υποδείξεις των δανειστών της, ώστε να εξασφαλιστεί στο μέγιστο δυνατό βαθμό η αποπληρωμή των δανείων της προς αυτούς.

Συμπερασματικά, η νομοθεσία περί καλυμμένων ομολόγων και οι όροι που έγιναν αποδεκτοί από την Ελλάδα και περιέχονται στο λεγόμενο ‘μνημόνιο’, ολοκλήρωσαν τη νομική πλευρά της εξασφάλισης των δανειστών των ελληνικών τραπεζών και των δανειστών του ελληνικού κράτους από το ενδεχόμενο αδυναμίας πληρωμής τους από τις πρώτες ή το δεύτερο και άνοιξαν το δρόμο για μία ελεγχόμενη πτώχευση την οποία βιώνουμε, ήδη, από τις αρχές του 2010 και θα συνεχίσουμε να βιώνουμε για τα επόμενα χρόνια, με τις προβλέψεις μεγάλων οικονομικών κέντρων του εξωτερικού όπως το CERP (Κέντρο Οικονομικών και Πολιτικών Ερευνών της Ουάσιγκτον) να τοποθετούν την παράταση αυτής της κατάστασης, με τη μία ή την άλλη μορφή, τουλάχιστον μέχρι το 2020.

Στη διάρκεια αυτής της δεκαετίας, η χώρα θα συνεχίσει να προχωρά στο τούνελ μίας οικονομικής άνευ όρων παράδοσης στους δανειστές της, υποθηκεύοντας την ιδιωτική και δημόσια περιουσία της και κάνοντας τα πάντα προκειμένου να εξασφαλίσει τα συμφέροντα τους και ελπίζοντας ότι μετά την οικονομική και την κοινωνική καταστροφή θα έρθει η ώρα της λήψης του αντίδωρου για τα όσα δεινά θα έχει υποφέρει, μόνο για να καταλάβει, τελικά, ότι το τίμημα που πλήρωσε ήταν εξαιρετικά υψηλό.

Πάνος Παναγιώτου
χρηματιστηριακός τεχνικός αναλυτής
διευθυντής GSTA/EKTA

http://www.sofokleous10.gr/portal2/toprotothema/toprotothema/1981-2020--------2010102229384/

Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

Να απολυθούν όλοι οι Δημόσιοι Υπάλληλοι για να σωθεί η χώρα!!!

Στη χώρα παρωδία τα συνθήματα που αναπαράγονται από τα καθεστωτικά ΜΜΕ και τους Έλληνες βιομήχανους γίνονται αξιώματα…Η «λύση» των απολύσεων στο Δημόσιο προάγεται ως η μοναδική λύση για να βγει η Ελλάδα από την κρίση. Είναι όμως λύση ή ένα τέτοιο σενάριο θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια σε ακόμα μεγαλύτερη ύφεση? Από πού να πρωτοαρχίσεις για να καταρρίψεις την «πιπίλα»?

Καταρχάς σε περίοδο ύφεσης οι απολύσεις στο δημόσιο θα μειώσουν περαιτέρω τη ζήτηση γεγονός που θα βαθύνει την ύφεση. Μειώνοντας τα εισοδήματα και δημιουργώντας εργασιακή αβεβαιότητα σε ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού το μόνο που μπορεί να πετύχει κανείς είναι ύφεση και ακόμα μεγαλύτερη ανεργία και απολύσεις στον ιδιωτικό τομέα. Το κραχ του 1929 και η υφεσιακή πολιτική του Χούβερ μάλλον έχει ξεχαστεί. Στην ύφεση ο Τρούμαν απάντησε με αύξηση των δημοσίων δαπανών και όχι μείωση όπως έκανε ο προκάτοχός τους Χούβερ.

Θέτω ένα ερώτημα. Από πού προκύπτει ότι στο δημόσιο υπάρχουν υπεράριθμοι? Έχει καταθέσει ο κ. Πρετεντέρης, η κ. Κοσιώνη και ο κ. Δασκαλόπουλος που κόπτονται, κάποια μελέτη σχετική? Τι αριθμό δημοσίων υπαλλήλων έχουν οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες? Τι ποσοστό ως προς το Α.Ε.Π. έχουν οι δαπάνες μισθοδοσίες των δημοσίων υπαλλήλων σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες? Τελικά το πρόβλημα στην Ελλάδα είναι οι δαπάνες ή ο διαλυμένος φοροεισπρακτικός μηχανισμός, τα φορολογικά δικαστήρια όπου λιμνάζουν υποθέσεις δισεκατομμυρίων ευρώ που σύντομα θα παραγραφούν, η φοροκλοπή, η φοροδιαφυγή, το μάυρο χρήμα, οι φοροαπαλλαγές και η χαμηλή φορολόγηση ορισμένων Α.Ε. (π.χ. των εισηγμένων στο ΧΑΑ σε αντίθεση με μικρούς επιχειρηματίες που τους γδέρνουν κανονικά καταβάλλοντας μέχρι και 45% των κερδών στην εφορία).

Τελικά ποιοι είναι αυτοί οι υπεράριθμοι δημόσιοι υπάλληλοι? Οι νηπιαγωγοί, οι δάσκαλοι, οι καθηγητές, οι νοσηλευτές, οι γιατροί, οι σκουπιδιάρηδες, οι εφοριακοί, οι υπάλληλοι του ΙΚΑ? Ποιοι? Γιατί δεν μας λένε. Γιατί η εντύπωση μου είναι άλλη. Όποτε χρειάστηκε να μπω σε νοσοκομείο ήθελες μισή ώρα για να έρθει μία νοσηλεύτρια? Στα σχολεία…από 25 μαθητές που έπρεπε να έχουν τα τμήματα, και που έχουν στον υπόλοιπο πολιτισμένο κόσμο, τώρα πρόκειται να αυξηθούν σε 35 κ.ο.κ. Βέβαια τους κ.κ. Καψή, Παπαδημητρίου (ΣΚΑΙ), Ξαφά (ΔΡΑΣΗ) και λοιπούς δημοσιοφάγους δεν τους νοιάζει επ’ ουδενί η επιδείνωση των παρεχόμενων υπηρεσιών στο Δημόσιο. Άραγε όταν αρρωσταίνουν περιμένουν σε λίστα στα δημόσια νοσοκομεία, άραγε τα παιδιά τους πηγαίνουν σε δημόσια σχολεία, άραγε στήνονται στις ουρές του ΙΚΑ από τις 4.30 το πρωί? Πολύ αμφιβάλω.

Δεν αμφιβάλλω ότι σε κάποιες θέσεις στο δημόσιο υπάρχουν υπεράριθμοι, αργόσχολοι κλπ. Αλλά τελικά πόσοι είναι αυτοί που αν απολυθούν θα λυθεί το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας? Άραγε για αυτούς δεν υπάρχει άλλη λύση, δεν μπορεί να μετακινηθούν σε άλλη υπηρεσία? Τι κάνει το κράτος τόσα χρόνια για δαύτους? Μα το πελατειακό κράτος (οι κ. Πάγκαλοι κλπ) είναι αυτό που τους εκτρέφει. Τελικά η ευθύνη των πολιτικών ποια είναι για όλα αυτά. Είναι μόνο απλοί παρατηρητές?

Εντάξει το δημόσιο έχει υπεράριθμούς και το ΠΑΣΟΚ συνεχίζει προσλήψεις? Και μάλιστα κάποιες εξ αυτών προκλητικές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η πρόσληψη συνταξιούχου ναυάρχου στην ΕΥΔΑΠ με 5.000 μικτό μισθό μηνιαίως. Ω τι ειρωνεία. Βέβαια ο άνθρωπος θα είχε προσόντα με το σπουδαιότερο την κομματική ταυτότητα.

Άντε και πες γίνονται οι περιβόητες απολύσεις και σώζεται η Ελλάδα πανηγυρικά. Με ποια κριτήρια θα γίνουν? Θα απολύσουν τους μη παραγωγικούς, τους διεφθαρμένους ή οι απολύσεις θα γίνουν με κομματικά κριτήρια με αποτέλεσμα τα όποια παράσιτα να συνεχίζουν να δρουν ανενόχλητα στο δημόσιο.

Κόπτονται για το δημόσιο…Δεν δείχνουν όμως τον ίδιο ζήλο για τη φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας, και όλης της ιερής μπίζνας. Δεν κόπτονται το ίδιο για τις εξοπλιστικές δαπάνες, για δαπάνες πολυτελείας του δημοσίου που διατηρεί εκατοντάδες προξενεία και πρεσβείες οι οποίες με το μόνο που ασχολούνται είναι δεξιώσεις…

Μία σοβαρή κυβέρνηση θα μπορούσε με ένα πραγματικό πάγωμα των προσλήψεων για 3-4 χρόνια και με δεδομένο τις αθρόες συνταξιοδοτήσεις να φέρει τον αριθμό των ΔΥ στον αριθμό που επιθυμεί χωρίς να χρειάζονται μέτρα σοκ όπως είναι οι απολύσεις οι οποίες βαθαίνουν την ύφεση. Αλλά που να βρεθεί σοβαρή κυβέρνηση στο τριτοκοσμικό κρατίδιό μας.

Κλείνοντας αξίζει νομίζω να σημειώσω ατάκες Δασκαλόπουλου και λοιπών «πατριωτών» όπου ισχυρίζεται πως η εργασιακή ανασφάλεια που επικρατεί στον ιδιωτικό τομέα θα πρέπει να επεκταθεί και στο δημόσιο…τι να πεις? Όχι η εργασιακή ασφάλεια, η τήρηση του ωραρίου, η πληρωμή υπερωριών να επεκταθεί στον ιδιωτικό τομέα, αλλά το αντίθετο (θα τρίζουν τα κόκαλα του Pareto βλ. http://en.wikipedia.org/wiki/Pareto_principle). Απλά ο εργασιακός μεσαίωνας να επεκταθεί και να γίνουμε επιτέλους Κίνα, γεγονός που πολύ θα χαροποιούσε τον κ. Δασκαλόπουλο και τους ομόσταυλούς του.