Πέμπτη, 9 Απριλίου 2009

Η ΔΙΑΜΑΧΗ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ-ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ (2)

Απάντηση στο σχόλιο του Πάνου

Καταρχήν θέλω να εκφράσω την χαρά μου που ένα μέλος της ομάδας ΠΔ της Αθήνας διαβάζει το blog μας. Διαβάζω ανελλιπώς το περιοδικό, τα άρθρα του Φωτόπουλου στην Ελευθεροτυπία είκοσι τόσα χρόνια τώρα, καθώς και τις παλιότερες προσπάθειες με τα περιοδικά Κοινωνία και Φύση και Δημοκρατία και Φύση.
Προεισαγωγικά και για να αποφύγω κάθε παρεξήγηση διευκρινίζω ότι θεωρώ την προσπάθεια του Τάκη Φωτόπουλου ως μια από τις σημαντικότερες διεθνώς για την συγκρότηση ενός ριζοσπαστικού κινήματος που στοχεύει στη δημιουργία μιας περιεκτικής δημοκρατίας. Ξεκαθαρίζω επιπλέον ότι δεν είμαι καστοριαδικός, εάν αυτού του είδους οι χαρακτηρισμοί έχουν κάποια σημασία. Απλούστατα στοχαστές όπως ο Καστοριάδης, ο Μπούκτσιν, αλλά και αρκετοί άλλοι αποτέλεσαν για μένα, σπουδαίους πνευματικούς οδοδείκτες που προσανατόλισαν την σκέψη μου, και με βοήθησαν, συνεχίζοντας να το κάνουν, να απεμπλακώ από δογματισμούς και προσκολλήσεις του προσωπικού μου παρελθόντος. Με αυτήν την έννοια προσεγγίζω το έργο τους και όχι από την σκοπιά του φανατικού υπερασπιστή του έργου του ενός ή του άλλου εξ αυτών.
Μετά από αυτά τα εισαγωγικά σχόλια, προχωρώ στον σχολιασμό της σύντομης απάντησης στο άρθρο μου που είχε σαν θέμα του την διαμάχη του εκλιπόντος στοχαστή με τον Φωτόπουλο, προσπαθώντας να είμαι κι εγώ όσο πιο σύντομος μπορώ.
Στο εναρκτήριο σχόλιο διατυπώνεις την άποψη ότι΄΄ ένα ετερόνομο σύστημα δεν μπορεί να έχει αυτό καθεαυτό αυτόνομες συνιστώσες΄΄ και ότι ΄΄ η αυτονομία έρχεται πάντα απ’ έξω από την ετερονομία΄΄. Θα παρακάμψω εδώ όλη την πλούσια βιβλιογραφία πάνω στο θέμα της σχετικής ή μερικής αυτονομίας του εποικοδομήματος σε συνάρτηση με την οικονομική υποδομή του εκάστοτε κοινωνικού σχηματισμού, μιάς και εντός του πλαισίου αυτής της προβληματικής τίθενται ως δεδομένες η ύπαρξη μιάς οικονομικής υποδομής και ενός εποικοδομήματος , ως χωριστών τομέων όπου η πρώτη σε τελευταία ανάλυση προσδιορίζει το δεύτερο, και με την οποία εγώ διαφωνώ.
Θα επικεντρώσω την προσοχή μου στην ίδια την σύλληψη του δεσμού ή καλύτερα της έλλειψης δεσμού που εγκαθιδρύεις μεταξύ ετερονομίας και αυτονομίας. Τις αντιμετωπίζεις ως ξεχωριστές οντότητες μη έχουσες καμία σχέση μεταξύ τους και ως αναπτυσσόμενες ανεξάρτητα η μία από την άλλη. Σε αυτή την προοπτική η αυτονομία έρχεται απ’ έξω-από πού άραγε; Σε ποιο έδαφος βλασταίνει; που αναπτύσσεται; και γιατί να χτυπήσει την πόρτα της ετερονομίας; Ποιος ο λόγος να το κάνει και να μην μείνει εκεί που βρίσκεται αντί να πάει να μολυνθεί από την επαφή της με την ετερονομία; Πότε σε ποια περίοδο της ιστορίας ένα καινούργιο πρόταγμα αναπτύχθηκε έξω από το εκάστοτε ισχύον κοινωνικό σύστημα; Και τι σημαίνει στα πλαίσια του κοινωνικοϊστορικού κόσμου η άποψη της απ’ έξω εισαγωγής μιάς ιδέας, ενός κινήματος, μιάς στάσης ζωής; Ταυτολογικό πλην όμως αληθές: Ό, τι συμβαίνει εντός αυτού του πεδίου, συμβαίνει εντός αυτού του πεδίου, πέραν τούτου ουδέν, ούτε επείσακτο ούτε και παρείσακτο μπορεί να είναι.
Εάν παρά ταύτα εννοείς, στα πλαίσια μιας στρουκτουραλιστικού τύπου προσέγγισης, ότι η διάζευξη αυτονομία/ετερονομία είναι του ιδίου τύπου με εκείνες των αρσενικού/θηλυκού, ζεστού/κρύου, άσπρου/μαύρου, θετικού/αρνητικού , θεωρουμένων όλων ετούτων ως απόλυτων, κάθετων, απαράκαμπτων και πάγιων διαχωριστικών τομών, θα έλεγα ότι αυτή είναι μια καθαρά φορμαλιστική και κενή περιεχομένου λογική που δεν εξηγεί τίποτα και δεν βγάζει πουθενά.
Γιατί τότε πως θα προσεγγίζαμε την αναγέννηση, τον διαφωτισμό, τα χειραφετιστικά κινήματα του 18ου και του 19ου αιώνα, τα κινήματα της δεκαετίας του ΄60, που όλα σημάδεψαν και συνδιαμόρφωσαν το πρόσωπο του νεωτερικού κόσμου; Από πού ήρθαν; Δεν γεννήθηκαν, δεν αναπτύχθηκαν εντός του ορίζοντα της εποχής τους;
Εγώ νομίζω ότι η αυτονομία ως κίνημα, πνευματική στάση, αμφισβήτηση των ΄΄ειδώλων΄΄ της φυλής, δηλαδή της θεσμισμένης παράστασης του κόσμου και των εκμεταλλευτικών θεσμών, συνυπήρξε σε σχέση συνεχούς και δημιουργικής έντασης με την ετερονομία και την ΄΄μόλυνε΄΄ επαρκώς έτσι ώστε να μπορούμε εμείς σήμερα να διαδηλώνουμε, να εκφράζουμε τις διαφωνίες μας, να σκεφτόμαστε κριτικά και να συζητούμε για τους όρους διαμόρφωσης ενός ριζοσπαστικού κινήματος.
Όλα αυτά δεν συνιστούν μια μερική και επισφαλή, έστω, πραγμάτωση των βλέψεων για μια αυτόνομη κοινωνία; Όλα αυτά δεν παρέχουν την βάση, την έστω εύθραυστη και πάντα διαμφισβητούμενη από τις δυνάμεις του κατεστημένου, για την περαιτέρω διεύρυνση και ενδυνάμωση της προσπάθειας για μια κοινωνία ελευθερίας, ισότητας και δικαιοσύνης;
Την άποψή σου ότι η αυτονομία έρχεται απέξω από την ετερονομία, αποπειράσαι να την ενισχύσεις επικαλούμενος την σύμφωνη γνώμη των Φωτόπουλου και Καστοριάδη. Θα ήθελα να μου παραθέσεις τα συγκεκριμένα χωρία από το έργο των δύο, που αποδεικνύουν την συμφωνία τους με τα λεγόμενά σου επ’ αυτού.
Συνεχίζοντας, δηλώνεις ότι αυτό που κάνει ο Φωτόπουλος είναι να ΄΄δείχνει τις αντικειμενικές τάσεις μέσα στο σύστημα….. σε σχέση με τις υποκειμενικές τάσεις που αναπτύσσονται μέσα στην κοινωνική πάλη΄΄ και από τη σύγκρουση των οποίων ΄΄ προκύπτει κάθε φορά η κοινωνική-οικονομική πραγματικότητα΄΄ και συνεχίζεις εξάγοντας το συμπέρασμα ότι ο Φωτόπουλος εξηγεί την μετάβαση από τη φιλελεύθερη στην κρατικιστική περίοδο της νεωτερικότητας και από εκεί στη σημερινή φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, σε αντίθεση με τον Καστοριάδη, ο οποίος καταφεύγοντας, κατ’ εσέ, στην παντοδυναμία των υποκειμενικών συνθηκών και του φαντασιακού, αδυνατεί να το κάνει διότι αγνοεί την αλληλεπίδραση υποκειμενικών με τις αντικειμενικές συνθήκες.
Τα ζητήματα που ανακινούνται από την σχετική προβληματική είναι εξαιρετικά περίπλοκα και δεν πιστεύω ότι μπορεί κανείς να τα επιλύσει στα περιορισμένα πλαίσια ενός blog, μιάς και απαιτείται μια πολύ εκτεταμένη και συστηματική διαπραγμάτευσή τους. Παρόλα αυτά θα κάνω μερικές επισημάνσεις για να μην θεωρηθεί ότι υπεκφεύγω.
Κύριο μέλημά μας πρέπει να είναι η αποφυγή του αμαρτήματος της λήψης του ζητουμένου, το οποίο και διαπράττεται όταν από την δικαιολογημένη επιθυμία μας να κλείσουμε κάποια θεωρητικά ζητήματα στα γρήγορα, σπεύδουμε να αποδεχθούμε αβασάνιστα διαμφισβητούμενες απόψεις.
Επί του προκειμένου, η διαλεκτική αντικειμενικών-υποκειμενικών τάσεων και συνθηκών δεν είναι καμία εφεύρεση του Φωτόπουλου ούτε και η αδυναμία του Καστοριάδη οφείλεται στην άγνοια αυτής της υποτιθέμενης διαλεκτικής καθώς και στην υπερβολική βαρύτητα που αυτός αποδίδει στις υποκειμενικές συνθήκες και στο φαντασιακό. Εν πρώτοις η υπαγωγή κάποιων φαινομένων στην έννοια των αντικειμενικών συνθηκών και η αντίστοιχη υπαγωγή κάποιων άλλων κλάσεων φαινομένων στην έννοια των υποκειμενικών συνθηκών δεν είναι δεδομένη και αυτονόητη και η ίδια η διάκριση αντικειμένου/υποκειμένου είναι εν πολλοίς απόλυτη και παραπλανητική.
Διότι όλα εκείνα που συνιστούν αντικειμενικές συνθήκες και τάσεις δεν είναι τίποτα παραπάνω από ιδέες, αξίες, βλέψεις, αποτελέσματα διαπάλης των τάξεων, που ενσωματώθηκαν στους θεσμούς και στο γενικότερο κοινωνικό-οικονομικό-πολιτικό-
πολιτιστικό περιβάλλον εντός του οποίου καλούνται να δράσουν τα σημερινά υποκείμενα-άτομα, ομάδες, στρώματα, τάξεις- δηλαδή δεν είναι τίποτα παραπάνω από την δράση των υποκειμένων προγενεστέρων περιόδων, και μέσα σε αυτό το έτσι διαμορφωθέν περιβάλλον καλούνται να ενεργοποιηθούν τα σημερινά υποκείμενα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει υποκείμενο και αντικείμενο, αλλά ότι πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί με την χρήση των όρων, την λειτουργία τους, και με το τι πραγματικά σημαίνουν. Ακόμη ριζικότερα οι ίδιοι οι όροι αντικείμενο, υποκείμενο, τάση, κουβαλούν μια βαριά ιστορία, κι απαιτείται μια εξαντλητική εργασία διαύγασης προτού αποφασίσουμε να τους χρησιμοποιήσουμε. Παραδείγματον χάριν τι είναι ένα αντικείμενο, πως συγκροτείται, πως προσλαμβάνεται από ένα υποκείμενο, που είναι με τη σειρά του τι, τι εννοούμε όταν λέμε ότι κάτι συνιστά μια τάση, ιδίως ΄΄αντικειμενική τάση΄΄κλπ, κλπ. Εάν με αντικειμενική τάση εννοούμε την κυρίαρχη ροπή, κλίση, διάθεση, την επικρατούσα στην υπό εξέταση χωροχρονική περίοδο, τότε θα πρέπει να ξέρουμε ή να πιστεύουμε ότι ξέρουμε τι σημαίνει ο προσδιορισμός κυρίαρχη ή επικρατούσα, ποιος αποφάσισε ότι αυτή η συγκεκριμένη τάση είναι η επικρατούσα και με ποια κριτήρια, διότι σε κάθε κοινωνικό περιβάλλον υπάρχουν περισσότερες από μια τάσεις, και διαφορετική είναι η αξιολόγηση της βαρύτητάς τους από διαφορετικούς παρατηρητές.
Προσέτι η όλη συζήτηση παραπέμπει και στη διαμάχη σχετικά με το επαναστατικό στοιχείο στη σκέψη του Μαρξ, δηλαδή με τον τονισμό της ανθρώπινης δραστηριότητας, ως δημιουργού της ιστορίας μέσα σε καθορισμένες συνθήκες. Η ιδέα αυτή τι σημαίνει; Ή ότι η κάθε ιστορική δραστηριότητα λαμβάνει χώρα σε ένα δεδομένο χώρο, σε δεδομένες περιστάσεις κλπ, με δυο λόγια υπό αναγκαίες συνθήκες, οι οποίες ταυτοχρόνως την περιορίζουν, αλλά αν το πούμε αυτό προφανώς και κομίζουμε γλαύκα εις Αθήνας, επειδή η προφάνεια της διαπίστωσης την καθιστά τετριμμένη- ή ότι αυτές οι καθορισμένες συνθήκες είναι και καθοριστικές, δηλαδή εκτός από αναγκαίες είναι και επαρκείς, το οποίο και αποτελεί την ιδέα του Μαρξ και το οποίο εφόσον αληθεύει, μετατρέπει σε ανοησία την ιδέα ότι οι άνθρωποι είναι οι δημιουργοί της ιστορίας, η οποία εν τοιαύτη περιπτώσει καθίσταται μια τερατώδης ντετερμινιστική αλληλουχία και συνακόλουθα οι ιδέες: αλήθεια/αξία/επιλογή/ευθύνη μετατρέπονται σε απλές αυταπάτες, αδιαφανείς για τους ίδιους τους φορείς τους.
Όσο για τις αντικειμενικές τάσεις που εσύ θεωρείς ότι ο Φωτόπουλος δείχνει μέσα στο σύστημα της καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς δυστυχώς δεν βλέπω καμία νέα προσέγγιση πέρα από τις κοινοτοπίες περί δήθεν αλληλεξάρτησης μεταξύ αντικειμενικών-υποκειμενικών συνθηκών, που εμείς οι νέοι της μεταπολίτευσης τις βρίσκαμε ήδη στα χοντροκομμένα εισαγωγικά εγχειρίδια στο μαρξισμό λενινισμό των εκδόσεων της Σύγχρονης Εποχής.
Έρχομαι τώρα στην κριτική που ασκείς στο καστοριαδικό φαντασιακό, και στην δήθεν καταφυγή του στην παντοδυναμία των υποκειμενικών συνθηκών που άλλωστε δείχνεις να τις εξισώνεις στη σκέψη σου με αυτό.
Πρόκειται για γνωστή κατηγορία από το παρελθόν, με τον Μάρει Μπούκτσιν να πρωταγωνιστεί σε αυτήν και την δική του φιλοσοφία περί διαλεκτικού νατουραλισμού στην οποία κάποτε είχε εξάλλου ασκήσει κριτική, και πολύ σωστή κατά την γνώμη μου, και ο Φωτόπουλος. Τώρα βέβαια την αναπαράγουν με μεγάλη άνεση και οι Φωτόπουλος-Κουμεντάκης.
Εάν θέλουμε να μιλήσουμε λοιπόν για παρανόηση, εδώ είναι ο κατάλληλος τόπος για να την ανακαλύψουμε. Και εξηγούμαι. Ο Καστοριάδης ουδέποτε εξίσωσε τις υποκειμενικές συνθήκες με το φαντασιακό ούτε άλλωστε απέδωσε παντοδυναμία στις υποκειμενικές συνθήκες. Άλλο πράγμα έλεγε ο μακαρίτης. Όσο πιο συνοπτικά μπορώ, γιατί ανοίγουμε τεράστια θέματα εδώ.
Για τον Καστοριάδη λοιπόν, το κοινωνικό είναι τελείως άλλο πράγμα από τα υποκείμενα και τελείως άλλο πράγμα από πολλές διυποκειμενικότητες. Μόνο μέσα και χάρη στο κοινωνικό ένα υποκείμενο είναι δυνατό. Το κοινωνικό είναι ανώνυμο συλλογικό πάντοτε ήδη θεσμισμένο, εντός και δια του οποίου μπορούν να εμφανιστούν υποκείμενα που άλλωστε τα ξεπερνά απεριόριστα και περιέχει καθ’ εαυτό μια δημιουργό δύναμη (μια vis formandi) που δεν μπορεί να αναχθεί στη συνεργασία των ατόμων ή στα αποτελέσματα της διυποκειμενικότητας.
Για τον Καστοριάδη αυτό που βρίσκεται στην καρδιά κάθε κοινωνικού-ιστορικού σχηματισμού είναι το σύμπλεγμα ή το μάγμα των κοινωνικών φαντασιακών σημασιών , μέσα στις οποίες και μέσα από τις οποίες οργανώνεται και οργανώνει τον κόσμο του. Ένας κοινωνικός-ιστορικός σχηματισμός συγκροτείται αυτοθεσμιζόμενος κι αυτό σημαίνει κατά πρώτο λόγο, εγκαθιδρύοντας ένα μάγμα κοινωνικών, φαντασιακών σημασιών, δηλαδή σημασιών μη αναγώγιμων σε ένα ΄΄πραγματικό΄΄ ή σε οποιοδήποτε ΄΄ορθολογικό΄΄. Η αντίθεση αντικείμενο/υποκείμενο ή αντικειμενικές/υποκειμενικές συνθήκες είναι δευτερογενής και παράγωγη της θέσπισης των πρωταρχικών φαντασιακών σημασιών.
Περνάω τώρα στην εκτίμησή σου ότι έχω λάθος που ισχυρίζομαι ότι ο Φωτόπουλος βασίζει την ανάλυσή του σε κάποιες νομοτέλειες.
Σταχυολογώ, χάριν συντομίας, αποσπάσματα από άρθρα του Τ.Φωτόπουλου στην Ελευθεροτυπία:
1)σε άρθρο της 28/3/09 διαβάζουμε ΄΄Από τη στιγμή όμως που όλες οι χώρες άρχισαν να ενσωματώνονται στη νέα διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς…τα οικονομικά της αποτελεσματικής ζήτησης αναπόφευκτα αντικαταστάθηκαν από τα οικονομικά της προσφοράς. Αναπόφευκτα, διότι η ανάπτυξη άρχισε αυξανόμενα να στηρίζεται στην εξωτερική αγορά….΄΄
2)σε άρθρο της 11/10/08 ΄΄Τέλος κατά τη Τρίτη άποψη που υποστηρίζουμε η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση δεν είναι ούτε ιδεολογία ούτε απλή αλλαγή πολιτικής που επιβλήθηκε από τους νεοφιλελεύθερους σε συνεργασία με κάποιους κακούς σοσιαλδημοκράτες. Αντίθετα αντανακλά δομικές αλλαγές μέσα στη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς(κυρίως τη δημιουργία και μαζική επέκταση των πολυεθνικών επιχειρήσεων που οδήγησε στο -άτυπο αρχικά – άνοιγμα και απελευθέρωση των αγορών που στη συνέχεια θεσμοποιήθηκε) οι οποίες σε συνδυασμό με την αλλαγή των υποκειμενικών συνθηκών…κλπ,κλπ΄΄. Σημείωση: Εδώ, όπως και στις περισσότερες αναλύσεις άλλωστε, έχουμε και επανάκαμψη του εξηγητικού μαρξιστικού σχήματος υποδομής/εποικοδομήματος ή κάνω λάθος;
3)σε άρθρο της 17/6/00 ΄΄Όμως η ίδια η δημιουργία, καθώς και η επέκταση, των επιχειρήσεων αυτών δεν ήταν παρά το αποτέλεσμα της δυναμικής της οικονομίας της αγοράς που εγκαθιδρύθηκε δύο περίπου αιώνες πριν. Το να μιλά επομένως κανείς σήμερα για την επιβολή αποτελεσματικών ελέγχων πάνω στη δραστηριότητα του διεθνούς κεφαλαίου για χάρη της εργασίας και του κεφαλαίου…είναι σαν να απαιτεί να περιοριστεί η δυναμική του ίδιου του συστήματος….΄΄
Δεν νομίζω ότι έχει νόημα να συνεχίσω έτσι επί μακρόν. Τα παραπάνω αρκούν. Υπενθυμίζω ότι στο άρθρο μου ήμουν πολύ προσεκτικός κάνοντας λόγο ΄΄ για αναλύσεις που εμφορούνται από νομοτελειακού τύπου συνδηλώσεις΄΄. Μήπως πρέπει να το ξανασκεφτώ και να μιλήσω για ολική επαναφορά του ντετερμινισμού ; Το σχήμα σύμφωνα με το οποίο εάν εμφανιστούν κάποιες αρχικές συνθήκες και όροι τίθεται σε λειτουργία μια δυναμική αναπόφευκτη και αναπόδραστη διαφέρει ελάχιστα έως σχεδόν καθόλου από εκείνο στο οποίο δεν λαμβάνεται καν υπόψη η τυχαιότητα της εμφάνισης κάποιων αρχικών παραγόντων αλλά όλοι οι όροι εντάσσονται σε μια καθολική αιτιακή αλύσσωση. Αναπότρεπτα, για να κάνουμε κι ένα λογοπαίγνιο, η πρώτη λογική, ως πρωτοξάδερφη της δεύτερης, θα ολισθήσει σταδιακά στην αγκαλιά εκείνης.
Γιατί δηλαδή να ξεκινήσουμε την ντετερμινιστική μας κούρσα δυό αιώνες πριν στην φάση εγκαθίδρυσης της οικονομίας της αγοράς και να μην πάμε πολύ μακριά την βαλίτσα μέχρι και την στιγμή της μεγάλης έκρηξης και να πούμε ότι άπαξ και δημιουργήθηκαν οι τάδε αρχικές συνθήκες, ο κβαντικός κυματισμός του κενού ας πούμε, όλα τα υπόλοιπα προέκυψαν αναπότρεπτα;
Ας μην το παρακάνουμε όμως και ας περιοριστούμε στην πολύ σημαντική όντως φάση για την οικονομία της αγοράς που συνιστά η μετάβαση από τον εμπορευματικό στον βιομηχανικό καπιταλισμό.
Τι απαιτεί αυτή; Δυό βασικά πράγματα. α) ένα προλεταριάτο που να μην έχει που την κεφαλήν κλίναι και θα είναι υποχρεωμένο να πουλήσει την εργατική του δύναμη στις φάμπρικες για 16 ώρες την ημέρα, β)μια εμπορευματική αστική τάξη, συνήθως εφοπλιστές και δουλέμποροι και γ)κεφάλαια που θα τα χρησιμοποιήσουν οι αστοί για να αγοράσουν μηχανήματα, πρώτες ύλες, κτίρια και για να μισθώσουν την εργατική δύναμη των προλετάριων
Ενώ λοιπόν στο Λίβερπουλ οι εφοπλιστές και δουλέμποροι επενδύουν στη βιομηχανία τα κεφάλαια που έχουν αντλήσει από το εμπόριο, λίγο μακρύτερα στη Νάντη οι εκεί 300 οικογένειες εφοπλιστών και δουλεμπόρων που διακρίθηκαν ως επιτυχημένοι και οξυδερκείς έμποροι, χρησιμοποίησαν τα κεφάλαιά τους για να κατασκευάσουν οικοδομήματα γι’ αυτούς τους ίδιους, μιμούμενοι τη Βενετία και το Άμστερνταμ. Κάλεσαν εφευρέτες για να δημιουργήσουν τη νήσο Φεϊντάου, όπου έκτισαν τα μέγαρά τους, και την αποκάλεσαν μικρή Ολλανδία. Παρ’όλα αυτά, στο Σατομπριάν 50 χιλιόμετρα μακριά υπήρχε σίδηρος και θα μπορούσαν να είχαν βρει κάρβουνο.
Αυτό το παράδειγμα κάνει ξεκάθαρο ότι δεν υπάρχει αποφασιστικός καθορισμός του κοινωνικού από το οικονομικό. Μελετώντας την γένεση του βιομηχανικού καπιταλισμού διαπιστώνουμε ήδη στις αρχικές συνθήκες την ύπαρξη και τη δράση αστάθμητων παραγόντων. Ποιοί είναι αυτοί; 1) Για να βρεθούν διαθέσιμα εργατικά χέρια για τις φάμπρικες πρέπει οι γαιοκτήμονες να διώξουν τους αγρότες από τους κλήρους τους και να τους αποστερήσουν από τις κοινοτικές γαίες με τους νόμους περί περίφραξης των γαιών. Αλλά αυτή είναι μια διαδικασία που εξελίσσεται ταυτόχρονα και κατά τύχη, δηλαδή συ(ν)-βαίνει, 2)Επιθυμία, βλέψη των εμπόρων να επενδύσουν τα χρήματά τους σε μηχανήματα και όχι σε μέγαρα και γι αυτό απαιτείται οι συνολικές πολιτισμικές συνθήκες να επιτρέπουν σε κάποιους ανθρώπους να εκμεταλλευτούν κάποιες τεχνικές εφευρέσεις για να κερδοσκοπήσουν. Ανάλογες τεχνικές εφευρέσεις είχαν γίνει και κατά την αρχαιότητα ή στην Κίνα, χωρίς όμως να εμφανιστεί ο καπιταλισμός. Πως θα μπορέσει λοιπόν κάποιος να αποδώσει ρόλο πρωταρχικής αιτιότητας στο οικονομικό; Πως μπορούμε να μιλήσουμε καν για αιτιότητα; Μας είναι αδύνατο ακόμη και να θεωρήσουμε την οικονομία σαν παράγοντα διαχωρίσιμο από την υπόλοιπη κοινωνία. Και εάν δεν μπορούμε να εφαρμόσουμε αυτές τις κατηγορίες ήδη από την κρίσιμη πρωταρχή πως μπορούμε να το κάνουμε σε μεταγενέστερα στάδια;
Θα ολοκληρώσω με την κριτική που ασκήθηκε σε κάποιες πολιτικές θέσεις του Καστοριάδη.
1)Θεωρήθηκαν αμφιλεγόμενες οι πολιτικές του θέσεις σε σχέση με τα Δεκεμβριανά του ΄44. Εκείνο που ενόχλησε ήταν ότι τα είχε χαρακτηρίσει ως απόπειρα πραξικοπήματος από το ΚΚΕ.
Και ερωτώ τώρα εγώ. Δεν ήταν; Τι ήταν τα Δεκεμβριανά, κάποια γνήσια, λαϊκή επανάσταση ή κάποιο επαναστατικό κίνημα; Παρεμπιπτόντως η κατάταξη του ΚΚΕ στην ΄΄αντισυστημική΄΄ μπάντα του πολιτικού φάσματος, είναι το ίδιο αμφιλεγόμενη πολιτική θέση ή πρέπει να θεωρήσουμε ότι δικαιώθηκε πλήρως από την στάση αυτού του κόμματος στα πρόσφατα Δεκεμβριανά του 2008;
2)Επανειλημμένα ο Φωτόπουλος έχει μεμφθεί τον Καστοριάδη ότι απαλλάσσει την οικονομία της αγοράς από την ευθύνη που έχει για την καταστροφή του Νότου μετατοπίζοντάς την στις φαντασιακές σημασίες που αναπτύχθηκαν στο Νότο. Αναρωτιέμαι: η καταστροφική επίδραση της εξάπλωσης του καπιταλισμού πάνω στις κοινότητες του Νότου έρχεται σε σύγκρουση ή αναιρεί την καστοριαδική διάγνωση για τις άλλου είδους φαντασιακές θεσμίσεις των εν λόγω κοινωνιών; ή μήπως οι δύο θέσεις λειτουργούν συμπληρωματικά και ενισχύουν η μία την άλλη;
Δηλαδή η διαπίστωση ότι οι Αφρικανοί που δουλεύουν στα δυτικά εργοτάξια της πατρίδας τους τρεις ημέρες την εβδομάδα και αφού κερδίσουν αρκετά χρήματα για να αγοράσουν τρόφιμα ή δώρα για τα μέλη της οικογένειάς τους, επιστρέφουν στο χωριό τους, έρχεται σε σύγκρουση με το γεγονός της εξάπλωσης της οικονομίας ανάπτυξης στην αφρικάνικη ήπειρο; Κι αυτό σημαίνει ότι όποιος διαπιστώνει αυτήν την συμπεριφορά απαλλάσσει τον καπιταλισμό από τις ευθύνες του;
3)Σφοδρή κριτική έχει υποστεί και η θέση του Καστοριάδη για την μετατροπή της παγκόσμιας οικονομίας σε ΄΄πλανητικό καζίνο΄΄, διότι όπως εκείνος υποστήριζε ΄΄ αυτό που γίνεται αυτή τη στιγμή με το χάος που υπάρχει στην διεθνή οικονομία.. δεν είναι σε όφελος της καπιταλιστικής τάξης αλλά εκφράζει την αδυναμία της να κατευθύνει το ίδιο της το σύστημα΄΄. Ο Φωτόπουλος αντέτεινε ότι το χάος αυτό δεν είναι παρά η συνέπεια της απελευθέρωσης των αγορών και κυρίως της αγοράς κεφαλαίου η οποία κάθε άλλο παρά αθέλητη ήταν αλλά αντίθετα ικανοποιεί απόλυτα τις ανάγκες της σημερινής διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς.
Ερωτώ: Αποκλείεται τα αποτελέσματα και οι συνέπειες των ενεργειών των κοινωνικών ομάδων και τάξεων να υπερβαίνουν τις προθέσεις και τους σκοπούς τους; Και αυτό είναι ένα φαινόμενο περιστασιακό ή συμβαίνει κατ’ εξακολούθηση στην ιστορία;
Αλλά η αντιπαράθεση των δύο απόψεων επ’ αυτού του ζητήματος απαιτεί πολύ περισσότερο χώρο και ξεπερνά κατά πολύ τις αντοχές, που ήδη έχω καταχραστεί, των φίλων χρηστών και συντρόφων ετούτου εδώ του χώρου.

Φιλικά
Προς τον Πάνο και τα μέλη της ομάδας ΠΔ Αθήνας

Αίσωπος

5 σχόλια:

Πάνος είπε...

Ευχαριστώ για την απάντηση. Θα προσπαθήσω να απαντήσω σε αρκετά από αυτά που γράφεις με την ανάγκη να ζητήσω κι εγώ συγγνώμη για το μεγάλο μέγεθος του κειμένου που όμως οφείλεται στην εντελώς προβληματική βάση της κριτικής του “Αισώπου”.

«Στο εναρκτήριο σχόλιο διατυπώνεις την άποψη ότι΄΄ ένα ετερόνομο σύστημα δεν μπορεί να έχει αυτό καθεαυτό αυτόνομες συνιστώσες΄΄ και ότι ΄΄ η αυτονομία έρχεται πάντα απ’ έξω από την ετερονομία΄΄. Θα παρακάμψω εδώ όλη την πλούσια βιβλιογραφία πάνω στο θέμα της σχετικής ή μερικής αυτονομίας του εποικοδομήματος σε συνάρτηση με την οικονομική υποδομή του εκάστοτε κοινωνικού σχηματισμού, μιάς και εντός του πλαισίου αυτής της προβληματικής τίθενται ως δεδομένες η ύπαρξη μιάς οικονομικής υποδομής και ενός εποικοδομήματος , ως χωριστών τομέων όπου η πρώτη σε τελευταία ανάλυση προσδιορίζει το δεύτερο, και με την οποία εγώ διαφωνώ.
Θα επικεντρώσω την προσοχή μου στην ίδια την σύλληψη του δεσμού ή καλύτερα της έλλειψης δεσμού που εγκαθιδρύεις μεταξύ ετερονομίας και αυτονομίας. Τις αντιμετωπίζεις ως ξεχωριστές οντότητες μη έχουσες καμία σχέση μεταξύ τους και ως αναπτυσσόμενες ανεξάρτητα η μία από την άλλη. Σε αυτή την προοπτική η αυτονομία έρχεται απ’ έξω-από πού άραγε; Σε ποιο έδαφος βλασταίνει; που αναπτύσσεται; και γιατί να χτυπήσει την πόρτα της ετερονομίας; Ποιος ο λόγος να το κάνει και να μην μείνει εκεί που βρίσκεται αντί να πάει να μολυνθεί από την επαφή της με την ετερονομία; Πότε σε ποια περίοδο της ιστορίας ένα καινούργιο πρόταγμα αναπτύχθηκε έξω από το εκάστοτε ισχύον κοινωνικό σύστημα; Και τι σημαίνει στα πλαίσια του κοινωνικοϊστορικού κόσμου η άποψη της απ’ έξω εισαγωγής μιάς ιδέας, ενός κινήματος, μιάς στάσης ζωής; Ταυτολογικό πλην όμως αληθές: Ό, τι συμβαίνει εντός αυτού του πεδίου, συμβαίνει εντός αυτού του πεδίου, πέραν τούτου ουδέν, ούτε επείσακτο ούτε και παρείσακτο μπορεί να είναι.»

Καταρχάς, εδώ κάνεις δύο θεμελιακά λάθη που δείχνουν ότι δεν γνωρίζεις το νόημα της αυτονομίας και της ετερονομίας και γι' αυτό και ακολουθεί σωρεία παρερμηνειών και λαθών:

Κανένας Καστοριάδης ή Φωτόπουλος δεν έχει μιλήσει για “μερική αυτονομία” και “μερική ετερονομία” σε κάποιο σύστημα (περί αυτού ήταν ο λόγος) ή σε μια “υποδομή”. Ένα σύστημα είτε θα είναι αυτόνομο (δηλαδή θα αποτελεί “μη-σύστημα”) είτε ετερόνομο και αυτό μπορούμε να το κρίνουμε εμείς που έχουμε επιλέξει την αρχή της αυτονομίας (που έρχεται έξω από την ετερονομία και τις δομές της) για την ερμηνεία του και δεν περιέχει καθεαυτό συνιστώσες της αυτονομίας ή ετερονομίας αντίστοιχα, όπως έγραψα άλλωστε. Και η “πλούσια βιβλιογραφία” που γράφει γι' αυτά δεν έχει μάλλον σχέση με το παράδειγμα της πραγματικής αυτονομίας αλλά συνήθως με αυτό της “ατομικής αυτονομίας” (που είναι ούτως ή άλλως μια πετσοκομμένη “μερική αυτονομία”, δηλαδή ανήκει στην ετερονομία) την οποία μάλλον συγχέεις με την [συλλογική και ατομική] αυτονομία όπως είναι η μόνη πραγματική σημασία της αυτονομίας.

Με βάση αυτή την αρχή λοιπόν μπορούμε κάλλιστα να ερμηνεύσουμε την ιστορία ως μια πάλη μεταξύ της αυτόνομης και ετερόνομης παράδοσης όπου η μία έρχεται πάντα “απ' έξω” από την άλλη, ακριβώς διότι εμείς επιλέγουμε την αρχή της αυτονομίας και δεν τη “συμβιβάζουμε” με την ετερονομία όπως κάνουν οι μεταμοντέρνοι, οι ρεφορμιστές ή οι μαρξιστές και οι φιλελεύθεροι κτλ. οι οποίοι αναπαράγουν ή διαιωνίζουν την ετερονομία.

Επίσης, δεν έγραψα γενικά ότι η “αυτονομία έρχεται απ' έξω!” έτσι όπως λες, αυτή είναι μια μικρή λαθροχειρία, έγραψα: “απ' έξω από την ετερονομία” και ήμουν σαφής νομίζω. Επιπλέον έκανες κάποιες σοβαρές παρερμηνείες, εξ ου και λογικά άλματα. Δεν είπα ότι σε μια ετερόνομη κοινωνία η αυτονομία έρχεται έξω από την κοινωνία (!!), αλλά ότι η αυτονομία έρχεται έξω από την ετερονομία, στην οποία άλλωστε ανήκει το ετερόνομο σύστημα για το οποίο ήταν ο λόγος. Άλλο το ετερόνομο σύστημα και άλλο ετερόνομη κοινωνία, δεν ταυτίζονται προφανώς αυτά τα δύο! Φυσικά, μια κοινωνία η οποία έχει δεχτεί και αναπαράγει ένα ετερόνομο σύστημα είναι ετερόνομη αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν υπάρχει και η παράδοση της αυτονομίας ως δευτερεύουσα μέσα στην ίδια την κοινωνία (όπως και στα υποκείμενα), ακριβώς επειδή μια κοινωνία δεν αποτελείται από αυτόματα όπως είναι ένα σύστημα καθεαυτό αλλά από υποκείμενα τα οποία διεξάγουν μια συνεχή κοινωνική πάλη!

Ακόμα, είναι εντελώς λανθασμένο και ανιστόρητο ότι η ίδια η αυτονομία είναι κάποιο “νέο πρόταγμα” διότι ταυτίζεις το καστοριαδικό πρόταγμα της αυτονομίας με την ίδια την αυτονομία! Η αυτονομία αποτελεί παράδοση η οποία είναι εγγενής στα ανθρώπινα υποκείμενα (ακόμα και στα ετερόνομα), αλλά με διαφορετικούς βαθμούς συνειδητότητας και αναπτύσσεται πάντα έξω από την ετερονομία μέσω ρήξεων με τη διαδικασία κοινωνικοποίησης. Στην κοινωνία υπάρχει ως δευτερεύουσα παράδοση ακριβώς λόγω της κοινωνικής πάλης που αναπτύσσεται σε διάφορους βαθμούς ενάντια στους ετερόνομους θεσμούς και τις ελίτ που τους αναπαράγουν. Σε αυτό το πλαίσιο δημιουργούνται σε μια ετερόνομη κοινωνία πράγματι “μερικώς” αυτόνομοι/δημοκρατικοί θεσμοί (τους οποίους πάλι εμείς ορίζουμε ως αυτόνομους) σε μερικές σφαίρες της κοινωνικής δραστηριότητας. Αυτό δε σημαίνει ότι οι θεσμοί αυτοί είναι ταυτόχρονα αυτόνομοι και “μερικώς” ετερόνομοι όπως ότι και ένα ετερόνομο σύστημα θα μπορούσε να είναι ταυτόχρονα και “μερικώς” αυτόνομο/δημοκρατικό, αλλά ότι είναι πραγματικά αυτόνομοι/δημοκρατικοί σε κάποια -μικρή έστω- κοινωνική σφαίρα μιας ετερόνομης κοινωνίας (π.χ. στο μικρο-κοινωνικό) ενώ απλά δεν επεκτείνονται και δεν επηρεάζουν άλλες σφαίρες, και τα “όρια” αυτά πάλι τα κρίνουμε εμείς οι ίδιοι με βάση την αρχή της αυτονομίας/δημοκρατίας.

Όμως η ίδια η κοινωνία συνεχίζει να είναι ετερόνομη μέχρι η κοινωνική πάλη να δημιουργήσει θεσμούς αυτόνομους/δημοκρατικούς σε όλο το εύρος της. Χωρίς αυτόνομους θεσμούς που εγκαθιστούν μια Περιεκτική Δημοκρατία δεν είναι δυνατό να υπάρξει μια πραγματικά αυτόνομη κοινωνία. Και βέβαια αυτοί οι θεσμοί γεννιούνται μέσα από την κοινωνική πάλη και των προηγούμενων γενεών και όχι βέβαια επειδή απλά γεννήθηκε ένα κοινωνικό “φαντασιακό” από το υπερπέραν ή τη “Ψυχή”.


Άρα λοιπόν το τι είναι αυτόνομο και τι είναι ετερόνομο δεν είναι “αντικειμενικό” ή υποκειμενικό (όπως και τίποτα σε ό,τι αφορά την ερμηνεία των κοινωνικών φαινομένων, κάτι που είναι η πεμπτουσία της ΠΔ/αυτονομίας) αλλά προέρχεται από την ερμηνεία που κάποιος κάνει με κριτήριο την... αρχή της αυτονομίας και όχι με βάση μια ετερόνομη ή αποδομιστική αρχή.

Μετά λοιπόν από αυτήν την εισαγωγή για την αποκατάσταση παρερμηνειών σχετικά με τις έννοιες, θα προσπαθήσω να απαντήσω σχετικά σύντομα στο υπόλοιπο πολύ μεγάλο κείμενο σου που βέβαια παίρνει ως δεδομένες τις παραπάνω παρερμηνείες που αμφισβητώ και γι' αυτό πολλά μοτίβα παρεξηγήσεων επαναλαμβάνονται.



«Εάν παρά ταύτα εννοείς, στα πλαίσια μιας στρουκτουραλιστικού τύπου προσέγγισης, ότι η διάζευξη αυτονομία/ετερονομία είναι του ιδίου τύπου με εκείνες των αρσενικού/θηλυκού, ζεστού/κρύου, άσπρου/μαύρου, θετικού/αρνητικού , θεωρουμένων όλων ετούτων ως απόλυτων, κάθετων, απαράκαμπτων και πάγιων διαχωριστικών τομών, θα έλεγα ότι αυτή είναι μια καθαρά φορμαλιστική και κενή περιεχομένου λογική που δεν εξηγεί τίποτα και δεν βγάζει πουθενά.
Γιατί τότε πως θα προσεγγίζαμε την αναγέννηση, τον διαφωτισμό, τα χειραφετιστικά κινήματα του 18ου και του 19ου αιώνα, τα κινήματα της δεκαετίας του ΄60, που όλα σημάδεψαν και συνδιαμόρφωσαν το πρόσωπο του νεωτερικού κόσμου; Από πού ήρθαν; Δεν γεννήθηκαν, δεν αναπτύχθηκαν εντός του ορίζοντα της εποχής τους;»


Ακριβώς δεν υπάρχει καμία επαφή της αυτονομίας με το στρουκτουραλιστικό τύπο προσέγγισης γιατί δεν επιζητεί “αντικειμενικότητα” στην ερμηνεία των κοινωνικών φαινομένων όπως οι στρουκτουραλιστικές προσεγγίσεις αλλά απλά συνέπεια με τις αρχές μας. Με βάση λοιπόν τις αρχές αυτές σαφώς και μπορείς να προσεγγίσεις αυτά που λες με γνώμονα την κοινωνική πάλη της οποίας η έκβαση είναι πάντα ακαθόριστη-ανοιχτή, σε αντίθεση με τις στρουκτουραλιστικές προσεγγίσεις στις οποίες η κοινωνική πάλη μπορεί να προβλεφθεί, και αυτή είναι η πεμπτουσία της ανάλυσης της ΠΔ που την καθιστά για ακόμα ένα λόγο μη-ντετερμινιστική και ανοιχτή.


«Εγώ νομίζω ότι η αυτονομία ως κίνημα, πνευματική στάση, αμφισβήτηση των ΄΄ειδώλων΄΄ της φυλής, δηλαδή της θεσμισμένης παράστασης του κόσμου και των εκμεταλλευτικών θεσμών, συνυπήρξε σε σχέση συνεχούς και δημιουργικής έντασης με την ετερονομία και την ΄΄μόλυνε΄΄ επαρκώς έτσι ώστε να μπορούμε εμείς σήμερα να διαδηλώνουμε, να εκφράζουμε τις διαφωνίες μας, να σκεφτόμαστε κριτικά και να συζητούμε για τους όρους διαμόρφωσης ενός ριζοσπαστικού κινήματος.»


Πάλι εδώ προσπαθείς να συμβιβάσεις οντολογικά την αυτονομία με την ετερονομία, κάτι που ανήκει καθαρά στο χώρο του μεταμοντερνισμού. To ότι διαδηλώνουμε σήμερα και “εκφράζουμε τις διαφωνίες μας” είναι κατάκτηση των ρευμάτων της αυτονομίας και όχι της... “δημιουργικής(!!)” σύνθεσης αυτονομίας και ετερονομίας. Οι όροι ενός ριζοσπαστικού κινήματος υπάρχουν και αυτό λέγεται Περιεκτική Δημοκρατία.


«Όλα αυτά δεν συνιστούν μια μερική και επισφαλή, έστω, πραγμάτωση των βλέψεων για μια αυτόνομη κοινωνία; Όλα αυτά δεν παρέχουν την βάση, την έστω εύθραυστη και πάντα διαμφισβητούμενη από τις δυνάμεις του κατεστημένου, για την περαιτέρω διεύρυνση και ενδυνάμωση της προσπάθειας για μια κοινωνία ελευθερίας, ισότητας και δικαιοσύνης;»


Όχι, δεν παλεύουμε για “ισότητα” και “δικαιοσύνη”. Αυτά είναι ιδεολογήματα τα οποία πηγάζουν από ετερόνομες “αντικειμενιστικές” αρχές γιατί παίρνουν ως δεδομένα το κράτος και τους ιεραρχικούς θεσμούς (γι' αυτό και λιμπεραλιστικού ή μαρξιστογενούς τύπου δόγματα χρησιμοποιούν τις κενές νοήματος σε μια ετερόνομη κοινωνία φράσεις αυτές κατά κόρον). Η ελευθερία για εμάς ταυτίζεται με την ατομική και συλλογική αυτονομία, δηλαδή θεσμικά με μια Περιεκτική Δημοκρατία, στην οποία η δικαιοσύνη και η ισότητα θα ταυτίζονται με τη συμμετοχή στους αυτόνομους θεσμούς, την αυτοκυβέρνηση και τον αυτοκαθορισμό, ατομικό και συλλογικό.


«Την άποψή σου ότι η αυτονομία έρχεται απέξω από την ετερονομία, αποπειράσαι να την ενισχύσεις επικαλούμενος την σύμφωνη γνώμη των Φωτόπουλου και Καστοριάδη. Θα ήθελα να μου παραθέσεις τα συγκεκριμένα χωρία από το έργο των δύο, που αποδεικνύουν την συμφωνία τους με τα λεγόμενά σου επ’ αυτού.»

Σχετικά με τη σχέση αυτονομίας και ετερονομίας μπορείς να διαβάσεις το κεφάλαιο 8 στο βιβλίο “Περιεκτική Δημοκρατία – 10 Χρόνια Μετά” καθώς βέβαια και σε γραπτά του Κ. όπου θα δεις ότι δεν μπορεί να υπάρξει κάποια (δημιουργική μάλιστα!) “σύνθεση” αυτονομίας και ετερονομίας, αλλά ότι η αυτονομία πάντα έρχεται έξω από την παράδοση της ετερονομίας όπως ανάλυσα και παραπάνω.




«Συνεχίζοντας, δηλώνεις ότι αυτό που κάνει ο Φωτόπουλος είναι να ΄΄δείχνει τις αντικειμενικές τάσεις μέσα στο σύστημα….. σε σχέση με τις υποκειμενικές τάσεις που αναπτύσσονται μέσα στην κοινωνική πάλη΄΄ και από τη σύγκρουση των οποίων ΄΄ προκύπτει κάθε φορά η κοινωνική-οικονομική πραγματικότητα΄΄ και συνεχίζεις εξάγοντας το συμπέρασμα ότι ο Φωτόπουλος εξηγεί την μετάβαση από τη φιλελεύθερη στην κρατικιστική περίοδο της νεωτερικότητας και από εκεί στη σημερινή φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, σε αντίθεση με τον Καστοριάδη, ο οποίος καταφεύγοντας, κατ’ εσέ, στην παντοδυναμία των υποκειμενικών συνθηκών και του φαντασιακού, αδυνατεί να το κάνει διότι αγνοεί την αλληλεπίδραση υποκειμενικών με τις αντικειμενικές συνθήκες.
Τα ζητήματα που ανακινούνται από την σχετική προβληματική είναι εξαιρετικά περίπλοκα και δεν πιστεύω ότι μπορεί κανείς να τα επιλύσει στα περιορισμένα πλαίσια ενός blog, μιάς και απαιτείται μια πολύ εκτεταμένη και συστηματική διαπραγμάτευσή τους. Παρόλα αυτά θα κάνω μερικές επισημάνσεις για να μην θεωρηθεί ότι υπεκφεύγω.»

Συμφωνώ, καλύτερα να μελετήσεις το βιβλίο “Περιεκτική Δημοκρατία – 10 Χρόνια Μετά” για να καταλάβεις ότι η αλληλεπίδραση πάλι των υποκειμενικών και αντικειμενικών συνθηκών και πώς την ερμηνεύουμε έχει σχέση με την συνειδητή μας επιλογή για αυτονομία.


«Κύριο μέλημά μας πρέπει να είναι η αποφυγή του αμαρτήματος της λήψης του ζητουμένου, το οποίο και διαπράττεται όταν από την δικαιολογημένη επιθυμία μας να κλείσουμε κάποια θεωρητικά ζητήματα στα γρήγορα, σπεύδουμε να αποδεχθούμε αβασάνιστα διαμφισβητούμενες απόψεις.»

Μα ακριβώς επειδή πάντα η “λήψη ζητουμένου” έχει σχέση με το παράδειγμα καθενός και δεν υπάρχει μια “αντικειμενική” αρχή λήψης της, γίνεται η περιοδοποίηση που έχουμε υιοθετήσει από την προσπάθεια ανάλυσης της κοινωνικής πάλης σε σχέση με τις αντικειμενικές τάσεις (οι οποίες είναι αντικειμενικές διότι υπάρχει δι-υποκειμενική ή αντικειμενική αποδοχή της ύπαρξης τους και όχι επειδή τις ερμηνεύουμε “αντικειμενικά”. Εντελώς άλλο το ένα απ' το άλλο!).


Σχετικά θα είχε ενδιαφέρον να μας έλεγες ποια είναι η “διαμφισβητούμενη άποψη”: η ύπαρξη των αντικειμενικών συνθηκών που θεωρούμε στο πρόταγμα μας ή στο πώς τις ερμηνεύουμε σε σχέση με την κοινωνική πάλη; Το πρώτο είναι πράγματι αναμφισβήτητο (γι' αυτό και ονομάζονται “αντικειμενικές συνθήκες”) από κάθε ορθολογικό άνθρωπο, ενώ το δεύτερο έχει σχέση πάλι με την επιλογή του παραδείγματος της αυτονομίας ως αρχή της ερμηνείας μας. Σαφώς και το τελευταίο είναι πάντα “διαμφισβητούμενο”, εφόσον όμως έχεις κι εσύ επιλέξει την ίδια αρχή.



«Επί του προκειμένου, η διαλεκτική αντικειμενικών-υποκειμενικών τάσεων και συνθηκών δεν είναι καμία εφεύρεση του Φωτόπουλου ούτε και η αδυναμία του Καστοριάδη οφείλεται στην άγνοια αυτής της υποτιθέμενης διαλεκτικής καθώς και στην υπερβολική βαρύτητα που αυτός αποδίδει στις υποκειμενικές συνθήκες και στο φαντασιακό. Εν πρώτοις η υπαγωγή κάποιων φαινομένων στην έννοια των αντικειμενικών συνθηκών και η αντίστοιχη υπαγωγή κάποιων άλλων κλάσεων φαινομένων στην έννοια των υποκειμενικών συνθηκών δεν είναι δεδομένη και αυτονόητη και η ίδια η διάκριση αντικειμένου/υποκειμένου είναι εν πολλοίς απόλυτη και παραπλανητική.»


Κανείς δεν είπε ότι είναι δεδομένη και αυτονόητη “αντικειμενικά” η μεθοδολογία που ακολουθεί ο Φωτόπουλος. Επίσης, δεν είπε κανείς ότι είναι καθαρή “εφεύρεση του Φ.”, απλά ότι ο Κ. δεν την έκανε ακριβώς λόγω του υποκειμενισμού του, γι' αυτoύς τους δύο ήταν ο αρχικός διάλογος άλλωστε. Είναι όμως απόλυτα συμβατή σε σχέση με την αρχή της αυτονομίας/δημοκρατίας που έχουμε επιλέξει (και αμφισβητούμενη πάντα από όσους την επιλέγουν επίσης ως δική τους αρχή!). Έτσι λοιπόν θα ήθελα να μου υποδείξεις πάλι με βάση την αρχή της αυτονομίας τι δεν είναι δεδομένο και αυτονόητο από την ανάλυση του Φωτόπουλου ώστε να την αναθεωρήσουμε με βάση τον δημοκρατικό ορθολογισμό στη σύνθεση μας της Περιεκτικής Δημοκρατίας. Αλλιώς απλά μιλάμε για σχετικισμό στην ερμηνεία των κοινωνικών φαινομένων, κάτι που είναι εκτός της αυτονομίας που όπως έχει πει ο ίδιος ο Κ. απλά “δέχεται το υπάρχον απλά γιατί υπάρχει”.

Σχετικά με τη σχέση του προτάγματος της αυτονομίας του Κ. και της ΠΔ απέναντι στο μεταμοντερνισμό που φαίνεται σε έχει επηρεάσει μπορείς να διαβάσεις το κείμενο:

“To δημοκρατικό πρόταγμα και ο μεταμοντερνισμός”
http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/greek/grmisc/dimokratiko_protagma_metamonternismos.htm



«Διότι όλα εκείνα που συνιστούν αντικειμενικές συνθήκες και τάσεις δεν είναι τίποτα παραπάνω από ιδέες, αξίες, βλέψεις, αποτελέσματα διαπάλης των τάξεων, που ενσωματώθηκαν στους θεσμούς και στο γενικότερο κοινωνικό-οικονομικό-πολιτικό-
πολιτιστικό περιβάλλον εντός του οποίου καλούνται να δράσουν τα σημερινά υποκείμενα-άτομα, ομάδες, στρώματα, τάξεις- δηλαδή δεν είναι τίποτα παραπάνω από την δράση των υποκειμένων προγενεστέρων περιόδων, και μέσα σε αυτό το έτσι διαμορφωθέν περιβάλλον καλούνται να ενεργοποιηθούν τα σημερινά υποκείμενα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει υποκείμενο και αντικείμενο, αλλά ότι πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί με την χρήση των όρων, την λειτουργία τους, και με το τι πραγματικά σημαίνουν. Ακόμη ριζικότερα οι ίδιοι οι όροι αντικείμενο, υποκείμενο, τάση, κουβαλούν μια βαριά ιστορία, κι απαιτείται μια εξαντλητική εργασία διαύγασης προτού αποφασίσουμε να τους χρησιμοποιήσουμε. Παραδείγματον χάριν τι είναι ένα αντικείμενο, πως συγκροτείται, πως προσλαμβάνεται από ένα υποκείμενο, που είναι με τη σειρά του τι, τι εννοούμε όταν λέμε ότι κάτι συνιστά μια τάση, ιδίως ΄΄αντικειμενική τάση΄΄κλπ, κλπ. Εάν με αντικειμενική τάση εννοούμε την κυρίαρχη ροπή, κλίση, διάθεση, την επικρατούσα στην υπό εξέταση χωροχρονική περίοδο, τότε θα πρέπει να ξέρουμε ή να πιστεύουμε ότι ξέρουμε τι σημαίνει ο προσδιορισμός κυρίαρχη ή επικρατούσα, ποιος αποφάσισε ότι αυτή η συγκεκριμένη τάση είναι η επικρατούσα και με ποια κριτήρια, διότι σε κάθε κοινωνικό περιβάλλον υπάρχουν περισσότερες από μια τάσεις, και διαφορετική είναι η αξιολόγηση της βαρύτητάς τους από διαφορετικούς παρατηρητές.»

Πάλι αυτή η ανάλυση ανήκει στον καθαρό μεταμοντερνισμό αφού δεν επιλέγεις συνειδητά ερμηνεία αλλά στηρίζεσαι στον φιλοσοφικό σχετικισμό, στην αμφιβολία και στην ασάφεια, βασικά στοιχεία του αποδομισμού/μεταμοντερνισμού. Αυτονομία/περιεκτική δημοκρατία δε σημαίνει βέβαια ασάφεια και σχετικισμός.

Αντιθέτως η ανάλυση μας λαμβάνει απόλυτα υπόψη την εκάστοτε σχετική με την εποχή και την κοινωνική οργάνωση ταξική κτλ. κοινωνικοποίηση των υποκειμένων και γι' αυτό ακριβώς δεν μπορούμε να επιλέξουμε μια υποτίθεται “αντικειμενική” ηθική αρχή που να ερμηνεύει το πώς ενεργοποιούνται τα σημερινά υποκείμενα, καθώς κάτι τέτοιο ανήκει στη σφαίρα της ετερονομίας και των “αντικειμενικών αληθειών” που ετεροκαθορίζουν την κοινωνία. Και σε αυτό το μικρό ολίσθημα πέφτεις επίσης χρησιμοποιώντας τον Καστοριαδικό όρο της “διαύγασης” που είναι παρμένος από τη ψυχανάλυση η οποία καθιστά κλειστό, “αντικειμενικό” σύστημα σκέψης που ανήκει στην ετερόνομη παράδοση. Ακριβώς αυτές λοιπόν τις διαφορετικές προσεγγίσεις στην κοινωνικοποίηση εμείς τις αξιολογούμε με βάση τις αρχές μας και φτάνουμε στην ανάλυση με την οποία κι εμείς συμφωνούμε με τον Φωτόπουλο.


«Προσέτι η όλη συζήτηση παραπέμπει και στη διαμάχη σχετικά με το επαναστατικό στοιχείο στη σκέψη του Μαρξ, δηλαδή με τον τονισμό της ανθρώπινης δραστηριότητας, ως δημιουργού της ιστορίας μέσα σε καθορισμένες συνθήκες. Η ιδέα αυτή τι σημαίνει; Ή ότι η κάθε ιστορική δραστηριότητα λαμβάνει χώρα σε ένα δεδομένο χώρο, σε δεδομένες περιστάσεις κλπ, με δυο λόγια υπό αναγκαίες συνθήκες, οι οποίες ταυτοχρόνως την περιορίζουν, αλλά αν το πούμε αυτό προφανώς και κομίζουμε γλαύκα εις Αθήνας, επειδή η προφάνεια της διαπίστωσης την καθιστά τετριμμένη- ή ότι αυτές οι καθορισμένες συνθήκες είναι και καθοριστικές, δηλαδή εκτός από αναγκαίες είναι και επαρκείς, το οποίο και αποτελεί την ιδέα του Μαρξ και το οποίο εφόσον αληθεύει, μετατρέπει σε ανοησία την ιδέα ότι οι άνθρωποι είναι οι δημιουργοί της ιστορίας, η οποία εν τοιαύτη περιπτώσει καθίσταται μια τερατώδης ντετερμινιστική αλληλουχία και συνακόλουθα οι ιδέες: αλήθεια/αξία/επιλογή/ευθύνη μετατρέπονται σε απλές αυταπάτες, αδιαφανείς για τους ίδιους τους φορείς τους.»


Ακριβώς αυτό αναλύουμε κι εμείς, ότι η ιστορία είναι μια δημιουργία και γι' αυτό έχουμε επιλέξει την αρχή της αυτονομίας/δημοκρατίας. Τι σχέση έχει αυτό με την ανάλυση του Μαρξ περί καθορισμού των συνθηκών και των υποκειμένων από τις δομές κτλ.;


«Όσο για τις αντικειμενικές τάσεις που εσύ θεωρείς ότι ο Φωτόπουλος δείχνει μέσα στο σύστημα της καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς δυστυχώς δεν βλέπω καμία νέα προσέγγιση πέρα από τις κοινοτοπίες περί δήθεν αλληλεξάρτησης μεταξύ αντικειμενικών-υποκειμενικών συνθηκών, που εμείς οι νέοι της μεταπολίτευσης τις βρίσκαμε ήδη στα χοντροκομμένα εισαγωγικά εγχειρίδια στο μαρξισμό λενινισμό των εκδόσεων της Σύγχρονης Εποχής.»


Εδώ είναι παραπάνω από εμφανές ότι δεν έχεις καταλάβει τίποτα ουσιαστικά από Φωτόπουλο καθώς η αλληλεπίδραση αντικειμενικών και υποκειμενικών συνθηκών για εμάς δεν καθιστούν προβλέψιμη την έκβαση της κοινωνικής πάλης (που συνιστά ντετερμινισμό ή κατευθυντικότητα στην κίνηση της κοινωνίας/ιστορίας), σε αντίθεση με τα χοντροκομμένα εγχειρίδια τα οποία αναφέρεις που παίρνουν ως δεδομένα όλα τα δόγματα που οδηγούν “αντικειμενικά” τον άνθρωπο υποτίθεται σε κάποια Πρόοδο και “ελευθερία” αν ακολουθεί τις καλές συνταγές των ελίτ και των ετερόνομων θεσμών. Πρόκειται λοιπόν απλά περί θεμελιακής παρανοήσης του Φωτόπουλου που ελπίζω απλά να γίνεται λόγω ουσιαστικής άγνοιας του έργου του.


«Έρχομαι τώρα στην κριτική που ασκείς στο καστοριαδικό φαντασιακό, και στην δήθεν καταφυγή του στην παντοδυναμία των υποκειμενικών συνθηκών που άλλωστε δείχνεις να τις εξισώνεις στη σκέψη σου με αυτό.
Πρόκειται για γνωστή κατηγορία από το παρελθόν, με τον Μάρει Μπούκτσιν να πρωταγωνιστεί σε αυτήν και την δική του φιλοσοφία περί διαλεκτικού νατουραλισμού στην οποία κάποτε είχε εξάλλου ασκήσει κριτική, και πολύ σωστή κατά την γνώμη μου, και ο Φωτόπουλος. Τώρα βέβαια την αναπαράγουν με μεγάλη άνεση και οι Φωτόπουλος-Κουμεντάκης.»

Το ότι συμφωνεί κάποιος με μια ερμηνεία κάποιου επάνω σε ένα έργο δεν σημαίνει ότι ταυτίζεται και θεωρητικά μαζί του... Αυτό είναι μια πολύ “εύκολη” πρακτική τσουβαλιάσματος και ετεροπροσδιορισμού του άλλου, με το συμπάθιο.

«Εάν θέλουμε να μιλήσουμε λοιπόν για παρανόηση, εδώ είναι ο κατάλληλος τόπος για να την ανακαλύψουμε. Και εξηγούμαι. Ο Καστοριάδης ουδέποτε εξίσωσε τις υποκειμενικές συνθήκες με το φαντασιακό ούτε άλλωστε απέδωσε παντοδυναμία στις υποκειμενικές συνθήκες. Άλλο πράγμα έλεγε ο μακαρίτης. Όσο πιο συνοπτικά μπορώ, γιατί ανοίγουμε τεράστια θέματα εδώ.»

Ποιος είπε ότι οι υποκειμενικές συνθήκες εξισώνονται με το φαντασιακό; Εγώ είπα “τα ανάγει στις υποκειμενικές συνθήκες ΚΑΙ στο φαντασιακό” που φυσικά έχουν πολύ μεγάλη αλληλεπίδραση. Αυτό είναι άλλο ένα λογικό σφάλμα που κάνεις γιατί πολύ απλά αγνοείς τι είναι οι υποκειμενικές συνθήκες. Σε γενικές γραμμές οι υποκειμενικές συνθήκες ταυτίζονται με την κοινωνική πάλη, κάτι που δεν αφορά μόνο τη “σύγκρουση φαντασιακών” βέβαια. Περισσότερα σχετικά στο “ΠΔ – 10 Χρόνια Μετά”.

«Για τον Καστοριάδη λοιπόν, το κοινωνικό είναι τελείως άλλο πράγμα από τα υποκείμενα και τελείως άλλο πράγμα από πολλές διυποκειμενικότητες. Μόνο μέσα και χάρη στο κοινωνικό ένα υποκείμενο είναι δυνατό. Το κοινωνικό είναι ανώνυμο συλλογικό πάντοτε ήδη θεσμισμένο, εντός και δια του οποίου μπορούν να εμφανιστούν υποκείμενα που άλλωστε τα ξεπερνά απεριόριστα και περιέχει καθ’ εαυτό μια δημιουργό δύναμη (μια vis formandi) που δεν μπορεί να αναχθεί στη συνεργασία των ατόμων ή στα αποτελέσματα της διυποκειμενικότητας.»

Ναι, εγώ δεν κατάλαβα πού υπάρχει διαφωνία σε αυτή την ερμηνεία του Καστοριάδη. Είναι εντελώς άσχετη η παράθεση του σε σχέση με αυτό που εννοούμε ως υποκειμενικές συνθήκες/κοινωνική πάλη και βέβαια ξεκινάει από όλες τις παραπάνω παρερμηνείες.

«Για τον Καστοριάδη αυτό που βρίσκεται στην καρδιά κάθε κοινωνικού-ιστορικού σχηματισμού είναι το σύμπλεγμα ή το μάγμα των κοινωνικών φαντασιακών σημασιών , μέσα στις οποίες και μέσα από τις οποίες οργανώνεται και οργανώνει τον κόσμο του. Ένας κοινωνικός-ιστορικός σχηματισμός συγκροτείται αυτοθεσμιζόμενος κι αυτό σημαίνει κατά πρώτο λόγο, εγκαθιδρύοντας ένα μάγμα κοινωνικών, φαντασιακών σημασιών, δηλαδή σημασιών μη αναγώγιμων σε ένα ΄΄πραγματικό΄΄ ή σε οποιοδήποτε ΄΄ορθολογικό΄΄. Η αντίθεση αντικείμενο/υποκείμενο ή αντικειμενικές/υποκειμενικές συνθήκες είναι δευτερογενής και παράγωγη της θέσπισης των πρωταρχικών φαντασιακών σημασιών.»

Η έννοια του μάγματος προέρχεται από την ψυχανάλυση, γι' αυτό και δεν έχει σχέση με την αυτονομία, αφού καθιστά κλειστό σύστημα το οποίο εμείς αμφισβητούμε, όπως κάθε κλειστό σύστημα σκέψης στην ερμηνεία της κοινωνίας και της ιστορίας. Γι΄αυτό προφανώς και παρερμηνεύεις τον Φωτόπουλο, καθώς έχει ασκήσει κριτική στο φαντασιακό και στο “πρόταγμα της αυτονομίας” του Καστοριάδη αφού στην πραγματικότητα δεν έχουν και πολλή σχέση με την αυτονομία/δημοκρατία.

«Περνάω τώρα στην εκτίμησή σου ότι έχω λάθος που ισχυρίζομαι ότι ο Φωτόπουλος βασίζει την ανάλυσή του σε κάποιες νομοτέλειες.
Σταχυολογώ, χάριν συντομίας, αποσπάσματα από άρθρα του Τ.Φωτόπουλου στην Ελευθεροτυπία:
1)σε άρθρο της 28/3/09 διαβάζουμε ΄΄Από τη στιγμή όμως που όλες οι χώρες άρχισαν να ενσωματώνονται στη νέα διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς…τα οικονομικά της αποτελεσματικής ζήτησης αναπόφευκτα αντικαταστάθηκαν από τα οικονομικά της προσφοράς. Αναπόφευκτα, διότι η ανάπτυξη άρχισε αυξανόμενα να στηρίζεται στην εξωτερική αγορά….΄΄
2)σε άρθρο της 11/10/08 ΄΄Τέλος κατά τη Τρίτη άποψη που υποστηρίζουμε η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση δεν είναι ούτε ιδεολογία ούτε απλή αλλαγή πολιτικής που επιβλήθηκε από τους νεοφιλελεύθερους σε συνεργασία με κάποιους κακούς σοσιαλδημοκράτες. Αντίθετα αντανακλά δομικές αλλαγές μέσα στη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς(κυρίως τη δημιουργία και μαζική επέκταση των πολυεθνικών επιχειρήσεων που οδήγησε στο -άτυπο αρχικά – άνοιγμα και απελευθέρωση των αγορών που στη συνέχεια θεσμοποιήθηκε) οι οποίες σε συνδυασμό με την αλλαγή των υποκειμενικών συνθηκών…κλπ,κλπ΄΄. Σημείωση: Εδώ, όπως και στις περισσότερες αναλύσεις άλλωστε, έχουμε και επανάκαμψη του εξηγητικού μαρξιστικού σχήματος υποδομής/εποικοδομήματος ή κάνω λάθος;
3)σε άρθρο της 17/6/00 ΄΄Όμως η ίδια η δημιουργία, καθώς και η επέκταση, των επιχειρήσεων αυτών δεν ήταν παρά το αποτέλεσμα της δυναμικής της οικονομίας της αγοράς που εγκαθιδρύθηκε δύο περίπου αιώνες πριν. Το να μιλά επομένως κανείς σήμερα για την επιβολή αποτελεσματικών ελέγχων πάνω στη δραστηριότητα του διεθνούς κεφαλαίου για χάρη της εργασίας και του κεφαλαίου…είναι σαν να απαιτεί να περιοριστεί η δυναμική του ίδιου του συστήματος….΄΄

Δεν νομίζω ότι έχει νόημα να συνεχίσω έτσι επί μακρόν. Τα παραπάνω αρκούν. »


Προφανώς δεν είχες κατανοήσει τίποτα από τα παραπάνω που εξήγησα καθώς και παρακάμπτεις (ελπίζω από προκατάληψη) ότι εδώ ο Φ. μιλάει για “αναπόφευκτη κατάληξη” μέσα στο σύστημα, διότι όπως έχει αναλυθεί πολλάκις, ακριβώς ένα ΣΥΣΤΗΜΑ και ειδικά το σύστημα της οικονομίας της αγοράς/ανάπτυξης που είναι η πιο ετερόνομη δομή στην ιστορία της ανθρωπότητας, καθώς και του αλληλοσυμπληρώματος του, της αντιπροσωπευτικής “δημοκρατίας”, όταν εγκατασταθεί και επεκταθεί (κάτι στο οποίο πάλι παίζει ρόλο η κοινωνική πάλη), ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΘΕΙ ΕΥΘΕΩΣ ΚΑΙ ΑΝΑΤΡΑΠΕΙ μέσα από μια έντονη κοινωνική πάλη (εξ ου βέβαια και η πρόταξη της αντισυστημικής ανάλυσης από την ΠΔ!) έχει μια κοινωνικά ανεξέλεγκτη δυναμική η οποία πράγματι αναπόφευκτα οδηγεί σε περισσότερη συγκέντρωση δύναμης/ετερονομία. Αυτή η δυναμική διατηρείται ακόμα και αν υπάρξει ένα προσωρινό στάδιο κοινωνικού ελέγχου μέσω του κράτους που επιβάλλεται στις ελίτ μέσα από την αντίστοιχη κοινωνική πάλη (όπως ήταν η κρατικίστικη φάση της νεωτερικότητας που ο Τ.Φ. έχει αναλύσει). Σε μια τέτοια φάση, στην οποία το κράτος επειδή ουσιαστικά αποτελεί ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΘΕΣΜΟ ο οποίος εν μέρει είναι κοινωνικά ελεγχόμενος (αλλά όχι βέβαια και “αυτόνομος”, ούτε “μερικώς”) και όχι ένα κατά βάση αποσπασμένο από την κοινωνία ΣΥΣΤΗΜΑ (μια διάκριση που δεν μπορείς μάλλον να αντιληφθείς γιατί χρειάζεται απλά να έχεις μελετήσει το ίδιο το πρόταγμα της ΠΔ και όχι μόνο επιφανειακά και προβολικά τα άρθρα του Τ.Φ. στην Ελευθεροτυπία που απλά βασίζονται σε αυτό), επηρεάζεται κατά μεγάλο ποσοστό από την κοινωνική πάλη. (κάτι που καταρρίπτει και τις αστοιχείωτες κατηγορίες για “ντετερμινισμούς” κτλ. της ΠΔ).


Μέσα στο σύστημα, λοιπόν, της οικονομίας της αγοράς, τόσο η θέσμιση των οικονομικών νόμων της κοινωνίας όσο και η εκτέλεση τους είναι κοινωνικά ανεξέλεγκτα, ακόμα και από τις ίδιες τις ελίτ, οι οποίες το ελέγχουν μόνο έμμεσα! Γι΄αυτό και μιλάμε για διαχωρισμό της Κοινωνίας από την οικονομία και την πολιτεία και τη Φύση στη διάρκεια της νεωτερικότητας και δεν το βγάλαμε από το “υπερπέραν”, τη “Ψυχή” ή από κάποια υποτιθέμενη “αναμφισβήτητη αλήθεια”.

Μάλιστα, ακόμα και στα ίδια τα άρθρα που αναφέρεσαι, παρά τους περιορισμούς χώρου, υπάρχει αναφορά στην κοινωνική πάλη-υποκειμενικών συνθηκών σε σχέση με τις συστημικές τάσεις που δεν έχουν σχέση με κανένα ντετερμινισμό, ακόμα και στα ίδια τα χωρία! Ενδεικτικά:

28/3:

“Στα κράτη αυτά, η ανάπτυξη στηριζόταν βασικά στην εσωτερική αγορά και οι αγορές εμπορευμάτων και κεφαλαίου ήταν ελεγχόμενες από το κράτος, ενώ οι αγορές εργασίας υπόκειντο σε σειρά ρυθμιστικών αλλά και κοινωνικών έλεγχων που είχαν επιβληθεί ως αποτέλεσμα της Κοινωνικής Πάλης.

“Από τη στιγμή όμως που όλες οι χώρες άρχισαν να ενσωματώνονται στην νέα διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς ...” (“Από τη στιγμή όμως” καθώς δεν αναπτύσσεται κοινωνική πάλη για να την ανακόψει και να την την αμφισβητήσει.)

11/10:

“Αντίθετα, αντανακλά δομικές αλλαγές μέσα στην διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς … οι οποίες, σε συνδυασμό με την αλλαγή των υποκειμενικών συνθηκών...

17/6/00:

“Όμως, όπως είχα αναπτύξει παλιότερα από τις στήλες αυτές,[8] η παγκοσμιοποίηση, με την έννοια της διεθνοποίησης των αγορών εμπορευμάτων και κεφαλαίου (όχι αναγκαστικά και της παραγωγής) αποτελεί  μια δομική αλλαγή, η οποία είναι πράγματι μη αντιστρέψιμη και μονόδρομος—στο πλαίσιο, όμως, της οικονομίας της αγοράς.

Στο ίδιο το χωρίο μάλιστα που αναπαράγεις, επίσης “κόβεις” τις υποκειμενικές συνθήκες κατά το δοκούν:

“Το να μιλά επομένως κανείς σήμερα για την επιβολή αποτελεσματικών ελέγχων πάνω στη δραστηριότητα του διεθνούς κεφαλαίου για χάρη της εργασίας και του περιβάλλοντος... είναι σαν να απαιτεί να  περιοριστεί η δυναμική του ίδιου του συστήματος και αυτή η ίδια η ύπαρξη των πολυεθνικών επιχειρήσεων που την καθορίζουν —πράγμα βέβαια αδύνατο στο πλαίσιο του συστήματος.

κ.ο.κ.

Και βέβαια η αλληλεπίδραση των υποκειμενικών και αντικειμενικών συνθηκών αναλύεται στο βιβλίο “ΠΔ – 10 Χρόνια Μετά” αλλά και στο περιοδικό “Περιεκτική Δημοκρατία” τεύχος 18-19 όπου ενδεικτικά από το σχετικό άρθρο για την «επιδεινούμενη καπιταλιστική κρίση» που καταρρίπτει κάθε παρανοήση περί... “νομοτέλειας” και λοιπών:


“Εντούτοις, όπως προσπάθησα να δείξω αλλού,i η νέα μορφή της οικονομίας της αγοράς, η οποία εγκαθιδρύθηκε τα τελευταία περίπου είκοσι πέντε χρόνια -- αυτό που ονομάζουμε «διεθνοποιημένη« οικονομίας της αγοράς (και όχι «παγκοσμιοποιημένη» οικονομία, που εσφαλμενος όρος)--αντιπροσωπεύει μια δομική αλλαγή, την μετάβαση σε μια νέα μορφή νεωτερικότητας, δηλαδή την μετάβαση από την κρατικιστική στην νεοφιλελεύθερη νεωτερικότητα, και όχι απλως μια αλλαγή στην οικονομική πολιτική ή μια ιδεολογία, όπως υποστηρίζει η ρεφορμιστική Αριστερά. Με αυτή την έννοια, η σημερινή παγκοσμιοποίηση (οπως συνηθως αποκαλειται η διεθνοποίηση) είναι πράγματι ένα νέο φαινόμενο, παρόλο που είναι το αποτέλεσμα της εκβασης της Κοινωνικης Παλης, σε αλληλεπιδραση με την δυναμική της οικονομίας της αγοράς που εγκαθιδρύθηκε πριν από δύο αιώνες και οδηγησε στην αγοραιοποιηση της οικονομιας, δηλαδη στην διαδικασια ελαχιστοποιησης των κοινωνικων ελεγχων πανω στις αγορες και κυριως εκεινων που αποσκοπουσαν στην προστασια της εργασιας και του περιβαλλοντος οι οποιοι ερχοντουσαν σε συγκρουση με την οικονομικη «απολεσματικοτητα» και την κερδοφορια. Η εμφάνιση και ταχεία επέκταση των πολυεθνικών εταιρειών (ένα νέο φαινόμενο στην ιστορία της καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς), οδήγησε αρχικα σε ένα άτυπο άνοιγμα και απελευθέρωση των αγορών, που αργότερα θεσμοθετήθηκε από τον Θατσερισμο και τα Ρηγκανομικς. Ήταν αυτή η εξέλιξη, η οποία, σε συνδυασμο με την αλλαγή στις υποκειμενικές συνθήκες, δηλαδή, την παρακμή των εργατικών και σοσιαλιστικών κινημάτων στον απόηχο της αποβιομηχάνισης στη Δύση (βλέπε παρακάτω), σηματοδότησε την κατάρρευση της σοσιαλδημοκρατίας.

Ωστόσο, το γεγονος οτι μπορουμε να διακρινουμε διαφορες φασεις νεωτερικοτητας--συμφωνα παντα με την εκαστοτε εκβαση της Κοινωνικης Παλης-- σε καποιες απο τις οποιες η ιστορικη ταση για περαιτερω αγοραιοποιηση που υιοθετουσε η ελιτ ηταν κυριαρχη (φιλελευθερη και νεοφιλελευθερη φαση) ενω σε αλλες φασεις καποιες εναλλακτικες τασεις που στοχευαν στην προστασια της κοινωνιας απο την αγορα εγιναν κυριαρχες (κρατικιστικη φαση) δεν συνεπάγεται, όπως υποθέτει ο Wallerstein και η ρεφορμιστικη Αριστερα, ότι ολες οι αλλαγες που συνοδευαν την μετάβαση από την μια φάση της νεωτερικότητας στην αλλη ηταν εξισου αναστρεψιμες μεσα στο συστημα. Στην πραγματικότητα, όπως προσπάθησα να δείξω στην Περιεκτική Δημοκρατίαii, θα πρεπει να διακρινουμε μεταξυ, απο τη μια μερια, των αλλαγων που συνοδευσαν τη μεταβαση απο την φιλελευθερη φαση της νεωτερικοτητας τον 19ο αιωνα στην κρατικιστικη τον 20ο αιωνα και, απο την αλλη, αυτες που συνοδευσαν τη μεταβαση απο τη κρατικιστικη στην νεοφιλελευθερη φαση.

Ειναι φανερο οτι οι πρωτες (οι αλλαγες που συνοδευσαν τη μεταβαση στην κρατικιστικη φαση) ηταν ασυμβατες με την μακροπροθεσμη ταση της οικονομιας της αγορας για περαιτερω αγοραιοποιηση και επιβλήθηκαν μέσω λαϊκής πίεσης πάνω στις ελίτ, κατω απο εξαιρετικα ευνοικες για τα λαικα κινηματα συνθηκες, τοσο αντικειμενικες (κυριαρχια εθνους-κρατους) αλλα και υποκειμενικες (ανθηση του εργατικου και του σοσιαλιστικου κινηματος). Οι ελιτ απλως ανεχθηκαν αυτες τις αλλαγες, εφοσον αντιμετώπιζαν το δίλημμα είτε να δεχθούν σοβαρούς κοινωνικούς ελέγχους πάνω στις αγορές και τις «ελευθερίες» τους, έτσι ώστε να μπορέσουν να σώσουν το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα (και το «κεφάλι» τους!) είτε, εναλλακτικά, να δουν την εξαφανιση τους, όπως στο αναπτυσσόμενο, εκείνη την εποχή, στρατόπεδο του «υπαρκτού σοσιαλισμού»iii.

Απο την αλλη μερια, οι δευτερες (οι αλλαγες που συνοδευαν τη μεταβαση στην νεοφιλελευθερη φαση) ηταν πληρως συμβατες με την μακροπροθεσμη ταση της οικονομιας της αγορας για περαιτερω αγοραιοποιηση και επιβληθηκαν κατω απο συνθηκες ιδιαιτερα ευνοικες για τις ελιτ, τοσο αντικειμενικες (διεθνοποιηση της οικονομιας της αγορας) οσο και υποκειμενικες (καταρρευση της παραδοσιακης αντισυστημικης Αριστερας)iv Οι αλλαγες αυτες επομενως, αντιθετα με αυτες που συνοδευσαν τη μεταβαση στη κρατικιστικη φαση (σοσιαλδημοκρατια), οι οποιες επεβληθηκαν “απο μεσα” στο συστημα , ειναι μη αναστρεψιμες μεσα σε αυτο. Με αλλα λογια, μονο μια επαναστατικη αλλαγη του συστηματος θα μπορουσε ν ανατρεψει τη σημερινη νεοφιλελευθερη παγκοσμιοποιηση, η οποια σημερα μετατρεπεται παντου σε σοσιαλφιλελευθερη παγκοσμιοποιηση, με την αμεση βοηθεια των τ. σοσιαλδημοκρατων και νυν σοσιαλφιλελευθερων και την εμμεση στηριξη απο την ρεφορμιστικη Αριστερα. Οχι μονο σημερα ο καπιταλισμος ειναι ισχυροτερος παρα ποτε –παρα το γεγονος οτι βρισκεται στο μεσο μιας καταστροφικης κρισης-- εξαιτιας της εκλειψης της αντισυστημικης Αριστερας και του συμβιβαστικου ρόλου της ρεφορμιστικής Αριστεράς (υποστηριζόμενης από τους Wallerstein, Chomsky, Albert και άλλους που υιοθετουν τις θεσεις του Παγκόσμιου Κοινωνικού Φόρουμ) αλλά έχει, επίσης, δημιουργήσει τις αντικειμενικές συνθήκες που καθιστούν οποιαδήποτε ανατροπή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης «από μέσα» σχεδόν αδύνατη. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι κανένα ρεφορμιστικό Αριστερό κόμμα (ακόμα και ένα διεθνές όπως η «Ευρωπαϊκή Αριστερά») δεν θα μπορούσε ποτέ να εφαρμόσει οποιεσδήποτε αποτελεσματικές πολιτικές για την ανατροπή του νεοφιλελευθερισμού μεσα σε ένα πλαίσιο ανοικτών και απελευθερωμένων αγορών. Όμως, οι ανοικτές και απελευθερωμένες αγορές είναι απολύτως απαραίτητη προϋπόθεση για αυτην την ίδια την λειτουργία μιας διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς που βασίζεται σε πολυεθνικές εταιρείες. Αυτός είναι ο λόγος που αναφέρθηκα παραπάνω σε μια σοβαρή δομική αλλαγή μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα που αντιπροσωπεύει η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση - μια αλλαγή που προφανώς δεν ειναι αναστρέψιμη από μέσα (όπως υποθέτει ο Wallerstein), εφόσον μόνο εάν ένα Αριστερό κόμμα θα ήταν διατεθειμένο να καταργήσει τις ίδιες τις πολυεθνικές εταιρείες και να θέσει τις αγορές κατω απο αυστηρούς κοινωνικούς ελέγχους θα μπορούσε να πραγματοποιηθει μια τέτοια αντιστροφή. Ομως, αν ενα κομμα εφθανε σε αυτο το σημειο θα είχε ήδη προσχωρήσει στην αντισυστημική Αριστερά!“



Με βάση αυτήν την αλληλεπίδραση, λοιπόν, έχει κάνει την περιοδολόγηση της νεωτερικότητας ο Τ.Φ., κάτι που είναι ένα χωρίς προηγούμενο φιλοσοφικό και πολιτικό-οικονομικό επίτευγμα που συνθέτει και υπερβαίνει όλες τις προηγούμενες ελευθεριακές αναλύσεις και απόλυτα συμβατό με την αρχή της αυτονομίας, σε αντίθεση με τη “φαντασιακή θέσμιση” της κοινωνίας του Κ.


«Υπενθυμίζω ότι στο άρθρο μου ήμουν πολύ προσεκτικός κάνοντας λόγο ΄΄ για αναλύσεις που εμφορούνται από νομοτελειακού τύπου συνδηλώσεις΄΄. Μήπως πρέπει να το ξανασκεφτώ και να μιλήσω για ολική επαναφορά του ντετερμινισμού ; Το σχήμα σύμφωνα με το οποίο εάν εμφανιστούν κάποιες αρχικές συνθήκες και όροι τίθεται σε λειτουργία μια δυναμική αναπόφευκτη και αναπόδραστη διαφέρει ελάχιστα έως σχεδόν καθόλου από εκείνο στο οποίο δεν λαμβάνεται καν υπόψη η τυχαιότητα της εμφάνισης κάποιων αρχικών παραγόντων αλλά όλοι οι όροι εντάσσονται σε μια καθολική αιτιακή αλύσσωση. Αναπότρεπτα, για να κάνουμε κι ένα λογοπαίγνιο, η πρώτη λογική, ως πρωτοξάδερφη της δεύτερης, θα ολισθήσει σταδιακά στην αγκαλιά εκείνης.»


Κι εδώ γενικολογίες και ασάφειες που προέρχονται από την επιλογή “πολλών αληθειών” ως “αλήθειας”, δηλαδή του μεταμοντέρνου παραδείγματος.

Αυτό που επαναλαμβάνει κάθε φορά ο Φ. που υποτίθεται έχεις διαβάσει είναι ότι η συσσώρευση δύναμης γίνεται αναπόφευκτα μέσα στο σύστημα, εφόσον δεν αναπτυχθεί κοινωνική πάλη εναντίον του ίδιου του συστήματος (όπως σου έδειξα παραπάνω)! Πάλι δηλαδή δεν μπορείς να κατανοήσεις πως το γεγονός ότι το σύστημα της οικονομίας της αγοράς λειτουργεί με ετερόνομους νόμους όπου το “τι, για ποιον και πώς παράγεται” αποφασίζεται από τις τιμές, καθώς και ότι έχει τη δική του δυναμική συσσώρευσης και μετατροπής της σε οικονομία ανάπτυξης λόγω του αυτορυθμιζόμενου χαρακτήρα του, ΕΦΟΣΟΝ δεν αμφισβητείται άμεσα και δεν ανατρέπεται το ίδιο από την κοινωνική πάλη (όπως επαναλαμβάνεται διαρκώς από τον Τ.Φ. και την ΠΔ), αποτελεί μια “αντικειμενική συνθήκη” καθότι η ύπαρξη και ο τρόπος λειτουργίας του γίνεται κοινώς αποδεκτό διυποκειμενικά ή αντικειμενικά (και τα αποτελέσματα του πολύ περισσότερο αντιληπτά από τη συντριπτική πλειονότητα της ανθρωπότητας!).

Το πώς, όμως, ερμηνεύεται αυτό, έχει σχέση με την επιλογή του δικού μας παραδείγματος/αρχής. Αν επιλέξουμε την αρχή της αυτονομίας και όχι κάποια μεταμοντέρνα “μη-αρχή”, μπορούμε εύκολα να κατατάξουμε το σύστημα αυτό στο πιο ετερόνομο σύστημα στην ιστορία (και αυτό δε σημαίνει ότι είναι ταυτόχρονα και μερικώς...αυτόνομο όπως υπέθεσες, απλά ότι υπάρχουν μικρο-σφαίρες στο ευρύτερο κοινωνικό/οικονομικό πεδίο ΕΞΩ από το σύστημα και τους ετερόνομους θεσμούς όπου η ιστορική κοινωνική πάλη έχει δημιουργήσει συνθήκες αυτονομίας, τις οποίες άλλωστε εμείς οι ίδιοι εκμεταλλευόμαστε για να χτίσουμε τους νέους εναλλακτικούς περιεκτικοδημοκρατικούς θεσμούς!!), που θεσμοθέτησε το διαχωρισμό της κοινωνίας από την οικονομία, τη φύση και έμμεσα της πολιτείας, μέσω του συμπληρώματος του, της αντιπροσωπευτικής “δημοκρατίας”.


«Γιατί δηλαδή να ξεκινήσουμε την ντετερμινιστική μας κούρσα δυό αιώνες πριν στην φάση εγκαθίδρυσης της οικονομίας της αγοράς και να μην πάμε πολύ μακριά την βαλίτσα μέχρι και την στιγμή της μεγάλης έκρηξης και να πούμε ότι άπαξ και δημιουργήθηκαν οι τάδε αρχικές συνθήκες, ο κβαντικός κυματισμός του κενού ας πούμε, όλα τα υπόλοιπα προέκυψαν αναπότρεπτα;
Ας μην το παρακάνουμε όμως και ας περιοριστούμε στην πολύ σημαντική όντως φάση για την οικονομία της αγοράς που συνιστά η μετάβαση από τον εμπορευματικό στον βιομηχανικό καπιταλισμό.
Τι απαιτεί αυτή; Δυό βασικά πράγματα. α) ένα προλεταριάτο που να μην έχει που την κεφαλήν κλίναι και θα είναι υποχρεωμένο να πουλήσει την εργατική του δύναμη στις φάμπρικες για 16 ώρες την ημέρα, β)μια εμπορευματική αστική τάξη, συνήθως εφοπλιστές και δουλέμποροι και γ)κεφάλαια που θα τα χρησιμοποιήσουν οι αστοί για να αγοράσουν μηχανήματα, πρώτες ύλες, κτίρια και για να μισθώσουν την εργατική δύναμη των προλετάριων
Ενώ λοιπόν στο Λίβερπουλ οι εφοπλιστές και δουλέμποροι επενδύουν στη βιομηχανία τα κεφάλαια που έχουν αντλήσει από το εμπόριο, λίγο μακρύτερα στη Νάντη οι εκεί 300 οικογένειες εφοπλιστών και δουλεμπόρων που διακρίθηκαν ως επιτυχημένοι και οξυδερκείς έμποροι, χρησιμοποίησαν τα κεφάλαιά τους για να κατασκευάσουν οικοδομήματα γι’ αυτούς τους ίδιους, μιμούμενοι τη Βενετία και το Άμστερνταμ. Κάλεσαν εφευρέτες για να δημιουργήσουν τη νήσο Φεϊντάου, όπου έκτισαν τα μέγαρά τους, και την αποκάλεσαν μικρή Ολλανδία. Παρ’όλα αυτά, στο Σατομπριάν 50 χιλιόμετρα μακριά υπήρχε σίδηρος και θα μπορούσαν να είχαν βρει κάρβουνο.
Αυτό το παράδειγμα κάνει ξεκάθαρο ότι δεν υπάρχει αποφασιστικός καθορισμός του κοινωνικού από το οικονομικό. »


Πάλι εδώ δεν αντιλαμβάνεσαι ότι πρόκειται για ένα ετερόνομο και ανεξέλεγκτο κοινωνικά σύστημα (εφόσον εδραιώνεται και δεν αμφισβητείται από ένα μαζικό αντισυστημικό κίνημα) και όχι απλά για το “οικονομικό που καθορίζει το κοινωνικό” όπως το ισοπεδώνεις, δίνοντας μάλιστα ουσιαστικά παραπλήσια αξία σε κοινωνικές οικονομικές δραστηριότητες που περιέχουν στοιχεία υποτίθεται “αυτονομίας” --και λέω “υποτίθεται” καθώς πάλι μπερδεύεις την αυτονομία/δημοκρατία με την “'ατομική αυτονομία” όπως κάνουν οι φιλελεύθεροι (το να μαζέψεις φράγκα και να πας να χτίσεις μέγαρα σε ένα νησί και να απομονωθείς από τον υπόλοιπο κόσμο δεν αποτελεί βέβαια έκφραση αυτονομίας!)-- και σε ένα ολόκληρο ετερόνομο και μη-κοινωνικά ελεγχόμενο σύστημα που εγκαταστάθηκε και επεκτάθηκε παράλληλα και αργότερα! Αυτή η οπτική τι σχέση έχει με την επιλογή της αυτονομίας με την οποία μπορείς κάλλιστα να κάνεις σαφείς διαβαθμίσεις της ετερονομίας στην οποία ανήκουν τα παραδείγματα που αναφέρεις;;

Επίσης, για ακόμα μια φορά δεν υπάρχει καμία επαφή της ανάλυσης μας με έναν “αποφασιστικό καθορισμό” ούτε “ντετερμινισμό”, καθώς εκτός όλων των παραπάνω που αναλύθηκαν, αν δεχόμασταν τον αποφασιστικό καθορισμό και τον ντετερμινισμό δεν θα ήμασταν εμείς οι ίδιοι δυνάμει αυτόνομοι πολίτες και μάλιστα σε μια περίοδο της πιο φοβερής οικονομικής ετερονομίας-συσσώρευσης οικονομικής δύναμης στην ιστορία - και βέβαια συνακόλουθα δεν θα προτείναμε το πρόταγμα της ΠΔ ως τη μοναδική λύση από την φοβερή επιδεινούμενη κρίση και για την επανενσωμάτωση πολιτείας, οικονομίας και Φύσης στην Κοινωνία! Κάνεις δηλαδή τεράστια λογικά άλματα στην ανάλυση σου ακριβώς επειδή δεν υιοθετείς τις ίδιες αρχές με εμάς που είναι η πεμπτουσία του μη-ντετερμινισμού και της ελεύθερης δημιουργίας της κοινωνίας και των υποκειμένων.


«Μελετώντας την γένεση του βιομηχανικού καπιταλισμού διαπιστώνουμε ήδη στις αρχικές συνθήκες την ύπαρξη και τη δράση αστάθμητων παραγόντων. Ποιοί είναι αυτοί; 1) Για να βρεθούν διαθέσιμα εργατικά χέρια για τις φάμπρικες πρέπει οι γαιοκτήμονες να διώξουν τους αγρότες από τους κλήρους τους και να τους αποστερήσουν από τις κοινοτικές γαίες με τους νόμους περί περίφραξης των γαιών. Αλλά αυτή είναι μια διαδικασία που εξελίσσεται ταυτόχρονα και κατά τύχη, δηλαδή συ(ν)-βαίνει, 2)Επιθυμία, βλέψη των εμπόρων να επενδύσουν τα χρήματά τους σε μηχανήματα και όχι σε μέγαρα και γι αυτό απαιτείται οι συνολικές πολιτισμικές συνθήκες να επιτρέπουν σε κάποιους ανθρώπους να εκμεταλλευτούν κάποιες τεχνικές εφευρέσεις για να κερδοσκοπήσουν. Ανάλογες τεχνικές εφευρέσεις είχαν γίνει και κατά την αρχαιότητα ή στην Κίνα, χωρίς όμως να εμφανιστεί ο καπιταλισμός. Πως θα μπορέσει λοιπόν κάποιος να αποδώσει ρόλο πρωταρχικής αιτιότητας στο οικονομικό; »

Πάλι φαίνεται ότι δεν έχεις διαβάσει τίποτα από ΠΔ και δε λαμβάνεις υπόψη όλα τα παραπάνω διότι, όπως είπα, το γεγονός του πρωτεύοντος οικονομικού στοιχείου για την ετερόνομη κοινωνία που ανέκυψε στη νεωτερικότητα είναι ακριβώς ο διαχωρισμός κοινωνίας από την οικονομία που επιτελέστηκε σε αυτήν την περίοδο λόγω της εγκατάστασης και επέκτασης του συστήματος της οικονομίας αγοράς/ανάπτυξης. Συνεπώς, αυτό που λες σχετικά με την “πρωταρχική αιτιότητα” προκαπιταλιστικά δεν έχουν καμία σχέση με την ανάλυση μας και είναι απλά παρανοήσεις για όλους τους παραπάνω λόγους.


«Πως μπορούμε να μιλήσουμε καν για αιτιότητα; Μας είναι αδύνατο ακόμη και να θεωρήσουμε την οικονομία σαν παράγοντα διαχωρίσιμο από την υπόλοιπη κοινωνία. Και εάν δεν μπορούμε να εφαρμόσουμε αυτές τις κατηγορίες ήδη από την κρίσιμη πρωταρχή πως μπορούμε να το κάνουμε σε μεταγενέστερα στάδια;»

Αμφισημία, αμφιβολία, ασάφεια, στα όρια ενός μεταφυσικού υπαρξισμού και μέσα στα πλαίσια του αποδομισμού. Μας είναι πράγματι δυνατό να θεωρήσουμε την οικονομία διαχωρίσιμη από την υπόλοιπη κοινωνία για όλα τα παραπάνω που ανέφερα και γιατί ακριβώς στόχος ενός δυνάμει αυτόνομου ανθρώπου είναι το να ανακαλύπτει τη δική του αλήθεια και την αλήθεια της κοινότητας του, κάτι που έχει βέβαια άμεση σχέση με τη χρήση ορθολογικών μεθόδων για την ερμηνεία των κοινωνικών φαινομένων.

«Θα ολοκληρώσω με την κριτική που ασκήθηκε σε κάποιες πολιτικές θέσεις του Καστοριάδη.
1)Θεωρήθηκαν αμφιλεγόμενες οι πολιτικές του θέσεις σε σχέση με τα Δεκεμβριανά του ΄44. Εκείνο που ενόχλησε ήταν ότι τα είχε χαρακτηρίσει ως απόπειρα πραξικοπήματος από το ΚΚΕ.
Και ερωτώ τώρα εγώ. Δεν ήταν; Τι ήταν τα Δεκεμβριανά, κάποια γνήσια, λαϊκή επανάσταση ή κάποιο επαναστατικό κίνημα; Παρεμπιπτόντως η κατάταξη του ΚΚΕ στην ΄΄αντισυστημική΄΄ μπάντα του πολιτικού φάσματος, είναι το ίδιο αμφιλεγόμενη πολιτική θέση ή πρέπει να θεωρήσουμε ότι δικαιώθηκε πλήρως από την στάση αυτού του κόμματος στα πρόσφατα Δεκεμβριανά του 2008;»

Εδώ για άλλη μια φορά δεν κατανοείς βασικές έννοιες που χρησιμοποιούμε και έχουν άμεση σχέση με την αρχή της αυτονομίας/δημοκρατίας. Φυσικά και από τη σκοπιά της αυτονομίας τα Δεκεμβριανά αποτέλεσαν μια έκφανση της κοινωνικής πάλης και του αγώνα για αυτονομία, εκτός και αν ως “πραξικόπημα” εσύ εννοείς την αντίσταση σε ένα ετερόνομο καθεστώς που κατά βάση προϋπήρχε και συνεργάστηκε με τις φιλελεύθερες ολιγαρχίες του συστήματος στη Δύση που ήθελαν να επιβάλουν το σύστημα τους στο μεγάλο μέρος του λαού! Αυτό τι ακριβώς σχέση έχει με την αυτονομία/δημοκρατία; Αντιδραστική εξήγηση και ερμηνεία της πραγματικότητας αποτελεί.

Και προφανώς τα Δεκεμβριανά όπως και γενικότερα κάθε άλλη λαϊκή εξέγερση ή επανάσταση δεν τα κρίνουμε με βάση το τι επιδίωκαν οργανώσεις όπως το ΚΚΕ αλλά με βάση το λαϊκό αγώνα για αυτονομία – εκτός και αν θεωρήσουμε ότι οι εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες που πήραν μέρος σε αυτά ήταν καθοδηγούμενα όργανα της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ! Με την ίδια λογική θα λέγαμε ότι και η Σοβιετική Επανάσταση ήταν πραξικόπημα!!

Τέλος, φυσικά και δεν είναι “αμφιλεγόμενη” η κατάταξη του ΚΚΕ στην αντισυστημική μπάντα του πολιτικού φάσματος. Το αν είναι αντισυστημικό (και όχι ΑΥΤΟΝΟΜΟ/δημοκρατικό – πάλι μπερδεύεις βασικές έννοιες) κάτι κρίνεται από το πρόταγμα του και τις θέσεις του και όχι από τις επί μέρους ερμηνείες που δίνει σε γεγονότα και συμβάντα όπως ήταν η αντιδραστική του στάση στα δεκεμβριανά, κάτι που έχει να κάνει πολύ απλά με τις διαφορετικές ιδεολογικές ετερόνομες αφετηρίες του ΚΚΕ σε σχέση με άλλα αντισυστημικά κινήματα που βέβαια δεν έχουν σχέση με το παράδειγμα της ΠΔ.

Επίσης, σε αντίθεση με τον Καστοριάδη κτλ., το ΚΚΕ είχε στραφεί εξ αρχής ενάντια στην ΕΕ και αυτό είναι πράγματι αντισυστημική θέση.



«2)Επανειλημμένα ο Φωτόπουλος έχει μεμφθεί τον Καστοριάδη ότι απαλλάσσει την οικονομία της αγοράς από την ευθύνη που έχει για την καταστροφή του Νότου μετατοπίζοντάς την στις φαντασιακές σημασίες που αναπτύχθηκαν στο Νότο. Αναρωτιέμαι: η καταστροφική επίδραση της εξάπλωσης του καπιταλισμού πάνω στις κοινότητες του Νότου έρχεται σε σύγκρουση ή αναιρεί την καστοριαδική διάγνωση για τις άλλου είδους φαντασιακές θεσμίσεις των εν λόγω κοινωνιών; ή μήπως οι δύο θέσεις λειτουργούν συμπληρωματικά και ενισχύουν η μία την άλλη;»


Κάθε άλλο παρά συμπληρωματικά λειτουργούν οι δύο θέσεις. Η θέση του Κ. είναι μια “αριστερή” εκλέπτυνση της θέσης των αστών διανοουμένων ότι για την υπανάπτυξη στο Νότο φταίει η κουλτούρα τους (αστοί) ή οι “φαντασιακές θεσμίσεις τους” (Κ.) και όχι η αποικιοκρατία και επιπλέον η εξαρτημένη ανάπτυξη(μαζί με τα τα “φαντασιακά” των ελίτ που τα επέβαλαν), μέσω της καταστροφής των δικών τους οικονομικών κοινοτήτων, κάτι που αποτελεί κραυγαλέο υποκειμενισμό.

Όπως είπα ούτε ο Φωτόπουλος και κανείς στην ΠΔ δεν ταυτίζει τα “φαντασιακά” μιας κοινωνίας με την εξάπλωση σε αυτή ενός συστήματος, όπως υπονοείς. Αντιθέτως τα επί μέρους κοινωνικά παραδείγματα μιας κοινωνίας μπορεί να είναι και αυτόνομα, συνειδητά ή λιγότερο συνειδητά - το πρόβλημα είναι ποιο είναι το κυρίαρχο παράδειγμα μιας ετερόνομης κοινωνίας (αφού έχουν εγκατασταθεί με τη βία ή μη σε αυτή ετερόνομοι θεσμοί και συστήματα), το οποίο είναι πάντα ετερόνομο, κάτι που απλά ο Καστοριάδης δεν έλαβε υπόψη ακριβώς επειδή οι ταξικές αναφορές του πήγαν περίπατο. Δηλαδή πάλι κάνεις το ίδιο λάθος με το προηγούμενο ποστ σου και μπερδεύεις το αταξικό “φαντασιακό” του Καστοριάδη (και ισοπεδωτικό γι' αυτόν το λόγο) με το ταξικό “κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα” του Φωτόπουλου.

Επαναλαμβάνεις επιπλέον τις ίδιες προβληματικές απορίες γιατί αποδίδεις υποτιθέμενο “ντετερμινισμό” στον Φωτόπουλο, ενώ πολύ απλά δεν μπορείς να καταλάβεις ότι όλη η βάση του προτάγματος της ΠΔ (όπως ανέφερα πριν) παίρνει υπόψη ότι μια ετερόνομη κοινωνία (όπως και τα υποκείμενα) έχει μέσα της πάντα σπέρματα αυτονομίας και “φαντασιακών” που δεν έχουν αναγκαστικά άμεση σχέση με το εκάστοτε κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα, όμως ένα σύστημα ή μια ετερόνομη κοινωνική δομή ή θεσμός όπως το κράτος, όχι.



«Δηλαδή η διαπίστωση ότι οι Αφρικανοί που δουλεύουν στα δυτικά εργοτάξια της πατρίδας τους τρεις ημέρες την εβδομάδα και αφού κερδίσουν αρκετά χρήματα για να αγοράσουν τρόφιμα ή δώρα για τα μέλη της οικογένειάς τους, επιστρέφουν στο χωριό τους, έρχεται σε σύγκρουση με το γεγονός της εξάπλωσης της οικονομίας ανάπτυξης στην αφρικάνικη ήπειρο; »

Συγκρίνεις πάλι εντελώς ανόμοια πράγματα: ένα ετερόνομο κοινωνικά ανεξέλεγκτο σύστημα που αποτελεί “αντικειμενική τάση” εφόσον εγκατασταθεί κι επεκταθεί, με το αν έχει και στοιχεία αυτονομίας μέσα της μια ετερόνομη κοινωνία, κάτι που δεν έχει ποτέ αμφισβητηθεί από την ΠΔ και κανέναν δυνάμει αυτόνομο άνθρωπο, γιατί πολύ απλά θα έπρεπε να έχει αυτοκαταργηθεί αυτός αλλά και η ΠΔ!!!


«Κι αυτό σημαίνει ότι όποιος διαπιστώνει αυτήν την συμπεριφορά απαλλάσσει τον καπιταλισμό από τις ευθύνες του;»

Φυσικά και δεν απαλλάσσει αναγκαστικά τον καπιταλισμό από τις “ευθύνες του”(!), το ερώτημα πάλι είναι ποιο είναι το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα σε μια ετερόνομη κοινωνία ή αν απλά αυτή υιοθετεί ένα “μάγμα φαντασιακών” που λες τα οποία υποτίθεται λειτουργούν με μεταφυσικό σχεδόν τρόπο “αυτόνομα” από το ετερόνομο κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα αλλά και από ίδια τα σπέρματα της αυτονομίας των κοινοτήτων αυτών των κοινωνιών, που είναι η πεμπτουσία των διαφόρων κοινωνικών παραδειγμάτων σε μια ετερονομη κοινωνία. Και είναι ετερόνομη ακριβώς επειδή στην πραγματικότητα της έχει επιβληθεί ένα ετερόνομο σύστημα, θεσμοί και το ανάλογο “φαντασιακό”, από τις ελίτ που το ελέγχουν, για να την ετεροκαθορίζουν, ανεξάρτητα από τα παράλληλα - δευτερεύοντα αυτόνομα “φαντασιακά” ή κοινωνικά παραδείγματα που αυτή η κοινωνία πράγματι μπορεί να έχει.


«3)Σφοδρή κριτική έχει υποστεί και η θέση του Καστοριάδη για την μετατροπή της παγκόσμιας οικονομίας σε ΄΄πλανητικό καζίνο΄΄, διότι όπως εκείνος υποστήριζε ΄΄ αυτό που γίνεται αυτή τη στιγμή με το χάος που υπάρχει στην διεθνή οικονομία.. δεν είναι σε όφελος της καπιταλιστικής τάξης αλλά εκφράζει την αδυναμία της να κατευθύνει το ίδιο της το σύστημα΄΄. Ο Φωτόπουλος αντέτεινε ότι το χάος αυτό δεν είναι παρά η συνέπεια της απελευθέρωσης των αγορών και κυρίως της αγοράς κεφαλαίου η οποία κάθε άλλο παρά αθέλητη ήταν αλλά αντίθετα ικανοποιεί απόλυτα τις ανάγκες της σημερινής διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς.
Ερωτώ: Αποκλείεται τα αποτελέσματα και οι συνέπειες των ενεργειών των κοινωνικών ομάδων και τάξεων να υπερβαίνουν τις προθέσεις και τους σκοπούς τους; Και αυτό είναι ένα φαινόμενο περιστασιακό ή συμβαίνει κατ’ εξακολούθηση στην ιστορία;»


Καλά, “κατά λάθος” απελευθέρωσαν όλες τις αγορές που οδήγησαν στο
πλανητικό “καζίνο” ή γιατί οι πολυεθνικές δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν αναπτυξιακά στο προηγούμενο κρατικίστικο σύστημα; Απλά, η κατάργηση ακόμα και των ρυθμιστικών ελέγχων όπως έγινε και οδήγησε εν μέρει στην κρίση μπορεί να θεωρηθεί “υπερβολή” από τις ελίτ και γι' αυτό τους επαναφέρουν οι «20», όμως το καζίνο οφείλεται στην απελευθέρωση των αγορών και όχι μόνο των χρηματοπιστωτικών.

Είναι λοιπόν εξόφθαλμος ο σολιψισμός από τον Κ. στο θέμα διότι στην πράξη η συγκέντρωση δύναμης που έχει γίνει με τον “καπιταλισμό-καζίνο” που προέκυψε υποτίθεται ξαφνικά ή “κατά λάθος” στη νεοφιλελεύθερη νεωτερικότητα, λες και πριν δεν ήταν “καζίνο”, μπορεί να δειχτεί από πηγές του ίδιου του συστήματος αλλά και διυποκειμενικά και κυρίως από την ελευθεριακή σκοπιά, ότι έχει φτάσει σε δυσθεώρητα επίπεδα και είναι πρωτοφανής στην ιστορία. Και φυσικά μπορεί να δειχτεί ότι παρότι το σύστημα άμεσα δεν μπορεί να ελεγχθεί από τις ελίτ, όπως έγραψα, μπορεί έμμεσα να ελεγχθεί με τη βοήθεια του κράτους που ακριβώς παίζει αυτόν το ρόλο στη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς. Συνεπώς όπως έχει αναλύσει πολλές φορές στις αναλύσεις του ο Τ.Φ., σαφώς τα αποτελέσματα μπορούν να υπερβαίνουν τις προθέσεις και τους σκοπούς τους,(άλλωστε και για την κρίση κάτι παρόμοιο έγινε και άλλωστε το επισήμανε εκτενώς και ο Τ.Φ. στα άρθρα του), αφού δεν είναι άμεσα ελεγχόμενη η οικονομία από αυτές που εξηγεί και την εσωτερική “αναρχία” του συστήματος, όμως η δυναμική στη συγκέντρωση δύναμης ΜΕΣΑ στο σύστημα (που υποτίθεται είναι η... “νομοτέλεια” του Τ.Φ.!) δεν ανακόπτεται εκτός και αν αμφισβητηθεί ευθέως από ένα μαζικό αντισυστημικό κίνημα μέσα στην κοινωνική πάλη. Γενικά, είναι ζητούμενο να υπάρχει και κάποια αλήθεια σε αυτά που λέγονται και να μη βγαίνουν βέβαια «αλήθειες» από τη... “διαύγαση” όπως έκανε στο ύστερο έργο του ο Κ.

Επίσης, το ίδιο συμβαίνει και από την πλευρά της κοινωνικής πάλης και όχι μόνο από την πλευρά των ελίτ και πράγματι εμφανίζεται συχνά στην ιστορία: βασικά αυτό είναι που προσπαθούμε να υπερβούμε με την ΠΔ, δηλαδή το γεγονός ότι οι ενέργειες των δυνάμει αυτόνομων κοινωνικών ομάδων και κινημάτων σε μια στιγμή αιχμής της κοινωνικής πάλης όπως οι επαναστάσεις, δεν ακολουθούνται συνήθως από αντίστοιχους αυτόνομους/δημοκρατικούς θεσμούς διότι τα ίδια τα πολιτικά προτάγματα που υιοθετούν κυρίως μεταεπαναστατικά οι εκάστοτε επαναστατικές “πρωτοπορίες” και έμμεσα δέχεται ο λαός (λόγω των διαφορών στη συνειδητοποίηση που ανέφερα στην αρχή) είναι ετερόνομα.

Αυτό λοιπόν που προσπαθούμε να κάνουμε είναι να αναπτύξουμε τις υποκειμενικές και αντικειμενικές συνθήκες μέσα από το πρόταγμα μας ώστε να μεταβούμε σταδιακά και μέσα από ένα ριζικό μετασχηματισμό, έξω από το σύστημα της οικονομίας της αγοράς και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας καθώς και των ιεραρχικών θεσμών, σε μια αυτόνομη κοινωνία διαρκούς αυτοθέσμισης σε όλα τα επίπεδα, δηλαδή σε μια Περιεκτική Δημοκρατία, που θα εξασφαλίζει την αυτονομία και την ελευθερία του ανθρώπου και των κοινοτήτων του, ξεκινώντας και χτίζοντας εναλλακτικούς περιεκτικοδημοκρατικούς θεσμούς εδώ και τώρα.


«Αλλά η αντιπαράθεση των δύο απόψεων επ’ αυτού του ζητήματος απαιτεί πολύ περισσότερο χώρο και ξεπερνά κατά πολύ τις αντοχές, που ήδη έχω καταχραστεί, των φίλων χρηστών και συντρόφων ετούτου εδώ του χώρου.»


Ναι, συμφωνώ και δε νομίζω ότι έχει νόημα η παραπέρα συζήτηση όταν ιδιαίτερα σπαταλάμε τόσο χρόνο και χώρο για να ξεκαθαρίζουμε δομικά λάθη που οφείλονται - θέλω να πιστεύω - σε άγνοια ή ημιμάθεια του προτάγματος της ΠΔ.

Φιλικά,

Πάνος
ομάδα ΠΔ Αθήνας

ΑΙΣΩΠΟΣ είπε...

΄΄ΤΟ ΓΑΡ ΠΟΛΥ ΤΗΣ ΑΛΑΖΟΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΑΝΑΤΙΚΟΥ ΖΗΛΟΥ
ΓΕΝΝΑ ΠΑΡΑΦΡΟΣΥΝΗ΄΄
Αποδομιστικό / Μεταμοντερνιστικό ρητό

Ευχαριστώ για την ανταπάντηση και συγγνώμη για την καθυστέρηση σχολιασμού της που οφείλεται τόσο στο εύρος των θεμάτων που αναγκάζομαι να θίξω όσο και σε κάποιες προσωπικές υποθέσεις που απορρόφησαν την δραστηριότητά μου τις τελευταίες ημέρες.
Ι. ΠΕΡΙ ΑΝΕΜΩΝ ΚΑΙ ΥΔΑΤΩΝ
Κοίταξε, ανάγνωση και γραφή γνωρίζουμε όλοι. Τουλάχιστο αυτοί που παρακολούθησαν έως εδώ ετούτη την συζήτηση. Όποιος διάβασε προσεκτικά την σχετική παράγραφο του κειμένου μου που ξεκινά με την φράση ΄΄στο εναρκτήριο σχόλιο….΄΄ καταλαβαίνει τα εξής:
Α) Η αναφορά μου στην πλούσια βιβλιογραφία πάνω στο θέμα της σχετικής ή μερικής αυτονομίας του εποικοδομήματος σε συνάρτηση με τη οικονομική υποδομή και με την προσθήκη ότι εγώ διαφωνώ με την σχετική προβληματική, έγινε για να σου δείξω ότι ακόμη και στα πλαίσια μιας μαρξιστικού τύπου ανάλυσης δεν γίνεται αποδεκτή η άποψη ότι ένα ετερόνομο σύστημα δεν μπορεί να έχει αυτό καθεαυτό αυτόνομες συνιστώσες. Το να διαστρέφεις αυτήν την διευκρινιστική σύντομη παρέκβαση και να την μετατρέπεις σε φύκια για μεταξωτές κορδέλες, μπορεί να συνιστά πιασάρικη και συνήθη τακτική για το είδος του διαλόγου που διεξάγεται ανάμεσα σε εκπροσώπους γκρουπούσκουλων που μάχονται παθιασμένα για τη κατίσχυση επί της άποψης του αντιπάλου και μετέρχονται προς τούτο κάθε πρόσφορο μέσο, όχι όμως και μεταξύ ανθρώπων που θέλουν να είναι καλόπιστοι και ειλικρινείς συζητητές.
Β) Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η μικρή λαθροχειρία που μου προσάπτεις σε σχέση με το δικό σου άρθρο. Λες λοιπόν: ΄΄Επίσης δεν έγραψα γενικά ότι η αυτονομία έρχεται απ’ έξω, αλλά έγραψα: απ’ έξω από την ετερονομία΄΄, δηλαδή με κατηγορείς ότι παρέλειψα τη φράση ΄΄απ’ έξω από την ετερονομία΄΄. Προφανώς στηρίζεσαι στην πονηρούτσικη σκέψη: Ποιος τώρα θα ανατρέξει στο κείμενο, για να δει με προσοχή τι ακριβώς γράφτηκε; Θα τα μπουρδουκλώσουμε όλα στα γρήγορα και κατά το δοκούν, για να βγει στην επιφάνεια το ποθούμενο, που δεν είναι άλλο από το να δείξουμε ότι ο άλλος δεν είναι παρά παρερμηνευτής, άσχετος, λαθροχείρας, ανόητος, και εμείς οι θεματοφύλακες του ορθού λόγου και οι γνήσιοι εκφραστές του προτάγματος της Π.Δ.
Όποιος όμως θελήσει να κάνει τον κόπο να ξαναδιαβάσει προσεκτικά την σχετική παράγραφο του κειμένου μου, θα καταλάβει αβίαστα ότι καμία λαθροχειρία μικρή ή μεγάλη δεν διέπραξα, ούτε το συνηθίζω άλλωστε. Ήδη στην αρχή της παραγράφου μετέφερα αυτολεξεί την φράση σου ΄΄η αυτονομία έρχεται πάντα απ’ έξω από την ετερονομία΄΄ και κάποιες σειρές πιο κάτω γράφω ΄΄σε αυτή την προοπτική η αυτονομία έρχεται απ’ έξω-από πού άραγε;΄΄, είναι όμως σαφές ότι η σε αυτό το σημείο παράλειψη είναι επουσιώδης, γίνεται για λόγους οικονομίας και μόνο εκείνος που θέλει να ανακαλύψει σώνει και καλά λαθροχειρία μπορεί να την βλέπει κιόλας εδώ.
Γ)Επί της ουσίας τώρα. Γράφεις: ΄΄ κανένας Καστοριάδης ή Φωτόπουλος δεν έχει μιλήσει για μερική αυτονομία΄΄ και συνεχίζεις λέγοντας ότι όλα αυτά που γράφω δεν ΄΄έχουν μάλλον σχέση με το παράδειγμα της πραγματικής αυτονομίας αλλά συνήθως με αυτό της ατομικής αυτονομίας(που είναι ούτως ή άλλως μια πετσοκομμένη αυτονομία, δηλ. ανήκει στην ετερονομία) την οποία μάλλον συγχέεις με την (συλλογική και ατομική) αυτονομία όπως είναι η μόνη πραγματική σημασία της αυτονομίας΄΄. Και για αρκετές παραγράφους στη συνέχεια επιδίδεσαι σε μια προσπάθεια να αποδείξεις ότι εγώ βρίσκομαι σε μεγάλη ορολογική σύγχυση και προχωρώ σε απαράδεκτες ταυτίσεις, παρερμηνείες και άλλες μεταμοντερνιστικές αμαρτίες ων ουκ έστι αριθμός και τέλος.
Μέσα σε όλο αυτό το καταιγιστικό κομφούζιο ξεχωρίζουν με την εκτυφλωτική τους λαμπρότητα κάποιες εκφράσεις , όπως αυτή: ΄΄οι όροι ενός ριζοσπαστικού κινήματος υπάρχουν και αυτό λέγεται Περιεκτική Δημοκρατία΄΄, όπερ εστί μεθερμηνευόμενο: ΄΄ Ανάβλεψε επιτέλους κακόμοιρε τυφλέ και αδαή άνθρωπε. Η αλήθεια έχει ευρεθεί, οι δέκα εντολές εδόθησαν, τελεία και παύλα.΄΄ Ή πάλι τι να πει κανείς για εκείνο το αμίμητο ΄΄Πάλι εδώ προσπαθείς να συμβιβάσεις οντολογικά την αυτονομία με την ετερονομία, κάτι που ανήκει καθαρά στο χώρο του μεταμοντερνισμού. Το ότι διαδηλώνουμε σήμερα και εκφράζουμε τις διαφωνίες μας είναι κατάκτηση των ρευμάτων της αυτονομίας και όχι της….δημιουργικής(!!) σύνθεσης αυτονομίας και ετερονομίας΄΄. Αυτό δένει υπέροχα με κείνο το άλλο που ακολουθεί λίγο παρακάτω, όπου και παραπέμπομαι κλωτσηδόν πίσω στα θρανία για να παρακολουθήσω εντατικά σεμινάρια από το όγδοο κεφάλαιο του βιβλίου του Φωτόπουλου ΄΄Περιεκτική Δημοκρατία- 10 χρόνια μετά΄΄ και των γραπτών του Καστοριάδη, όπου και θα ανακαλύψω ΄΄ότι δεν μπορεί να υπάρξει κάποια «σύνθεση» αυτονομίας και ετερονομίας κλπ,κλπ΄΄.
Να κάνουμε όμως τον κόπο βρε αδερφέ, έτσι χάριν παιδιάς, να ξαναγυρίσουμε στην επίμαχη παράγραφο του κειμένου μου; Εκεί διαβάζουμε λοιπόν: ΄΄ Εγώ νομίζω ότι η αυτονομία ως κίνημα, πνευματική στάση, αμφισβήτηση των ειδώλων της φυλής, δηλ. της θεσμισμένης παράστασης του κόσμου και των εκμεταλλευτικών θεσμών, συνυπήρξε σε σχέση συνεχούς και δημιουργικής έντασης με την ετερονομία και την μόλυνε επαρκώς έτσι ώστε να μπορούμε εμείς σήμερα να διαδηλώνουμε, να εκφράζουμε τις διαφωνίες μας, να σκεφτόμαστε κριτικά και να συζητούμε για τους όρους διαμόρφωσης ενός ριζοσπαστικού κινήματος.΄΄ Μήπως ως άλλος Ναζωραίος που έκανε το νερό – κρασί, μετέτρεψες την ένταση σε σύνθεση; Αλλά είπαμε εσύ δεν είσαι λαθροχείρας. Κι επειδή ο όρος δημιουργική που χρησιμοποιώ για να προσδιορίσω την ένταση, σε κάνει και εξανίστασαι και του κοτσάρεις και δυο θαυμαστικά για να κάνεις σαφέστερο το μέγεθος της σύγχυσης που με διακρίνει, σε ενημερώνω ότι ο όρος δεν έχει θετικό πρόσημο, όπως υπονοείς με αυτήν σου τη στάση. Δημιουργία είναι και τα Γκουλάγκ και ο Παρθενώνας, και η ελληνική πόλις και ο καπιταλισμός, δηλ. οτιδήποτε δημιουργεί ο άνθρωπος.
Εσύ όμως έσπευσες να εκδόσεις την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ΄΄περί οντολογικού συμβιβασμού΄΄με την οποία ξαποστέλνομαι κατευθείαν στα κάτεργα του μεταμοντερνισμού.
Ποια αποδεικτικά στοιχεία προσήχθησαν κατά την ακροαματική διαδικασία;
Μα είναι απλό. Τα λεγόμενά μου περί συνύπαρξης αυτονομίας και ετερονομίας στα πλαίσια μιας σχέσης συνεχούς και δημιουργικής-θεέ μου!!- έντασης, όπου η δεύτερη ΄΄μολύνθηκε΄΄ επαρκώς από την πρώτη. Σοφόν τα σαφές έτσι; Όμως ας μην παρασυρόμαστε, εσύ δεν διαπράττεις λογικά άλματα, ούτε και επιχειρηματολογικές κωλοτούμπες. Παραταύτα και για να μην σε απογοητεύσω νάμαι, ως ευπειθής μαθητής, σεμιναριαζόμενος, έχω ήδη καθήσει στο θρανίο και εγκύπτω ευλαβικά στα κείμενα του εκλιπόντος, που αλίμονο κι αν εζούσε ακόμη τι κατραπακιές θα έριχνε σε μερικούς ξερόλες, ονόματα να μην λέμε τώρα.
Θα μου επιτρέψεις λοιπόν, να ξεκινήσω το μάθημά μου από τον Καστοριάδη, διαλέγοντας από τα δημοσιευμένα γραπτά του όποια θέλω εγώ, μιας κι ενώ για τον Φωτόπουλο είσαι πολύ αυστηρός και μου δίνεις μόνο ένα βιβλίο, στην περίπτωση της μελέτης του Καστοριάδη μου έχεις αφήσει πιο λάσκα τα λουριά και με παραπέμπεις γενικά ΄΄σε γραπτά του Κ. , όπου θα δεις κλπ,κλπ΄΄.
Ξεκινώ λοιπόν:
1)ΚΑΙΡΟΣ σελ. 89-90: ΄΄ Το πρόταγμα της αυτονομίας, που γεννήθηκε στην Ευρώπη, πολύ απέχει από το στάδιο της πραγμάτωσής του: γι’ αυτό το να αποκαλούμε τις δυτικές κοινωνίες «δημοκρατικές» αποτελεί γλωσσικό αμάρτημα ή εξαπάτηση. Οι «ευρωπαϊκές» κοινωνίες παραμένουν κοινωνίες μεικτές, με δυαδική θέσμιση, όπου ο κοινωνικός καταμερισμός, η κυριάρχηση από τον γραφειοκρατικό καπιταλισμό και ο ιμπεριαλισμός προς τον Τρίτο Κόσμο συνυπάρχουν με τα δημοκρατικά στοιχεία που οι αγώνες των λαών κατάφεραν να επιβάλουν στη θέσμιση της κοινωνίας. Αποτελούν, αν μιλήσουμε με ακρίβεια, φιλελεύθερες ολιγαρχίες. Μα το πρόταγμα της αυτονομίας εξακολουθεί να τις ζυμώνει και τις έχει κιόλας ουσιαστικά μεταμορφώσει. Οι θεσμοί και τα δικαιώματα που επιτρέπουν στα άτομα να ζουν λίγο πολύ τη ζωή τους όπως νομίζουν, και να δρουν πολιτικά εάν το θέλουν۬۬˙ η ίδια η ύπαρξη ατόμων που μπορούν να αμφισβητήσουν την αρχή, να αντιταχθούν στις εξουσίες, να πολεμήσουν την αδικία ακόμη κι αν δεν τους θίγει προσωπικά-όλα αυτά δεν είναι τυπικά στοιχεία, συνιστούν βαθιά διαφορά ως προς την ίδια την υφή της κοινωνίας. Κι όλα αυτά δεν ξεφύτρωσαν από τη γη ούτε δόθηκαν από το θεό-κι ούτε πάλι παραχωρήθηκαν από τον καπιταλισμό. Αποτελούν το προϊόν μακραίωνων αγώνων, το έπαθλο βουνών από πτώματα και ωκεανών αίματος. Αυτό δεν κάνει τις «ευρωπαϊκές» κοινωνίες ιδεώδεις ούτε αυτόνομες˙μα τις καθιστά εξαιρετικά πολύτιμο ιστορικό υπόβαθρο-πολύτιμο γιατί είναι λίγο πιθανό και εύθραυστο- στο οποίο μπορεί να χτιστεί κάτι άλλο. Εκείνο που απειλείται θανάσιμα αυτή τη στιγμή, στην ουσία του, δεν είναι ούτε ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός ούτε τα καθεστώτα των βασανιστών που εξαρτώνται από αυτόν. Η αντικατάσταση της Αμερικής από την ρωσία και των αργεντινών αστυνομικών από συναδέλφους του κ.Αντρόποφ το μόνο που θα επέφερε θα ήταν η τελειοποίηση του συστήματος κυριαρχίας.Εκείνο που απειλείται είναι η δημοκρατική συνιστώσα των «ευρωπαϊκών κοινωνιών» και ό,τι περιέχει σαν μνήμη, πηγή έμπνευσης, σπόρο και ελπίδα προσφυγής για όλους τους λαούς του κόσμου΄΄
2)Στο ίδιο, σελ.112: ΄΄ Γιατί να μιλάμε για φιλελέυθερη ολιγαρχία εκεί όπου δημοσιογράφοι, πολιτικοί και αστόχαστοι συγγραφείς μιλούν για δημοκρατία; Γιατί δημοκρατία σημαίνει εξουσία του δήμου, του λαού, ενώ στα καθεστώτα αυτά κυριαρχούν πολιτικά ιδιαίτερα στρώματα: μεγαλοχρηματιστές και μεγαλοβιομήχανοι, γραφειοκρατία των διευθυντών, υψηλή κρατική και πολιτική γραφειοκρατία κτλ. Φυσικά, ο πληθυσμός έχει δικαιώματα και τα δικαιώματα αυτά δεν είναι βέβαια «απλώς τυπικά» όπως έχει βλακωδώς ειπωθεί, είναι απλώς μερικά΄΄
3)Στο ίδιο, σελ.112 πάλι: ΄΄Στις κοινωνίες αυτές οι θεσμοί περιέχουν μια ισχυρή δημοκρατική συνιστώσα, η οποία όμως δεν γεννήθηκε από την ανθρώπινη φύση ούτε παραχωρήθηκε από τον καπιταλισμό ούτε ήρθε σαν αναγκαίο αποτέλεσμα της ανάπτυξής του. Υπάρχει σαν παραμένον αποτέλεσμα, ίζημα αγώνων και μιας ιστορίας που διάρκεσαν πολλούς αιώνες΄΄
4)ΟΙ ΟΜΙΛΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, σελ. 105: ΄΄Το αποτέλεσμα της ιστορίας..…είναι ότι, παρά τον Ναπολέοντα και τον Λουδοβίκο τον 18ο και το 1830, υπάρχει ένα τεράστιο κατάλοιπο, τα δικαιώματα του Ανθρώπου, η Διακήρυξη της Αρχής της Κυριαρχίας του Λαού- αυτό να μην το ξεχνάμε, γιατί ως τότε οι βασιλείς ήταν βασιλείς θείω δικαίω. Η διακήρυξη ότι κάθε εξουσία πηγάζει από τον λαό και δεν μπορεί να ασκηθεί παρά εν ονόματί του είναι μια απ’ τις πρώτες προτάσεις της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη. Απ’ όλη αυτή την ιστορία μένει λοιπόν η φιλελεύθερη κοινωνία, όπως περίπου τη γνωρίζουμε.΄΄
4)Στο ίδιο, σελ. 113: ΄΄ Μέσα από αγώνες στους οποίους και η αστική τάξη έπαιξε φυσικά ρόλο και η μικροαστική και αργότερα τεράστιο ρόλο η εργατική τάξη, και ως κατάλοιπο αυτών των αγώνων, έμειναν αυτά που χαρακτηρίζονται σήμερα ως δημοκρατικοί ή φιλελεύθεροι θεσμοί σ’ αυτές τις χώρες. Αυτοί οι θεσμοί δεν ήτανε ποτέ δώρο των κυρίαρχων, ούτε δώρο των καπιταλιστών, ούτε αναγκαία αποτελέσματα του οικονομικού συστήματος. Κατακτήθηκαν με σειρά αγώνων, εστοίχισαν βουνά πτωμάτων και ποταμούς αιμάτων.΄΄
5)Ο ΘΡΥΜΜΑΤΙΣΜΕΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ, σελ. 18,19,20: ΄΄ Η «μοντέρνα» περίοδος(1750-1950, για να ξέρουμε που βρισκόμαστε) μπορεί κάλλιστα να οριστεί με τον αγώνα, αλλά και την αμοιβαία μόλυνση και εμπλοκή των δύο αυτών φαντασιακών σημασιών: αυτονομία από τη μία πλευρά, απεριόριστη επέκταση της «ορθολογικής κυριαρχίας» από την άλλη. Διάγουν μια διφορούμενη συνύπαρξη υπό την κοινή σκέπη του «Λόγου».…. Παρά τις αλληλεπιδράσεις αυτές, ο χαρακτήρας της εποχής κατά το ουσιώδες βρίσκεται στην αντίθεση και την ένταση μεταξύ των δύο πυρηνικών σημασιών, της ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας αφ’ ενός, της απεριόριστης επέκτασης της «ορθολογικής κυριαρχίας» αφ’ ετέρου. Η πραγματική έκφραση αυτής της τάσης βρίσκεται στην εκτύλιξη και την εμμονή της πολιτική, κοινωνικής και ιδεολογικής σύγκρουσης. ….Πρόκειται για μια ταραχώδη κοινωνία-ταραχώδη πραγματικά, διανοητικά και πνευματικά-και είναι αυτή που συγκρότησε το περιβάλλον εκείνο που επέτρεψε την πυρετώδη πολιτισμική και καλλιτεχνική δημιουργία της «μοντέρνας» εποχής.΄΄
6)Στο ίδιο, σελ. 82,83: ΄΄ Τώρα, ταυτόχρονα στη Δύση, από μια ορισμένη στιγμή και πέρα, αναπτύσσεται κάτι άλλο, που δεν υπήρχε στην Αρχαία Ελλάδα. Αυτή η, όπως την ονομάζω, φαντασιακή σημασία της αυτονομίας, μιάς κοινωνίας που αυτοκυβερνάται και ατόμων που είναι ελεύθερα και το καθένα τους αυτοκυβερνάται, αρχίζει και συνοδεύεται από μια δεύτερη φαντασιακή σημασία, την οποία ιστορικά μπορούμε να συνδέσουμε με την γέννηση, επέκταση και τελικό θρίαμβο του καπιταλισμού και την οποία μπορεί να συνοψίσει κανείς με την έκφραση της απεριόριστης επέκτασης της ορθολογικής κυριαρχίας….. Από τη μια μεριά ξαναγεννιέται η ιδέα μιας ελεύθερης κριτικής φιλοσοφικής αναζήτησης της αλήθειας, φιλοσοφικής και επιστημονικής, η οποία, φυσικά, στη Δυτική Ευρώπη συναντά ένα εμπόδιο πολύ βαρύτερο απ’ ό,τι στην Αρχαία Ελλάδα. Αυτό το εμπόδιο, όπως το ξέρετε είναι η θεσμισμένη θρησκεία…. Απ’ την άλλη μεριά, στο πολιτικό πεδίο ολοένα και περισσότερο δυναμώνει, και εντέλει νικά, η πάλη εναντίον της απόλυτης μοναρχίας και γίνεται αντικείμενο κατάφασης όπως και η κυριαρχία του λαού και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αλλά ταυτόχρονα, πέρα από μια ορισμένη εποχή που δεν έχει πολύ νόημα να θέλει κανείς να την προσδιορίσει με ακρίβεια, ας πούμε ήδη στον 18ο αιώνα, αλλά τα σπέρματα υπάρχουν πιο νωρίς, αρχίζει και αναπτύσσεται ο καπιταλισμός και ως οικονομικό-κοινωνικό φαινόμενο αλλά και ως φαντασιακό φαινόμενο, δηλαδή πολιτισμικό, με τη βαθύτερη έννοια του όρου. Παραδείγματος χάρη, ήδη ο Ντεκάρτ θεωρεί ότι άμα κατορθώσουμε να συλλογιζόμαστε σωστά και επιστημονικά θα γίνουμε κυρίαρχοι της φύσης˙ …..Γενικότερα εμφανίζεται η ιδέα ότι μια ορισμένη μορφή του Λόγου, αυτό που γίνεται η raison, η ratio η δυτική, μπορεί να λύσει όλα τα προβλήματα, και τα επιστημονικά, και τα πολιτικά, και τα κοινωνικά, και τα υπόλοιπα.΄΄
7)Στο ίδιο, σελ.152,153: ΄΄Αντί για δημοκρατία έχουμε μια ολιγαρχία, η οποία είναι βέβαια φιλελεύθερη, δηλαδή υπάρχουν ελευθερίες των ανθρώπων και των πολιτών….και θα ήταν ανόητο να πούμε, όπως θα έλεγαν οι μαρξιστές, ότι αυτές είναι τυπικές ελευθερίες….Αυτές οι ελευθερίες είναι μερικές, δεν είναι ολόκληρες, και εγώ θα τις ονόμαζα αμυντικές ελευθερίες .΄΄
8)Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΑΣΗΜΑΝΤΟΤΗΤΑΣ, σελ. 38,39: ΄΄ Μίλησα ήδη για την κριτική και την άρνηση των παραδοσιακών μορφών οργάνωσης που χαρακτήρισαν το κίνημα(σημ.δική μου: αναφέρεται στο Μάη του ’68)˙ πρέπει επίσης συμπληρωματικά, να καταλάβουμε τι σημαίνει, ως περιεχόμενο, μια μορφή σαν το sit-in ή σαν την ανοιχτή συνέλευση. Πριν απ’ όλα όμως θα έπρεπε να πάψουμε να αδειάζουμε έτσι απλά, ή να φορτώνουμε λαθραία στ’ αμπάρια του ατομικισμού, τις αξιοσημείωτες μετατροπές της κοινωνικής πραγματικότητας (και θέσμισης) που εισήγαγαν και επιδίωκαν συνειδητά τα κινήματα των δεκαετιών του ’60 και του ’70. Μήπως η ελευθερία της αντισύλληψης και των αμβλώσεων μεταπήδησε από το επίπεδο της αυτονομίας των υποκειμένων στο επίπεδο του ηδονισμού χωρίς αρχές, επειδή η κοινωνία εξελίχτηκε όπως εξελίχτηκε; Τα κινήματα της δεκαετίας του ’60 δεν είχαν τάχα καμία σχέση με τις αλλαγές στις σχέσεις γονέων-παιδιών ή μεταξύ των δύο φύλων….Το ότι οι Μαύροι στις Ηνωμένες Πολιτείες κατάφεραν να χαλαρώσουν λίγο τις φυλετικές διακρίσεις που υφίσταντο είναι λοιπόν αδιάφορο για την ατομική και κοινωνική αυτονομία;΄΄
9)Στο ίδιο, σελ.175,176: ΄΄ Οι πλούσιες φιλελεύθερες ολιγαρχίες, χορτασμένες και πάντα αχόρταγες, θεσμίστηκαν ερχόμενες ακριβώς σε ρήξη με τον θρησκευτικό κόσμο, έστω και αν διατήρησαν μερικές φορές (στην Αγγλία) μιάν «επίσημη» θρησκεία. Κράτησαν τη θρησκεία σε απόσταση. Αυτό δεν ήταν αυτοσκοπός, αλλά προήλθε από το γεγονός ότι οι νεότερες κοινωνίες διαμορφώθηκαν όπως είναι και αυτοθεσμίστηκαν μέσω της ανάδυσης και, ως ένα σημείο, μέσω της πραγματικής κοινωνικής θέσμισης δύο κεντρικών σημασιών, που και οι δυό τους είναι ξένες, για να μην πω ριζικά αντίθετες, προς τη χριστιανική θρησκεία, η οποία δέσποζε σ’ αυτό τον κοινωνικο-ιστορικό χώρο, και οι οποίες κατ’ αρχήν είναι επίσης αντινομικές μεταξύ τους. Αυτές είναι: από τη μια η σημασία της απεριόριστης επέκτασης μιάς δήθεν ορθολογικής, δήθεν κυριαρχίας, πάνω στα πάντα, στη φύση αλλά και στους ανθρώπους, σημασία που αντιστοιχεί στην καπιταλιστική διάσταση των νεότερων κοινωνιών˙ και, από την άλλη, η σημασία της ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας, της ελευθερίας, της αναζήτησης μορφών συλλογικής ελευθερίας, που αντιστοιχούν στο δημοκρατικό, χειραφετητικό, επαναστατικό πρόταγμα. Γιατί τις αποκαλώ αντινομικές; Γιατί η πρώτη οδηγεί στα εργοστάσια Φορντ στο Ντιτρόιτ γύρω στα 1920, δηλαδή σε κυριολεκτικά μικροολοκληρωτικές μικροκοινωνίες, οι οποίες ρυθμίζονται στα πάντα-ακόμα και στην ιδιωτική ζωή των εργατών έξω από το εργοστάσιο- από τη διεύθυνση. Αυτή είναι μια από τις εμμενείς τάσεις της καπιταλιστικής κοινωνίας. Και η δεύτερη, η σημασία της αυτονομίας, οδηγεί στην ιδέα μιάς συμμετοχικής δημοκρατίας, η οποία εξάλλου δεν θα μπορούσε να περιοριστεί στη στενά «πολιτική» σφαίρα και να σταματήσει μπροστά στις πόρτες των επιχειρήσεων. Αυτή η αντινομία ανάμεσα στις δύο σημασίες δεν εμπόδισε την πολλαπλή αμοιβαία αλληλεπίδρασή τους. Θεωρώ όμως-και νομίζω πως το έχω δείξει δια μακρών, άλλοτε, τουλάχιστον στο οικονομικό επίπεδο- ότι ο καπιταλισμός μπόρεσε να λειτουργήσει και να αναπτυχθεί όχι παρά, αλλά χάρη στη σύγκρουση που υπήρχε μέσα στην κοινωνία, και συγκεκριμένα χάρη στο ότι οι εργάτες αντιστέκονται έτσι˙ και γενικότερα στο ότι, ως αποτέλεσμα της ιστορικής εξέλιξης, των επαναστάσεων κλπ, η κοινωνία όφειλε να θεσμιστεί επίσης ως κοινωνία που αναγνώριζε ένα μίνιμουμ ελευθεριών, δικαιωμάτων του ανθρώπου, νομιμότητας κλπ. Μίλησα για αμοιβαία αλληλεπίδραση, αλλά πρέπει να υπογραμμιστούν και οι αμοιβαίες λειτουργικότητες: ας θυμηθούμε τα όσα λέει ο Μαξ Βέμπερ για τη σημασία που έχει το κράτος δικαίου για τη λειτουργία του καπιταλισμού(προβλεψιμότητα του τι μπορεί να συμβεί σε νομικό επίπεδο, άρα δυνατότητα ορθολογικών υπολογισμών, κλπ)΄΄
10)ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ-ΠΟΛΙΤΙΚΗ-ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, σελ. 77,78: ΄΄Αυτό το κίνημα, που συνδυάζει λοιπόν τις δύο τάσεις, την αυτονομία και τον ορθολογισμό, απ’ την άλλη κορυφώνεται με τις επαναστάσεις του 18ου και 19ου αιώνος και συνεχίζεται με το εργατικό κίνημα. Αλλά επίσης, ως κίνημα που τείνει προς την αυτονομία των ατόμων και της κοινωνίας, ας το πούμε ως δημοκρατικό κίνημα, με την βαθύτερη και ριζοσπαστικότερη έννοια του όρου, υφίσταται πολύ νωρίς ήδη μια τεράστια μόλυνση από τον μηχανιστικό ορθολογισμό του καπιταλισμού, αυτό το βλέπουμε ήδη στην Γαλλική Επανάσταση, και από το καπιταλιστικό φαντασιακό της απεριόριστης επέκτασης μιας ορθολογικής κυριαρχίας που φυσικά βρίσκει την πρώτη της έδρα, τον πρώτο της χώρο, στην τεχνική και στην οργάνωση της παραγωγής, αλλά βαθμιαία εξαπλώνεται σ’ όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής. Και αυτή η μόλυνση είναι φανερή και στον ίδιο τον Μαρξ και κατόπιν σ’ όλον τον μαρξισμό και το επαναστατικό κίνημα΄΄
Θα μπορούσα να συνεχίσω επί μακρόν, αλλά δεν θα έχει κανένα νόημα, άσε που άρχισε να με πιάνει μια βαριά μεταμοντερνιστική κούραση.
Και περνάμε αισίως στον Τ.Φωτόπουλο, κεφάλαιο 8ο του βιβλίου ΄΄Περιεκτική Δημοκρατία- 10 Χρόνια Μετά΄΄ . Ας το ανοίξουμε λοιπόν και ας ενσκύψουμε στις σελίδες 519 έως 587 του εν λόγω κεφαλαίου, αναζητώντας αναφορές σχετικές με το επίμαχο ζήτημα.
Διαβάζουμε λοιπόν στις σελίδες 561 και 562: ΄΄Φυσικά, η διάκριση «αυτονομία/ετερονομία» δεν καθιερώνει κάποια στεγανά πεδία. Αυτόνομες και ετερόνομες μορφές κοινωνικής οργάνωσης ιστορικά αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και στοιχεία και των δύο παραδόσεων μπορεί να συνυπάρχουν στην ίδια κοινωνία. Για παράδειγμα, όπως είδαμε στο 5ο κεφάλαιο, η αθηναϊκή δημοκρατία ήταν μια μορφή κοινωνίας που ενσωμάτωνε ισχυρά στοιχεία αυτονομίας(άμεση δημοκρατία-όσον αφορά στους ελεύθερους πολίτες), αλλά και ετερονομίας(οικονομική ανισότητα, ανισότητα των φύλων, δουλεία-όσον αφορά στους υπόλοιπους). Επιπλέον, στις σημερινές εκλεπτυσμένες ετερόνομες κοινωνίες υπάρχουν αρκετά στοιχεία αυτονομίας, απομεινάρια συνήθως παλαιών συγκρούσεων μεταξύ των παραδόσεων της αυτονομίας και της ετερονομίας. Θεωρώντας επομένως ως δεδομένη την αλληλεπίδραση μεταξύ αυτονομίας και ετερονομίας, με άλλα λόγια κάνοντας την ρητή παραδοχή ότι οι δύο παραδόσεις αυτο-μεταμορφώνονται αλλά και αλληλομεταμορφώνονται στο πέρασμα του χρόνου…..κλπ,κλπ΄΄.
Αλλά γιατί να περιοριστούμε μόνο στο εν λόγω κεφάλαιο και να μην αναφέρουμε την κεντρική άποψη του Φωτόπουλου περί παράλληλης οικοδόμησης νέων αμεσοδημοκρατικών θεσμών εδώ και τώρα. Δεν συνεπάγεται αυτή μια ένταση με την παρούσα εκμεταλλευτική κοινωνία;
Πέραν τούτων. Πού στο δικό μου κείμενο προκύπτει ο συμβιβασμός της αρχής της αυτονομίας με εκείνην της ετερονομίας; Ή πόθεν συνάγεται η άγνοιά μου για τις δύο όψεις –την ατομική και την συλλογική- της αυτονομίας;
Εσύ βλέπεις φαντάσματα και τέρατα εκεί που δεν υπάρχουν. Να ένα τέτοιο φάντασμα: ΄΄Ακόμα, είναι εντελώς λανθασμένο και ανιστόρητο ότι η ίδια η αυτονομία είναι κάποιο νέο πρόταγμα διότι ταυτίζεις το καστοριαδικό πρόταγμα της αυτονομίας με την ίδια την αυτονομία!...κλπ.κλπ΄΄.
Πρώτος κανόνας είναι πριν εκφέρουμε γνώμη να διαβάζουμε προσεκτικά και να προσπαθούμε να κατανοήσουμε αυτά τα οποία θέλουμε να υποβάλουμε σε κριτική.
Εγώ έγραψα: ΄΄ Πότε σε ποιά περίοδο της ιστορίας ένα καινούργιο πρόταγμα αναπτύχθηκε έξω από το εκάστοτε ισχύον κοινωνικό σύστημα;΄΄ Τι καταλαβαίνει από αυτό ένας μέσος λογικά σκεπτόμενος αναγνώστης; Ότι εδώ ο γράφων εννοεί πως η ανάπτυξη καινούργιων ιδεών, οραμάτων, απόψεων, αναπτύχθηκαν πάντα εντός ενός δεδομένου κοινωνικού συστήματος. Αλλά καθώς φαίνεται έχω να κάνω με κάποιον βαθύ νου που διαβάζει πίσω από τις γραμμές κι ανασύρει κρυφά νοήματα και υπόρρητες ταυτίσεις, όπως αυτή που υποτίθεται ότι διαπράττω ΄΄ταυτίζοντας το καστοριαδικό πρόταγμα της αυτονομίας με την ίδια την αυτονομία΄΄. Εξ ιδίων κρίνεις τα αλλότρια αγαπητέ.
Όλα τα υπόλοιπα συνιστούν νεφελώδεις προσπάθειες δικαιολόγησης της σπουδής σου να κάνεις επίδειξη ιεραποστολικού ζήλου και να εμφανίσεις εαυτόν ως θεματοφύλακα των ιερών κειμένων της ΠΔ/αυτονομίας.
Ας κάνουμε μια σύντομη στάση, κι ας αναρωτηθούμε : Γιατί λοιπόν ξοδέψαμε τόσο χρόνο και φαιά ουσία ως εδώ;
Μα είναι απλό. Επειδή υπέπεσες στην καραμπινάτη γκάφα με την άποψη ΄΄ότι η αυτονομία έρχεται πάντα απ’ έξω από την ετερονομία΄΄ και ο υπερφίαλος εγωισμός σου δεν σου επέτρεψε να προβείς σε mea culpa αλλά σε ώθησε σε δεύτερο χρόνο να επιδοθείς σε λογικές ακροβασίες και τσαρλατανισμούς για να μπαλώσεις το προηγηθέν ολίσθημα , επιστρατεύοντας προς τούτο και τον Φωτόπουλο μόνο που εκείνος είναι πολύ προσεκτικότερος στις διατυπώσεις του και στην συνέχεια του χωρίου του που προανέφερα κάνει τη διάκριση αυτονομίας και ετερονομίας προσπαθώντας να κάνει σαφέστερη την αδυνατότητα θεμελίωσης οποιασδήποτε εξελικτικής πορείας μεταξύ των παραδόσεων της αυτονομίας και της ετερονομίας, στα πλαίσια της πολεμικής του προς τον Μπουχτσινικό διαλεκτικό νατουραλισμό. Άλλο το ένα και άλλο το άλλο και αν δεν καταλαβαίνουμε κάτι καλά το διαβάζουμε και το ξαναδιαβάζουμε πριν ανοίξουμε το στόμα να απαντήσουμε, γιατί αλλιώς γινόμαστε καταγέλαστοι.
Αλλά η προσπάθειά σου αυτή δεν μπορεί παρά να πέσει στο κενό, μιας και αυτό ΄΄το απ’ έξω΄΄ της φράσης σου δεν καταπίνεται με τίποτα.
Λαμβανομένων λοιπόν υπόψη : 1) ότι ΄΄…οι κοινωνίες, σχεδόν παντού και πάντοτε, έχουν ζήσει σε μια κατάσταση θεσμισμένης ετερονομίας(δηλαδή σε μια κατάσταση μη αμφισβήτησης των υπαρχόντων νόμων, παραδόσεων και πεποιθήσεων που εγγυώνται την συγκέντρωση της πολιτικής και οικονομικής δύναμης στα χέρια των ελίτ)΄΄ (Τ.Φ, Περιεκτική Δημοκρατία-10 χρόνια μετά΄΄) και 2) ότι ΄΄στην πραγματικότητα, εάν υπάρχει οποιαδήποτε συνέχεια στην ιστορία, είναι μια συνέχεια ετερονομίας που διακόπτεται από, συνήθως ξαφνικά και προσωρινά, άλματα σε «αυτόνομες» μορφές οργάνωσης(στο ίδιο, σελ.558), αυτό το ΄΄ η αυτονομία έρχεται πάντα απ’ έξω από την ετερονομία΄΄ καταλήγει να σημαίνει ότι η αυτονομία έρχεται έξω από την κοινωνία, μιας και αυτή σχεδόν παντού και πάντοτε και στο μεγαλύτερο διάστημα τελεί υπό ετερονομία, και δικαιολογείται απόλυτα η γνώμη που διατύπωσα στην πρώτη παράγραφο του άρθρου μου.
Όμως ο ορυμαγδός συνεχίζεται: ΄΄ Η αυτονομία αποτελεί παράδοση η οποία είναι εγγενής στα ανθρώπινα υποκείμενα (ακόμα και στα ετερόνομα), αλλά με διαφορετικούς βαθμούς συνειδητότητας και αναπτύσσεται..κλπ,κλπ΄΄.
Τι διαβάζουν τα ματάκια μας και τι ακούν τ’ αυτιά μας; Εγγενής παράδοση η αυτονομία; Μήπως αυτοαποδομείσαι και δεν τόχεις καταλάβει; Δηλαδή εγγεγραμμένη στα γονίδιά μας, στη φύση μας; Και η προσθήκη ΄΄των διαφορετικών βαθμών συνειδητότητας΄΄ το σώνει; Δείγμα Ρουσσωϊσμού, αφελούς αναρχισμού ή απότομης κλίσης προς Μπούκτσιν μεριά; Διότι ο Μάρεϋ ήταν αυτός που έγραψε: ΄΄ Το εν δυνάμει σε ένα βελανίδι που γίνεται βελανιδιά ή σε ένα έμβριο που γίνεται ένας ώριμος, δημιουργικός ενήλικος, είναι ισοδύναμο με το εν δυνάμει στη φύση που γίνεται κοινωνία και το εν δυνάμει στην κοινωνία που γίνεται ελευθερία, ατομικότητα και συνείδηση(Μ. Bookchin, The Modern Crisis-Montreal: Βlack Rose Press, 1987, σελ.13). Από τ’ αυτί και στο δάσκαλο γρήγορα για να σε επαναφέρει στην τάξη, και να σου υπενθυμίσει ότι: ‘’η διαλεκτική ιδέα των εκτυλισσόμενων αντικειμενικών δυνατοτήτων, δεν είναι εφαρμόσιμη στην περίπτωση της κοινωνικής αλλαγής…κλπ,κλπ(Τ.Φωτόπουλος Περιεκτική Δημοκρατία-10 Χρόνια Μετά, σελ.567).Εξάλλου ο Φωτόπουλος υποβάλλει σε καταλυτική κριτική, την οποία και προσυπογράφω,(σελ.561 και επόμενες του ειρημένου βιβλίου) τον διαλεκτικό νατουραλισμό του Bookchin και ειδικότερα το εξελικτικό του πρότυπο και την ιδέα του περί κατευθυντικότητας της κοινωνικής εξέλιξης.
Το πρόταγμα της αυτονομίας και το δημοκρατικό/χειραφετιστικό/επαναστατικό κίνημα που εμπνεύστηκε από αυτό είναι ένα ιστορικό δημιούργημα που δεν εκφράζει καμιά ανθρώπινη φύση, καμιά ενύπαρκτη τάση ή νόμο της ιστορίας, δεν είναι κάτι που μένει καταχωνιασμένο βαθιά εντός μας περιμένοντας να το ανακαλύψουμε, ούτε και αποτελεί ένζυμο ή καταλύτη που, αν ενσταλαχθεί σε μικρές ποσότητες σε οποιαδήποτε κοινωνία, θα την αναγκάσει αναπόδραστα να εξελιχθεί προς την αμφισβήτηση των παραδοσιακών της θεσμών.
Αλλά εσύ θέλεις να επανέρχεσαι στο γνωστό μοτίβο, με μια επιμονή δύσκολα κατανοητή και καταλήγεις να πέφτεις και σε αντίφαση: όχι μόνο η αυτονομία αποτελεί ΄΄εγγενή παράδοση΄΄ αλλά και ΄΄αναπτύσσεται πάντα έξω από την ετερονομία μέσω ρήξεων με τη διαδικασία κοινωνικοποίησης΄΄. Ας το δούμε από την άποψη του υποκειμένου που μπαίνει σε αυτή την πορεία των διαδοχικών ρήξεων. Αυτές οι ρήξεις σε σχέση με τι και σε ποιο πεδίο λαμβάνουν χώρα; Μα σε σχέση με το υποκείμενο που η διαδικασία κοινωνικοποίησής του, δηλαδή η κοινωνική κατασκευή του γίνεται από άλλους: από τους θεσμούς της κοινωνίας που μέσω των εκπροσώπων τους πχ η μητέρα, ο δάσκαλος, οι τηλεαστέρες, του ενσταλάζουν εξ απαλών ονύχων τις αξίες, τους προσανατολισμούς κλπ της ετερόνομης κοινωνίας και το διαμορφώνουν ως ετερόνομο άτομο. Άρα οι διαδοχικές ρήξεις και η προσπάθεια αυτονόμησης λαμβάνει τη μορφή αμφισβήτησης των αξιών που ήδη έχει εσωτερικεύσει το άτομο. Μπορεί οι ιδέες και οι άνθρωποι που θα βοηθήσουν το συγκεκριμένο υποκείμενο να μπει στη διαδικασία των ρήξεων, να βρίσκονται στο περιβάλλον του και να έχουν ήδη διαβρώσει αυτό το περιβάλλον σε κάποιο βαθμό, αλλά που θα λάβει χώρα αυτή η εκτύλιξη αν όχι εντός του; και αυτό το εντός του είναι ήδη κατεργασμένο από την κοινωνία που έχει προσπαθήσει- και έχει κατορθώσει σε κάποια έκταση- να το διαπλάσει κατ’ εικόνα και ομοίωσή της. Άρα πως αναπτύσσεται η αυτονομία έξω από την ετερονομία;
Κι αυτό, για να μην έχουμε νέο γύρο παρερμηνειών και ψευτοδιαλεκτικής σαλάτας, δεν έχει τίποτα να κάνει αφενός με την υποκειμενιστική άποψη ότι η κοινωνία θα αλλάξει εάν αλλάξουμε απλώς τις αξίες μας σε ατομικό επίπεδο και ότι έτσι παραμερίζεται η συλλογική πάλη κλπ,κλπ, και αφετέρου με την απόπειρα στήριξης της αυτονομίας σε κλειστά συστήματα όπως το φροϋδικό. Κι επειδή πρέπει απ’ ότι κατάλαβα να διευκρινίζω συνεχώς πως όταν γράφω σύκα εννοώ σύκα κι όταν γράφω σκάφη εννοώ σκάφη, το δηλώνω ρητώς προς τους κατηγόρους μου: Κι εγώ υπέρ της συλλογικής πάλης είμαι και υπέρ ενός ριζικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, έξω από το σύστημα της οικονομίας της αγοράς και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας καθώς και των ιεραρχικών θεσμών, δηλαδή είμαι υπέρ μιας αυτόνομης κοινωνίας διαρκούς αυτοθέσμισης σε όλα τα επίπεδα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αποδέχομαι την πεποίθησή σου ότι η Π.Δ υπερβαίνει όλες τις προηγούμενες ελευθεριακές αναλύσεις και συνιστά ένα χωρίς προηγούμενο φιλοσοφικό και πολιτικό-οικονομικό επίτευγμα.
Και μια και το έφερε η κουβέντα σε αυτό το ΄΄χωρίς προηγούμενο φιλοσοφικό και πολιτικό-οικονομικό επίτευγμα΄΄, ας σταθώ λίγο στο φιλοσοφικό σκέλος του επιτεύγματος, με το οικονομικό κομμάτι θα ασχοληθώ αργότερα.
Γράφεις και ξαναγράφεις περί της αρχής της αυτονομίας που συνιστά την ερμηνευτική βάση, το πρωταρχικό κριτήριο του προτάγματος της Π.Δ και με παραπέμπεις συχνά-πυκνά στην Περιεκτική Δημοκρατία-10 Χρόνια Μετά΄΄ και ιδιαίτερα στο 8ο κεφάλαιο, για να καταλάβω ο αδαής ότι η αλληλεπίδραση των υποκειμενικών και αντικειμενικών συνθηκών και πως την ερμηνεύετε έχει σχέση με την συνειδητή επιλογή για αυτονομία.
Δείχνεις λοιπόν να πιστεύεις ότι έπιασες τον πάπα από εκεί που όλοι ξέρουμε, και με αναγκάζεις να κάνω μια προσπάθεια αποδόμησης του κόσμου των φανταστικών και χωρίς κανένα ΄΄προηγούμενο φιλοσοφικών επιτευγμάτων΄΄.
Εγκύπτουμε λοιπόν πάλι στο κεφάλαιο 8 όπου στη σελίδα 520 ο Φ. ορίζει ως στόχο του κεφαλαίου ΄΄ να δείξει ότι το παραπάνω δίλημμα(σημ. δική μου: πρόκειται για το δίλημμα μεταξύ του μοντερνιστικού αντικειμενισμού και του μεταμοντερνιστικού υποκειμενισμού)είναι, στην πραγματικότητα, ένα ψευτοδίλημμα΄΄ και συνεχίζει αναπτύσσοντας την επιχειρηματολογία του, με την οποία εν παρόδω είμαι απόλυτα σύμφωνος, αλλά η οποία στην ουσία της δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από μια διευρυμένη επανάληψη και αναπαραγωγή της κεντρικής ερμηνευτικής σύλληψης του Καστοριάδη. Να μια σαφής και συνοπτική παρουσίαση του λεγόμενου ερμηνευτικού κύκλου από τον ίδιο τον Καστοριάδη που περιέχεται στο βιβλίο του ΄΄Το Επαναστατικό πρόβλημα σήμερα΄΄ εκδόσεις Βέργος, Νοέμβρης 1976, σελ.42: ΄΄Εδώ υπάρχει ένας κύκλος, που πρέπει να τον ιδούμε καθαρά. Λέω αυτά που λέω, επίσης γιατί σκέφτομαι ότι μπορούν να γίνουν, και ότι και άλλοι τα θέλουν. Αλλά σκέφτομαι ότι μπορούν να γίνουν, γιατί ερμηνεύω κατά ένα ορισμένο τρόπο αυτά που γίνονται σήμερα. Και τα ερμηνεύω κατ’ αυτό τον τρόπο, γιατί έχω κάνει αυτήν την εκλογή. Επί παραδείγματι, ένας αντιδραστικός διανοητής τι θα συναγάγει απ’ την ιστορία του εργατικού κινήματος; Μια σειρά από ήττες και αποτυχίες. Γιατί; Γιατί αποφάσισε ότι μόνο αυτές οι όψεις έχουν σημασία- δηλαδή, γιατί θέλει μόνο αυτές οι ήττες και οι αποτυχίες να έχουν σημασία. Συμπερασματικά: που στηρίζονται αυτά που λέμε; Στηρίζονται επίσης στη δική μας στάση, την προσωπική και υπεύθυνη. Δηλαδή: τα στηρίζουμε εμείς-τα υποστηρίζουμε. Σαν άνθρωποι, σαν κοινωνικά άτομα, σηκωνόμαστε και λέμε ότι εμείς αυτό θέλουμε. Και το θέλουμε όχι γιατί το λένε οι «ιστορικοί νόμοι» ή τα κιτάπια, η «Πολιτεία» το «Κεφάλαιο» κλπ, αλλά γιατί αυτή είναι η με επίγνωση εκλογή μας ΄΄. Δες επίσης στο δεύτερο τμήμα του ίδιου βιβλίου τις πολύ κατατοπιστικές τοποθετήσεις του Κ. γι’ αυτό το θέμα στα πλαίσια μιας ομιλίας μπροστά στους Έλληνες σπουδαστές του Παρισιού.
Δεν υπάρχει όμως λόγος να περιοριστούμε σε αυτό το κομμάτι, διότι όλο το 8ο κεφάλαιο αλλά και το συγκεκριμένο βιβλίο του Φωτόπουλου- και όχι μόνο αυτό- συνολικά, είναι διάστικτο από τις καστοριαδικές έννοιες και τις θεωρητικές συλλήψεις του Καστοριάδη και βρίθει πυκνών παραπομπών στην l’ Institution Imaginaire de la Societe και σε άλλα έργα του εκλιπόντος.
Όποιος θέλει να επιβεβαιώσει του λόγου το αληθές και για να μην αναλώνομαι εδώ στην προσκόμιση των πολυπληθών τεκμηρίων, δεν έχει παρά να ανατρέξει ο ίδιος στις εδώ μνημονευόμενες πηγές.
Συνεχίζω να διατρέχω στα γρήγορα τα περισσότερα αστραποβόλα και καίρια επιχειρήματά σου και να προσπερνώ αρκετά από αυτά γιατί όπως καταλαβαίνεις αδυνατώ καταφανώς να τα αντικρούσω και το μυαλό μου λυγίζει κάτω από το συντριπτικό βάρος της συνοχής και του ακαταμάχητου χαρακτήρα τους, όπως ας πούμε μου συμβαίνει αυτή τη στιγμή που βρίσκομαι μπροστα σ’ εκείνο το: ΄΄Όχι, δεν παλεύουμε για ΄΄ισότητα΄΄ και ΄΄δικαιοσύνη΄΄. Αυτά είναι ιδεολογήματα τα οποία πηγάζουν από ετερόνομες ΄΄αντικειμενιστικές΄΄ αρχές γιατί παίρνουν ως δεδομένα το κράτος και τους ιεραρχικούς θεσμούς(γι’ αυτό και λιμπεραλιστικού ή μαρξιστογενούς τύπου δόγματα χρησιμοποιούν τις κενές νοήματος σε μια ετερόνομη κοινωνία φράσεις αυτές κατά κόρον). Η ελευθερία για εμάς ταυτίζεται με την ατομική και συλλογική αυτονομία, δηλαδή..κλπ,κλπ΄΄.
Βρίσκεσαι μέσα σε πλήρη παράνοια ή πάλι υποπίπτω στο αδίκημα της παρερμηνείας; Mάλλον το δεύτερο, γιατί καθώς φαίνεται έχεις καταλάβει ότι ενώ για εσάς ΄΄η ελευθερία ταυτίζεται με την ατομική και συλλογική αυτονομία΄΄ για εμένα σίγουρα ταυτίζεται με τα μπαρμπούτσαλα. Τώρα τι να κάτσω να κάνω. Να σου παραθέσω τα αμέτρητα χωρία από έργα του Καστοριάδη και του Φωτόπουλου που αναφέρονται στην ελευθερία, την ισότητα και την δικαιοσύνη έτσι νέτα-σκέτα χωρίς να αισθάνονται υποχρεωμένοι να διευκρινίζουν κάθε φορά ότι όταν χρησιμοποιούν αυτούς τους όρους δεν παίρνουν ως δεδομένα το κράτος και τους ιεραρχικούς θεσμούς;
Εγώ γιατί θα έπρεπε λοιπόν να επεξηγώ και να διευκρινίζω συνεχώς αυτό που λέω; Μα τότε δεν θα μου έφταναν χίλιες σελίδες για να επεξηγήσω δέκα φράσεις και από τον φόβο μήπως ο ΄΄αντίπαλος΄΄ παρερμηνεύσει ή εκλάβει διαφορετικά τα λεγόμενά μου. Αλλά γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο υπάρχουν η αφανάτιστη στάση και η καλοπροαίρετη διάθεση ως βασικές αρχές ενός διαλόγου που δεν θέλει να εκτραχυνθεί (όπως ετούτος εδώ καλή ώρα, αλλά τις ήρξατο χειρών αδίκων;) και να παραμείνει σε γόνιμα μονοπάτια συν-ανεύρεσης της αλήθειας και διεύρυνσης του ψυχοδιανοητικού κόσμου των συμμετεχόντων.
Μήπως έχω να κάνω με κανένα δικαστήριο του ορθού πολιτικώς εκφράζεσθαι; Με καμιά αστυνομία αποκάλυψης μυστικών συμφραζομένων;
Συνεχίζοντας τον καλπασμό μου μέσα από το πυκνό δάσος των κατηγοριών και των υψιπετών νουθεσιών του τύπου: ΄΄Σχετικά με αυτό ή με το άλλο να διαβάσεις ετούτο ή εκείνο΄΄, και όπου αναγορεύομαι πότε σε σχετικιστή, πότε σε αποδομιστή/μεταμοντερνιστή ου μην αλλά και σε μεταφυσικό υπαρξιστή, φτάνω σε ένα ωραίο ξέφωτο. Εκεί στέκει ασπαίρουσα κι αδυσώπητη η εξής, ογκολιθικών διαστάσεων, φράση: ΄΄Πάλι αυτή η ανάλυση ανήκει στον καθαρό μεταμοντερνισμό αφού δεν επιλέγεις συνειδητά ερμηνεία αλλά στηρίζεσαι στον φιλοσοφικό σχετικισμό, στην αμφιβολία και στην ασάφεια, βασικά στοιχεία του αποδομισμού/μεταμοντερνισμού. Αυτονομία/περιεκτική δημοκρατία δε σημαίνει βέβαια ασάφεια και σχετικισμός΄΄.
Σαφώς και η αυτονομία/περιεκτική δημοκρατία δε σημαίνει ασάφεια και σχετικισμό αλλά εσύ όπως πας θα την κάνεις να σημαίνει και ασάφεια και σχετικισμό και κομφουζιονισμό.
Τώρα βέβαια αναγκάζομαι να επαναλαμβάνω τον εαυτό μου και να γίνομαι λίγο κουραστικός, αλλά τι να κάνω που θέλω ν’ αγιάσω και δεν μ’ αφήνει ο διάολος.
Πάμε πάλι λοιπόν: 1)Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη διανοητική προσπάθεια(η μήπως όχι;) για να καταλάβει κάποιος το που τοποθετούμαι, μόνο που δεν θεωρώ ότι κάτι τύποι σαν κι εσάς έχουν εξασφαλίσει το copyright του χώρου.
2)Εάν τοποθετούμουν στο καθαρό μεταμοντερνισμό(υπάρχει και ακάθαρτος;) νάσαι σίγουρος ότι δεν θα δίσταζα να το δηλώσω ρητά και κατηγορηματικά, άνευ φόβου και πάθους. Θα μπορούσε βέβαια κάποιος να αντιτείνει ότι αυτό συμβαίνει ΄΄αντικειμενικά΄΄ και ανεξάρτητα από τις προθέσεις μου. Ναι αλλά τότε πρέπει να προσκομίσει τεκμήρια αυτής της ΄΄αντικειμενικής αντιδραστικότητας΄΄ κι εσύ αυτό δεν το κάνεις. Διότι θα μπορούσε κάποιος καλόπιστος τρίτος διαβάζοντας την σχετική παράγραφο του άρθρου μου, η οποία υποτίθεται ότι τεκμηριώνει τον φιλοσοφικό μου σχετικισμό/αποδομισμό/ μεταμοντερνισμό, να σκεφτεί ότι η αναφορά στην ανάγκη προσεκτικής χρήσης των όρων, η επισήμανση της βαριάς σημασιολογικής φόρτισης και κληρονομιάς των όρων αυτών και η απαίτηση μιας εξαντλητικής εργασίας διαύγασης, δεν κατατάσσουν αυτόματα κάποιον στη χορεία των μεταμοντερνιστών. Αυτό είναι σφόδρα πιθανόν να συμβεί όταν αυτός ο κάποιος εμπλέκεται σε μια συζήτηση με φανατικούς τύπους έχοντες νοοτροπία αναγεννημένων γκρουπούσκουλων(όπως λέμε αναγεννημένοι χριστιανοί ένα πράγμα) που έχουν αναγάγει την συκοφάντηση των ΄΄αντιπάλων΄΄ και την στρεψοδικία σε τρόπο ζωής.
3)Να το επαναλάβω κι αυτό; Άντε να το κάνω. Επειδή κάποιοι κατέληξαν με απίστευτη άνεση και ευκολία στο συμπέρασμα ότι το έργο ενός στοχαστή συνιστά το απαύγασμα και την επιτομή των προσπαθειών δυόμισι αιώνων για τον ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι υποχρεωτικό για όλους εμάς τους υπόλοιπους να στοιχιθούμε πίσω από αυτόν και τους οπαδούς του.
Εξάλλου μόνο φαιδρότητα προκαλούν οι κομπασμοί του τύπου: ΄΄Οι όροι ενός ριζοσπαστικού κινήματος υπάρχουν και αυτό λέγεται Περιεκτική Δημοκρατία΄΄. Δηλαδή η συζήτηση ετελείωσε, δεν μένει παρά να ξεστραβωθείτε και να προσχωρήσετε μαζικά στις τάξεις της Π.Δ. Λίγη μετριοπάθεια και αυτοσυγκράτηση δεν βλάπτει γιατί εάν υπάρχουν οι όροι ενός ριζοσπαστικού κινήματος και αυτό λέγεται Π.Δ(Περιεκτική Δημοκρατία) τότε έχουν δημιουργηθεί και οι όροι για την ίππευση του καλάμου και αυτό λέγεται Π.Φ(Περιεκτική Φαιδρότης).
Φτάνεις μέχρι του σημείου την πρακτική του τσουβαλιάσματος και του ετεροπροσδιορισμού του άλλου που διατρέχει με κρυστάλλινη καθαρότητα απ’ άκρου εις άκρον όλη την κριτική σου, να την αποδίδεις σε μένα, επειδή τόλμησα να επισημάνω την σύμπτωση Bookchin Φωτόπουλου σε ένα συγκεκριμένο σημείο του έργου τους χωρίς και να τους ταυτίζω συνολικά. Αλλά γιατί ξοδεύομαι τώρα. Τα κείμενα είναι διαθέσιμα για όποιον θέλει να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι το τι έχει ειπωθεί.
Πολύ αποκαλυπτικά της νοοτροπίας σου είναι εν προκειμένω τα σχόλια του τύπου: ΄΄ελπίζω απλά να γίνεται λόγω ουσιαστικής άγνοιας του έργου του΄΄(η θεμελιακή παρανόηση του έργου του Φ. εννοείται), και τα μύρια όσα: ΄΄ελπίζω από προκατάληψη΄΄ ,΄΄δομικά λάθη που οφείλονται –θέλω να πιστεύω-σε άγνοια΄΄ κλπ,κλπ. Μα όχι μην το ελπίζεις ω καλοπροαίρετε άνθρωπε! Και μα το ναι, το ομολογώ εδώ. Είμαι πράκτορας σκοτεινών δυνάμεων και κοινός συκοφάντης που επιβουλεύεται την αλήθεια σας.

II.CASE STUDY
ΔΙΑΣΑΦΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΜΕΣΩ THΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗΣ
Ο Greau στο βιβλίο του ΄΄Ο καπιταλισμός στο μέλλον΄΄ χαρακτηρίζει τον αμερικάνικο καπιταλισμό ΄΄αμερικάνικη ανωμαλία΄΄. Αυτή η ανωμαλία όμως έχει κεντρική και δεσπόζουσα θέση στις εξελίξεις και όταν κρυολογεί η αμερικάνικη οικονομία αρρωσταίνει όλη η υφήλιος. Ας εξετάσουμε λοιπόν αυτήν την ΄΄ανωμαλία΄΄ με την τόσο μεγάλη σημασία για τις παγκόσμιες εξελίξεις εν όψει μάλιστα των πρόσφατων εξελίξεων που οδήγησαν στην τρέχουσα κρίση.
Ποιό είναι το είδος ανάπτυξης που ακολουθούσε τα τελευταία χρόνια η αμερικάνικη οικονομία;
Ήταν μια ανάπτυξη βασισμένη στην ισχυρή εσωτερική κατανάλωση. Ταυτόχρονα όπως επισήμανε και ο Φωτόπουλος σε πρόσφατο άρθρο του στην Ελευθεροτυπία (΄΄Η διαμάχη στην υπερεθνική ελίτ για την κρίση΄΄), ο βαθμός εξάρτησης του ρυθμού ανάπτυξης της αμερικάνικης οικονομίας από την ξένη αγορά είναι πολύ μικρότερος έναντι της ευρωζώνης και μόνο το 11% του αμερικάνικου ΑΕΠ οφείλεται στις εξαγωγές έναντι 40% της Ευρωζώνης. Αυτή όμως η στήριξη στην εσωτερική αγορά δεν βασίστηκε στην αύξηση των μισθών και την μείωση της ανεργίας, αλλά στη γενίκευση του δανεισμού. Για να περιοριστούμε μόνο στα στεγαστικά δάνεια, έχει εκτιμηθεί ότι μέχρι το 2005 η αγορά του 40% των κατοικιών δεν έγινε για να χρησιμοποιηθούν ως μόνιμες κατοικίες , αλλά ως μια μορφή επένδυσης. Έτσι ο δανεισμός κατέστη το κλειδί της διατήρησης των ρυθμών της αμερικάνικης , αλλά και της παγκόσμιας οικονομίας, που προσέβλεπε κυρίως στον αμερικάνο καταναλωτή για να διοχετεύσει τις αυξανόμενες ποσότητες των παραγόμενων προϊόντων της.
Μέσω της αύξησης του δανεισμού λύθηκε το πρόβλημα που δημιουργούσε από τη μια η ανάγκη συνέχισης του μοντέλου της καταναλωτικής κοινωνίας και η συμπίεση των εισοδημάτων από την άλλη.
Στα πλαίσια αυτής της συστημικής αλλαγής και των απαιτήσεών της, συνήφθησαν εξαιρετικά επισφαλή δάνεια, καθώς απευθύνονταν ακόμη και σε νοικοκυριά με περιορισμένο ή και καθόλου εισόδημα. Ετούτα τα δάνεια πουλήθηκαν από τις εκδότριες τράπεζες σε άλλες-συνήθως επενδυτικές- οι οποίες τα τιτλοποίησαν και τα διέσπειραν προς ασφαλιστικά, συνταξιοδοτικά ταμεία, ασφαλιστικές εταιρείες, ιδιώτες επενδυτές κλπ. Τα τιτλοποιημένα ενυπόθηκα δάνεια στηρίζονταν στην υψηλή αξία των κατοικιών, η οποία οφείλονταν στην μεγάλη ζήτηση στέγης που ωθούσε τις τιμές συνεχώς προς τα πάνω. Η κατάσταση αυτή προσέλκυσε και άλλα κερδοσκοπικά κεφάλαια, με αποτέλεσμα οι τιμές των κατοικιών να φθάσουν σε δυσθεώρητα ύψη.
Η όψιμη αγωνία της Federal Reserve το 2007 για την ύπαρξη φούσκας στην αγορά ακινήτων, την έκανε να αποφασίσει αύξηση των επιτοκίων εκείνο το έτος. Η κίνηση αυτή είχε σαν αποτέλεσμα την αδυναμία καταβολής των δόσεων από μεγάλο ποσοστό των δανειοδοτηθέντων. Συνακόλουθα τα τιτλοποιημένα προϊόντα, που βασίζονταν στα subprimes, απώλεσαν την αξία τους και όλοι όσοι είχαν επενδύσει σε αυτά έχασαν τα κεφάλαιά τους.
Ποιες ήταν οι εμφανείς παθογένειες του συστήματος, η ύπαρξη των οποίων επέτρεψε την εκδήλωση του προβλήματος;
Απαριθμώ τις γενικά αποδεκτές και συχνότερα αναφερόμενες από τους οικονομικούς αναλυτές και πάσης φύσεως ΄΄ειδικούς΄΄ των κρίσεων που μας έχουν ενσκύψει τελευταία:
1) Το 2001 μετά τα σπάσιμο μιας άλλης φούσκας, εκείνης των dot.coms, η Federal Reserve με επικεφαλής τον Α.Γκρίσπαν μείωσε τα επιτόκια, αποσκοπώντας στην τόνωση κατανάλωσης και επενδύσεων
2) Το κράτος υιοθέτησε πολιτικές ενθάρρυνσης της αγοράς κατοικίας μέσω δανεισμού. Με μια σειρά ρυθμίσεις η κυβέρνηση ελαστικοποίησε τα κριτήρια δανειοδότησης που υπό το προηγούμενο καθεστώς ήταν αυστηρότερα και πριμοδότησε την δανειοδότηση έναντι άλλων παραδοσιακών μεθόδων απόκτησης στέγης, όπως είναι η κατασκευή κατοικιών από το κράτος ή η επιδότηση των ενοικίων
3) Οι επενδυτικές τράπεζες που προέβησαν στις διαβόητες τιτλοποιήσεις, αποσπούσαν από τις- και στα καθ’ ημάς γνωστές και μη εξαιρετέες- εταιρείες πιστοληπτικής αξιολόγησης, υψηλές βαθμολογίες, ενώ οι εν λόγω εταιρείες μόνο για αντικειμενικότητα δεν διακρίνονταν αφού είχαν ισχυρούς οικονομικούς δεσμούς με τα αξιολογούμενα ιδρύματα.
4) Η τεράστια διασπορά των subprimes μέσω της μετατροπής τους σε πολύπλοκα χρηματοοικονομικά προϊόντα, οφειλόταν και στην διόγκωση της αγοράς αυτών των παραγώγων. Ετούτα έγιναν δημοφιλή, διότι υποτίθεται ότι αποτελούσαν εργαλεία κατανομής των πιστωτικών κινδύνων. Ήταν όμως πολύπλοκα, δεν ανταλλάσσονταν στα πλαίσια οργανωμένης αγοράς-όπως οι μετοχές- και χαρακτηρίζονταν από έλλειψη τυποποίησης και αντικειμενικού τρόπου αξιολόγησής τους. Έτσι έγιναν εξαιρετικά αδιαφανή και για τους αγοραστές και για τους πωλητές τους, όπως ήταν οι managers και τα άλλα στελέχη των τραπεζών που τα διακινούσαν. Οι μόνοι που γνώριζαν την φύση τους, ήταν οι ΄΄κατασκευαστές΄΄ τους, κάτοχοι πτυχίων financial engineering, ειδική κατηγορία golden boys τα λεγόμενα και quants, ειδικευμένοι στην παραγωγή αυτών των αλχημιστικού τύπου προϊόντων. Αυτοί οι τίτλοι έφτασαν να καταλαμβάνουν ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό του χαρτοφυλακίου των μεγάλων αμερικάνικων επενδυτικών τραπεζών αλλά και άλλων διεθνών funds.
Η διερεύνησή μας όμως δεν μπορεί να σταματήσει εδώ. Αντιθέτως μόλις αρχίζει, και η ερωτηματοθεσία συνεχίζεται: Γιατί λοιπόν οι ρυθμιστικοί έλεγχοι ατόνησαν; γιατί αφέθηκαν οι χρηματοοικονομικοί κύκλοι να κάνουν του κεφαλιού τους; Γιατί δεν τέθηκαν κανόνες ελέγχου των οικονομικών διαδικασιών; κι αν υπήρξαν παλιότερα γιατί δεν παρέμειναν ενεργοί ή και ενσυνείδητα ξηλώθηκαν;
Όλα αυτά τα ερωτηματικά θεματοποιούνται υπό τον τίτλο απορρύθμιση. Γιατί λοιπόν η απορρύθμιση, πως ξεκίνησε, πότε, μέσα σε ποιες συνθήκες και ήταν αναπότρεπτη ή μήπως όχι;
Για να μπορέσουμε να δώσουμε απαντήσεις, θα πρέπει να αναχθούμε αρκετά πίσω στις αρχές της λεγόμενης ΄΄νεοφιλελεύθερης αντεπανάστασης΄΄ των χρόνων του Ρ.Ρέηγκαν.
Πρώτα όμως ας επαναφέρουμε στο νου μας, ποια είναι η άποψη του Φ. περί αυτής. Συνοπτικά λοιπόν σύμφωνα με την δική του προσέγγιση οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές του Ρέηγκαν ήταν πλήρως συμβατές με την μακροπρόθεσμη τάση της οικονομίας της αγοράς για περαιτέρω αγοραιοποίηση και ήλθαν να ανταποκριθούν σε νέες αντικειμενικές συνθήκες που συνιστούσαν η διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς, η κυριαρχία των πολυεθνικών εταιρειών κλπ. Δηλαδή εν ολίγοις υπάρχει μια αιτιώδης σχέση, το βέλος της οποίας πηγαίνει από την οικονομία προς την πολιτική. Οι προστιθέμενες φιοριτούρες περί συνυπολογισμού και των υποκειμενικών παραγόντων και των σχετικών αλληλεπιδράσεων εκτός του ότι παραπετιούνται στην γωνία σαν φτωχοί συγγενείς, καθίστανται ανενεργοί όταν πρέπει να τονιστούν τα ΄΄ουσιώδη΄΄ και να συγκροτηθεί ο σκληρός πυρήνας του εξηγητικού σχήματος.
Ιδού η ΄΄αφήγηση΄΄ του Φωτόπουλου: Το πολιτικό συμπλήρωμα της ελίτ, που ήταν ταγμένο στην υπηρεσία των συμφερόντων και των οικονομικών θεσμών αυτής της ελίτ-πολυεθνικές, τράπεζες, εμπορικές και επενδυτικές, κλπ,κλπ- προχώρησε στο ξήλωμα των θεσμών του New Deal και εισήγαγε θεσμικές ρυθμίσεις που επικύρωναν και σε νομικοπολιτικό επίπεδο το εν τοις πράγμασι προηγηθέν άνοιγμα των αγορών κεφαλαίου-εργασίας-εμπορευμάτων.
Η θέση όμως αυτή μπορεί και να αντιστραφεί. Τότε το βέλος της αιτιώδους σχέσης θα κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Σε αυτή την οπτική οι πολιτικές μεταβολές μετατρέπονται σε κύρια αίτια της αυξανόμενης αγοραιοποίησης.
Έτσι θα μπορούσαμε να πούμε ότι στις αρχές της δεκαετίας του ’80 οι ΄΄ριζοσπάστες΄΄ της αμερικάνικης Δεξιάς που ήταν αποφασισμένοι να ανατρέψουν τα επιτεύγματα του New Deal κατέκτησαν την πολιτική ηγεμονία. Η ισχυροποίησή της δεξιάς ενθάρρυνε τις επιχειρήσεις να επιτεθούν κατά των εργαζομένων και να περιορίσουν την διαπραγματευτική τους ισχύ, επεδίωξε και πέτυχε μεγάλες μειώσεις των φόρων επί των υψηλών εισοδημάτων, γενικότερα κατεδάφισε το ρυθμιστικό πλαίσιο του Ρούσβελτ, επιτρέποντας ιδιωτικοποιήσεις, συγχωνεύσεις και εξαγορές εταιρειών κλπ,κλπ.
Όμως η διαπραγμάτευσή μου έως εδώ κινείται σε ένα μη ικανοποιητικό επίπεδο-τουλάχιστον σε ό,τι με αφορά- που είναι και το σύνηθες επίπεδο όπου κινούνται αντιπαραθέσεις αυτού του είδους, και όπου ισχνά εμπειρικά δεδομένα καλούνται να στηρίξουν θεωρητικά υποδείγματα που τα χαρακτηρίζει υψηλός βαθμός γενίκευσης και αφαίρεσης. Γι’ αυτό θα προσπαθήσω να εξειδικεύσω ακόμη περισσότερο και να περιορίσω την οπτική μου, χάριν της σαφήνειας της έρευνας και της υποστήριξής της με στοιχεία, σε ένα συγκεκριμένο πεδίο όπως είναι πχ αυτό της κατανομής των εισοδημάτων στην αμερικάνικη κοινωνία μέσα σε κάποιο προσδιορισμένο χρονικό εύρος.
Ας ξανακυκλώσουμε το πρόβλημα, τοποθετούμενοι επί της νέας αυτής βάσεως και ας επαναδιατυπώσουμε το ερώτημα ως εξής: Πως έφτασαν τα διευθυντικά στελέχη να αμείβονται με αποδοχές τετρακόσιες φορές υψηλότερες από εκείνες των απλών εργαζομένων, όταν κάποια χρόνια πριν αμείβονταν με μισθούς περίπου τριάντα φορές υψηλότερους από εκείνους των απλών εργαζομένων; ή γιατί μειώθηκαν οι φόροι επί των υψηλών εισοδημάτων και γενικότερα εξουδετερώθηκαν οι γενικότεροι περιορισμοί των αμοιβών των διευθυντικών στελεχών;
Ποια προσέγγιση εκ των δύο που προεκτέθησαν ΄΄συλλαμβάνει΄΄ ικανοποιητικότερα την κοινά αποδεκτή ανατροπή στην, προϊσχύσασα επί New Deal, κατανομή των εισοδημάτων; Εκείνη που εκκινώντας από την δυναμική της οικονομίας οδηγεί στην πολιτική αλλαγή ή η αντίστροφη;
Ήταν οι αποχαλινωμένες δυνάμεις της αγοράς στη νέα φάση της(μετάβαση από την κρατικίστικη φάση στη νεοφιλελεύθερη φάση) που επέβαλαν την ελαχιστοποίηση των κοινωνικών ελέγχων που προστάτευαν την εργασία, και οδήγησαν στην αυξανόμενη ανισοκατανομή των εισοδημάτων με μια μειοψηφική ομάδα στην κορυφή της αμερικάνικης κοινωνικής πυραμίδας να καρπούται την εισοδηματική μερίδα του λέοντος και να αποκόπτεται από την συντριπτική μάζα του πληθυσμού; Ή οι πολιτικές διεργασίες έπαιξαν τον πρωτεύοντα ρόλο σε αυτήν την εξέλιξη;
Υπάρχουν αποδείξεις, ή ισχυρές αποχρώσες ενδείξεις υπέρ της άποψης που παραχωρεί μια τέτοια πρωτοκαθεδρία στον πολιτικό παράγοντα; Γιατί για την αντίθετη άποψη έχουμε διαβάσει και ακούσει πολλά, και είναι ετούτη η προσέγγιση που παραχωρεί τον πρώτο ρόλο στην πολιτική που ηχεί ως αιρετική και τραβηγμένη από τα μαλλιά. Ας βάλουμε λοιπόν στο ΄΄μικροσκόπιο΄΄ αυτήν την ΄΄αιρετική΄΄ θέση και ας αποπειραθούμε να ακολουθήσουμε κατά πόδας την αφήγηση που προτείνει.
Οι ιστορικοί της οικονομίας Claudia Goldin και Robert Margo στη μελέτη τους ΄΄The Great Compression : The Wage Structure in the United States at Mid-Century΄΄ , Quarterly Journal of Economics 107, αρ.1, 1992, σελ.1-34, στοιχειοθέτησαν μια περίεργη πραγματικότητα, κατά την διερεύνηση της μεσαίας τάξης στην Αμερική. Έτσι προς μεγάλη έκπληξή τους ανακάλυψαν ότι η μετάβαση από την ανισότητα του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου, στη σχετική ισότητα της μεταπολεμικής εποχής(=New Deal) δεν υπήρξε βαθμιαίο, εξελικτικό φαινόμενο. Αντιθέτως, η μεταπολεμική αύξηση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων μαζών δημιουργήθηκε σε λίγα μόνο χρόνια χάρις στην πολιτική των κυβερνήσεων Ρούσβελτ, κυρίως δε χάρη στους ελέγχους εισοδημάτων κατά την περίοδο του πολέμου και αυτή η σχετικά ίση κατανομή εισοδημάτων διήρκεσε περισσότερο από τρεις δεκαετίες. Αυτό από μόνο του αποτελεί μια ισχυρή ένδειξη του σημαντικού ρόλου των θεσμών, των κανόνων και του πολιτικού περιβάλλοντος στη διανομή του εισοδήματος.
Ένα άλλο στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της αντιστροφής της φοράς της αιτιακής σχέσης είναι ο χρονισμός των πολιτικών και οικονομικών αλλαγών.
Διευκρινίζω. Μέχρι το τέλος σχεδόν της δεκαετίας του ’80 δεν παρατηρείται σημαντική αύξηση των ανισοτήτων στις ΗΠΑ. Η άνοδος όμως του πολιτικού νεοφιλελευθερισμού αρχίζει στις ΗΠΑ από τα μέσα της δεκαετίας του ’70, ενώ οι φορείς των κινημάτων του συντηρητισμού διαμορφώνονται στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Αυτή η χρονική διαδοχή δείχνει ότι η πολιτική αλλαγή προηγείται σε πολλά σημεία της οικονομικής αλλαγής.
Επίσης είναι αρκετές πλέον οι μελέτες που επισημαίνουν ότι ήταν η διάβρωση των υποστηρικτικών της σχετικής οικονομικής ισότητας κοινωνικοπολιτικών κανόνων και θεσμών, που έπαιξε καίριο ρόλο στην αύξηση της ανισότητας και στην οικονομική απορρύθμιση. Βλέπε σχετικά: Ian Dew-Becker and Robert Gordon ΄΄ Where Did the Productivity Growth Go?΄΄ Inflation Dynamics and the Distribution of Income, Brookings Papers on Economic Activities,αρ.2 2005, σελ.67-127, και Frank Levy and Peter Temin, ΄΄ Intequality and Institutions in 20th Century America΄΄ μελέτη του ΜΙΤ Department of Economics, αρ. 07-17, Ιούνιος 2007.
Τέλος υπάρχει και ένα επιχείρημα δια της αντιπαραβολής με τις υπόλοιπες ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Οι δυνάμεις της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς επηρεάζουν τους πάντες. Εάν οι απρόσωπες αυτές δυνάμεις συνιστούν την αιτία της ανισοκατανομής εισοδήματος τότε το πολιτικό συμπλήρωμα πρέπει να στοιχίζεται δια της εισαγωγής θεσμών που ανταποκρίνονται στις ανάγκες των εξελίξεων στο οικονομικό πεδίο και τότε θα έπρεπε η ανατροπή των προστατευτικών της εργασίας θεσμικών εγγυήσεων, να είναι εξίσου σφοδρή και δραματική. (Η διαφοροποιημένη και πιο ευέλικτη θέση ότι οι διαφορετικές υποκειμενικές αλλά και αντικειμενικές συνθήκες δικαιολογούν τον διαφορετικό βαθμό προσαρμογής των πολιτικών συμπληρωμάτων καταλήγει στην ίδια λογική με αυτήν της εδώ προτεινόμενης ΄΄αφήγησης΄΄).
Όμως ακόμη και η Μεγάλη Βρετανία, που είναι και το πλησιέστερο παράδειγμα, ωχριά μπροστά στις ΗΠΑ. Από την άλλη στην ηπειρωτική Ευρώπη και την Ιαπωνία δεν υπήρξε η ίδια έκρηξη ανισοτήτων και αποδιάρθρωσης των ρυθμιστικών κανόνων. Αυτός ήταν εξάλλου και ο λόγος που οι αμερικάνοι νεοφιλελεύθεροι μέμφονταν συνεχώς και για πολλά χρόνια τους ευρωπαίους ομολόγους τους, δηλαδή ότι δεν ήταν το ίδιο ΄΄ρηξικέλευθοι΄΄ στις μεταρρυθμίσεις με αυτούς.
Όπως υπαινίχθηκα βέβαια και παραπάνω θα μπορούσαν να υπάρξουν και πιο σοφιστικέ και περίπλοκες θεωρητικές εκδοχές, που θα αναφέρονταν σε διαλεκτικές σχέσεις και αλληλεξαρτήσεις, πλην όμως, όπως δείχνει η μελέτη αυτών των θεωρητικών προσεγγίσεων, όταν έρχεται η κρίσιμη στιγμή και πρέπει να δοθούν οι αδρές γραμμές του υποδείγματος όλες αυτές οι ευέλικτες θεωρήσεις παραμερίζονται χωρίς πολλές παράτες και αποσύρονται στα μετόπισθεν για να ξαναχρησιμοποιηθούν όταν οι ανάγκες της πολεμικής το επιβάλλουν. Κατά βάθος όλα αυτά υπαγορεύονται από την επιθυμία κάποιων να έχουν και την αντικειμενική πίτα ολόκληρη και τον υποκειμενικό σκύλο χορτάτο.
Πλην όμως έρχεται η στιγμή που τα πράγματα ζορίζουν και τότε:
Είτε αυτό που αποκαλείται διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς είναι αποτέλεσμα και της κοινωνικής πάλης και των κοινωνικοπολιτικών συσχετισμών και επομένως μπορεί να υποστεί ουσιώδεις τροποποιήσεις ως συνέπεια νέων πολιτικών συσχετισμών και γενικευμένων λαϊκών αντιδράσεων, είτε δεν ισχύει αυτό και τότε η ιστορία δεν είναι δημιουργία και δεν ρυθμίζεται ουσιωδώς από την ταξική πάλη αλλά από κάτι άλλο.
Είτε η ιστορία συνολικά- και αυτή του καπιταλισμού και των διαφόρων φάσεών του δεν εξαιρείται- είναι δημιουργία ακαθόριστη, απρόβλεπτη και πρωτότυπη, είτε όχι και η διαμερισματοποίηση της ιστορίας σε κάποιες φάσεις όπου μπορεί να υπάρξει αναδιάταξη των δομικών λίθων του συστήματος από αγώνες εντός του συστήματος και σε κάποιες άλλες όπου αυτό είναι αδύνατο να συμβεί από τέτοιους αγώνες, είναι εξαιρετικά προβληματική.
Συνεχίζω. Τι συνέβη λοιπόν και οι μεταρρυθμίσεις του New Deal ξηλώθηκαν;
Καταρχάς τι σήμαινε New Deal και ποιες συνθήκες επικρατούσαν την περίοδο της κυριαρχία του; Μιλάμε για μια εποχή με ψηλούς σχετικά μισθούς και ημερομίσθια, νόμους, όπως αυτός των Δίκαιων Εργασιακών Σχέσεων του 1935 που καθιέρωσε την Εθνική Επιτροπή Εργασιακών Σχέσεων, ένα ισχυρό συνδικαλιστικό κίνημα το οποίο μεταξύ των ετών 1935 και 1945 ανέβασε το ποσοστό των συνδικαλισμένων εργατών από το 12 στο 35%, και το οποίο λειτουργούσε ως βασικός συντελεστής για τη δημιουργία μιας κοινωνίας της ΄΄μέσης΄΄ τάξης, για μια εποχή με υψηλή φορολόγηση των εισοδημάτων των πλουσίων με τον οριακό συντελεστή του φόρου εισοδήματος να φτάνει το 63% τα χρόνια της πρώτης διακυβέρνησης της χώρας από τον Ρούσβελτ και σε εκείνα της δεύτερης να εκτοξεύεται στο 79%, ενώ ως τα μέσα της δεκαετίας του ’50 είχε ανέβει στο 91%. Επίσης μιλάμε για έναν μέσο ομοσπονδιακό φόρο επί των εταιρικών κερδών ο οποίος αυξήθηκε από το 14% το 1929 σε άνω του 45% το 1955, γεγονός που οδήγησε στην φορολόγηση μεγάλου μέρους του εισοδήματος των πλουσίων μέχρι του σημείου εξαφανίσεως. Το προστατευτικό δίχτυ περιλάμβανε επίσης τα επιδόματα ανεργίας και την κοινωνική ασφάλιση. Ακόμη και ο ίδιος ο Νίξον τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησής του τιμαριθμοποίησε τα επιδόματα κοινωνικής ασφάλισης, δημιούργησε την πρόσθετη κάλυψη εισοδήματος(πρόγραμμα για ηλικιωμένους με αναπηρία) και επεξέτεινε τις ρυθμίσεις για την ασφάλεια της εργασίας αλλά και για το περιβάλλον.
Ξαναθέτω με φορτικότητα το ερώτημα ως υπενθύμιση του στόχου ετούτης της διερεύνησης: Ήταν η νέα φάση- η λεγόμενη νεοφιλελεύθερη- μια προσαρμογή στις τεκτονικές αλλαγές στην οικονομία- ταχεία ανάπτυξη και γιγάντωση των πολυεθνικών εταιρειών κλπ- που έφερε τα Ρηγκανόμικς ή έγινε το αντίστροφο;
Στην έρευνά μας πάλι. Υπήρξε κάποια στιγμή, περίπου στα μέσα της δεκαετίας του ’60, που ένα μεγάλο ποσοστό λευκών αμερικάνων άρχισε να δυσφορεί για την έκρηξη της εγκληματικότητας στις μεγάλες πόλεις του αμερικάνικου βορρά, την οποία συνέδεαν στο μυαλό τους με την άνοδο του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα των μαύρων. Το κλίμα αποτύπωνε ένα άρθρο του Νίξον τον Οκτώβριο του ’67 στο Ρήντερς Ντάιτζεστ με τίτλο΄΄ Τι έχει συμβεί στην Αμερική;΄΄. Στο άρθρο αυτό η ρίζα της αναταραχής αποδιδόταν στην ανεκτικότητα των προοδευτικών. Για τον Νίξον οι εκρήξεις οργής στις πόλεις αποτελούσαν σύμπτωμα της μείωσης του σεβασμού για την κρατική εξουσία, τον νόμο και την τάξη. Η κοινή γνώμη, δεν δίστασε να συνδέσει την άνοδο του εγκλήματος με το κίνημα αμφισβήτησης που είχε κάνει την εμφάνισή του. Το 1964 το Χάρλεμ ανεφλέγη και για 4 σχεδόν ολόκληρα χρόνια επικρατούσε εκεί έκρυθμη κατάσταση. Μια νέα στάση αναδυόταν σε μια γενιά μαύρων που μεγάλωσαν στα γκέτο του βορρά, όπου η αυτοεκτίμηση και η ένταση της φυλετικής υπερηφάνιας πήραν τη θέση της απάθειας και της υποταγής στο σύστημα. Το νέο σύνθημα ήταν ΄΄Μαύρη δύναμη΄΄. Στο μυαλό των λευκών ψηφοφόρων η εγκληματικότητα ταυτίστηκε με τις ταραχές αλλά και με την διόγκωση του κρατικού μηχανισμού. Πως έγινε αυτή η σύνδεση; Ήταν ο Ρόναλντ Ρέηγκαν που στην προεκλογική εκστρατεία για κυβερνήτης της Καλιφόρνιας το 1966 έκανε τον εαυτό του εκπρόσωπο των λευκών ψηφοφόρων που οργίζονταν με τους ΄΄αλήτες που επιβίωναν από το κοινωνικό κράτος΄΄ . Γι’ αυτούς τους λευκούς ψηφοφόρους η εικόνα ήταν ξεκάθαρη: Οι εκμεταλλευτές της Πρόνοιας(επρόκειτο για το λεγόμενο Βοήθημα Οικογενειών με Εξαρτώμενα Παιδιά, που συνοπτικά το αποκαλούσαν ΄΄Πρόνοια΄΄) προκαλούσαν την αύξηση των φόρων των νοικοκυραίων.
Οι δαπάνες του κοινωνικού κράτους όντως αυξάνονταν, καθώς το 1966 είχαν διπλασιαστεί οι πολίτες οι οποίοι εισέπρατταν επιδόματα σε σχέση με μια δεκαετία πριν. Ο αριθμός των επιδοματούχων υπερδιπλασιάστηκε στα επόμενα χρόνια. Έτσι με αιχμή του δόρατος μια πραγματική αύξηση των δαπανών σε ένα συγκεκριμένο τομέα, ο Ρέηγκαν κατάφερε να στρέψει την σιωπηλή, φιλήσυχη λευκή κι ΄΄εργατική΄΄ Αμερική εναντίον των επιδοματούχων/ μαύρων/ ταραξιών/προοδευτικών/κρατικοδίαιτων γραφειοκρατών. Η αυξανόμενη εντύπωση πολλών αμερικανών ήταν ότι ΄΄υπερφίαλοι΄΄ γραφειοκράτες κατά την έκφραση του Ρέηγκαν έπαιρναν τα δολάρια τα οποία οι ίδιοι έβγαζαν με τον ιδρώτα τους και τα χάριζαν σε ανθρώπους που δεν τα άξιζαν. Σε όλα αυτά ήρθε να προστεθεί η έκρηξη της αντικουλτούρας- ροκ, ναρκωτικά, απελευθερωμένο σεξ- που τρόμαξε και εξόργισε πολλούς αμερικάνους με κερασάκι στην τούρτα του υπόκωφου αναβρασμού το αντιπολεμικό κίνημα.
Αυτό ήταν το έδαφος που μπόρεσαν να σπείρουν οι ρεπουμπλικάνοι και όπου άνθισε λίγο αργότερα ο ΄΄κινηματικός συντηρητισμός΄΄. Η κινηματική δεξιά κατάφερε να σμιλεύσει μια πολιτική ρητορική βασικά στοιχεία της οποίας ήταν οι ύμνοι προς την ελευθερία και την προσωπική επιλογή, ο αντικομμουνισμός και η απέχθεια προς το καταπιεστικό κράτος που ρουφάει τους πόρους του έθνους και δεν το αφήνει να προοδεύσει. Οι νεοδεξιοί επιτίθονταν με δριμύτητα κατά των πανεπιστημιακών διανοουμένων που δίδασκαν κεϋνσιανά οικονομικά και υποστήριζαν την προοδευτική φορολογία και το κοινωνικό κράτος.
Ο Ρέηγκαν λοιπόν τους άνοιξε τον δρόμο προς την εξουσία και ήταν ο αναμφισβήτητος ηγέτης των κινηματικών συντηρητικών, γιατί κατάφερε να εκλαϊκεύσει και να κάνει ελκυστικά σε πλατιά στρώματα τα οικονομικά της προσφοράς, την ιδεολογία του ατομικού κέρδους και της ΄΄αρετές΄΄ της ΄΄ελεύθερης΄΄ αγοράς, δηλαδή μπόρεσε να μεταμφιέσει και να εξωραίσει την σκληρή και απάνθρωπη ιδεολογία και πραγματικότητα του συντηρητικού κατεστημένου. Έτσι κατάφερε να δημιουργήσει μια μεγάλη λαϊκή βάση. Η βάση αυτή συμπληρώθηκε από την ένθερμη υποστήριξη της επιχειρηματικής κοινότητας. Την υποστήριξη αυτής της κοινότητας εξασφάλισε ο κινηματικός συντηρητισμός εντείνοντας την επίθεσή του στον συνδικαλισμό. Από την δεκαετία του ’60 και μετά, όσοι επιχειρηματίες-κυρίως μικροί και μεσαίοι-μισούσαν τα συνδικάτα, υπήρξαν σταθερή βάση οικονομικής στήριξης της Δεξιάς. Στις δεκαετίες του ’70 και του ’80 η πολιτική στροφή της Αμερικής έδωσε στις επιχειρήσεις την ισχύ να αντιπαρατεθούν στο συνδικαλιστικό κίνημα και να το συντρίψουν, με τεράστιες συνέπειες σε επίπεδο και μισθολογικών ανισοτήτων και πολιτικής ισορροπίας δυνάμεων. Αλλά στο θέμα του συνδικαλισμού θα επανέλθω εντός ολίγου.
Όσον αφορά λοιπόν το θέμα της δραματικής μεταβολής στην κατανομή των εισοδημάτων νομίζω ότι αυτό που δείχνουν οι υπάρχουσες μελέτες(Piketty and Saez ΄΄Income Inequality΄΄, Levy and Zemmin ΄΄ Inequality and Institutions΄΄) είναι ότι οι ανώνυμες δυνάμεις της αγοράς έχουν πολύ πιο περιορισμένη επιρροή απ’ ότι ισχυρίζονται τα στοιχειώδη εγχειρίδια των Οικονομικών. Σ’ όλες αυτές τις μελέτες επισημαίνεται ένα σύνολο θεσμικών ρυθμίσεων και κανόνων που είχαν περιορίσει την ανισότητα μετά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο και οι οποίοι αποσύρθηκαν κατά την περίοδο Ρέηγκαν οπότε και η ανισότητα απογειώθηκε. Με σημείο εκκίνησης της δεκαετία του ’70 οι θεσμοί και οι κανόνες αυτού του είδους αποικοδομήθηκαν με αποτέλεσμα την αυξανόμενη ανισότητα.
Και για να ξαναθυμηθούμε την σύγκριση με άλλες ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες στο Καναδά πχ αλλά και στην Βρετανία της Θάτσερ, υπήρξε πιο περιορισμένη τάση για επάνοδο στην ανισότητα, ενώ στην Ιαπωνία και τη Γαλλία η ανισότητα πολύ λίγο μεταβλήθηκε από το 1980. Επίσης έρευνες για τα εισοδήματα των νοικοκυριών δείχνουν ότι οι ΗΠΑ ξεχωρίζουν ως χώρα όπου η ανισότητα σημείωσε μεγάλη αύξηση, ενώ άλλες ανεπτυγμένες χώρες είτε σημείωσαν περιορισμένη αύξηση είτε έμειναν σταθερές (βλέπε Andrea Brandolini and Timothy Smeeding, ΄΄Ιnequality Patterns in Western-Type Democracies: Cross-Country Differences and Time Changes΄΄, μελέτη του Luxembourg Income Study, αρ.458, Απρίλιος 2007. Επίσης απόπειρα συστηματοποίησης των στοιχείων της έρευνας γνώμης που δίνει αποτελέσματα αντίστοιχα με των Piketty και Saez, βρίσκεται στο http: //www.tcf.org/list.qsp? type = NC& pubid =1403).
Προς αυτή την κατεύθυνση συγκλίνει και η μελέτη των φορολογικών δεδομένων, τα οποία επιτρέπουν σύγκριση του ποσοστού εισοδήματος που περιέρχεται στην οικονομική ελίτ (βλέπε Piketty and Saez ΄΄Τhe evolution of Top Incomes΄΄). Αρκεί να αναφέρουμε ότι ο ανώτατος οριακός φορολογικός συντελεστής έχει μειωθεί από 70%, στις αρχές της δεκαετίας του ’70 σε 35% σήμερα.
Πριν κλείσω με την διαπραγμάτευση του θέματος των εισοδηματικών ανισοτήτων θα ήθελα να αναφερθώ στην ανάδειξη και σε έναν παράγοντα που κατά τους Λούσιαν Μπέμπτσακ και Τζέσι Φράιντ, συγγραφείς του ΄΄Pay Without Performance: The Unfulfilled Promise of Executive Compensation΄΄, εκδ. Harvard University, 2004, έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στην διεύρυνση του χάσματος μεταξύ της κορυφής και της βάσης της πυραμίδας, κι αυτός είναι η κοινωνική στάση και το γενικότερο κλίμα. Υποστηρίζουν λοιπόν αυτοί ότι, στην πράξη, τα ανώτατα στελέχη καθορίζουν τις ίδιες τους τις αμοιβές και το μόνο που περιορίζει τις αμοιβές τους είναι το «όριο οργής», δηλ. ο φόβος ότι οι υπερβολικά ψηλές αμοιβές θα προξενήσουν την αντίδραση των εργαζομένων, των πολιτικών ή της ευρύτερης κοινής γνώμης. Στο μέτρο που αυτή η άποψη είναι ορθή, τα απογειωμένα εισοδήματα των διευθυντικών στελεχών θα πρέπει να προσεγγίζονται ως κοινωνικό και πολιτικό φαινόμενο, και όχι ως στενά οικονομικό. Έτσι μπορούμε να εξηγήσουμε την απογείωση των απολαβών των managers της εποχής της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης ως συνέπεια παραγόντων που επέφεραν το τέλος της προαναφερθείσας οργής. Μέσα ενημέρωσης και πολιτικοί υμνούσαν και κολάκευαν την επιχειρηματική σοφία των αφεντικών των επιχειρήσεων και τα συνδικάτα, που άλλοτε πρωτοστατούσαν σε απεργίες διαμαρτυρίας εναντίον των υπέρογκων αμοιβών των στελεχών, είχαν πλέον συντριβεί. Έτσι μεγέθη αμοιβών που παλιότερα θα γίνονταν πρωτοσέλιδη είδηση και θα προκαλούσαν σάλο, στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού ούτε καν αναφέρονταν. Η αντίληψη ότι η αύξηση των απολαβών στην κορυφή της κοινωνικής κλίμακας αντικατοπτρίζει, κοινωνικές και πολιτικές μεταβολές και όχι την αόρατη χείρα της αγοράς έρχεται να ενισχύσει την ΄΄αφήγηση΄΄ που ξεδιπλώσαμε με βάση την υπόθεση της αντιστροφής της φοράς του βέλους της αιτιώδους σχέσης.
Σ’ αυτό το σημείο θα ήθελα να διευρύνουμε λίγο το οπτικό μας πεδίο και αφήνοντας το θέμα της άνισης κατανομής των εισοδημάτων να δοκιμάσουμε την γονιμότητα και τις αντοχές των συζητούμενων ερμηνευτικών σχημάτων στο θέμα της ανόδου και της πτώσης του αμερικάνικου συνδικαλισμού. Βέβαια κι εδώ η παρουσίαση θα είναι αναγκαστικά πολύ σύντομη.
Κι εδώ λοιπόν θα είχαμε δύο εικόνες. Η μία αποτυπώνει ως εξής την κατάσταση:
Ο περιορισμός του ρόλου και η παρακμή των συνδικάτων στην επίμαχη περίοδο οφειλόταν κατά βάση στις μεταβολές της δομής του εργατικού δυναμικού που ήταν απόρροια των δραματικών αλλαγών στον διεθνή καταμερισμό εργασίας λόγω του οξύτατου ανταγωνισμού. Στην προηγούμενη φάση, χοντρικά την ΄΄κρατικίστικη΄΄, η ισχύς των συνδικάτων επήγαζε από την βαριά βιομηχανία: αυτοκινητοβιομηχανία, χαλυβουργία κλπ. Όταν οι ΗΠΑ ανοίχτηκαν πιο έντονα στον διεθνή ανταγωνισμό και πέρασαν στην οικονομία παροχής υπηρεσιών λόγω της αύξησης εισαγωγής βιομηχανικών προϊόντων και της τεχνολογικής αλλαγής, επήλθε μαρασμός των κλάδων όπου είχαν την βάση τους τα άλλοτε ισχυρά συνδικάτα και συνακόλουθα το ειδικό τους βάρος στο σύνολο του εργατικού δυναμικού μειώθηκε κατά πολύ. Πανίσχυρη ΄΄αφήγηση΄΄ - ας μην κατατριβούμε τώρα με τις ατέλειωτες διαμάχες περί του ειδικού βάρους του ενός ή του άλλου στοιχείου που έχουν αναπτυχθεί εντός της ίδιας αυτής θεώρησης- με ευρύτερη αποδοχή και πολλούς θιασώτες σε ευρύ φάσμα κοινωνιολόγων, οικονομολόγων, πολιτικών στοχαστών.
Η άλλη εκδοχή τώρα: Ο περιορισμός του ρόλου των συνδικάτων οφείλεται στην πολιτική επίθεση που δέχθηκαν στη δεκαετία του ’70. Στα πλαίσια αυτής της ΄΄ανάποδης΄΄ θεώρησης δεν αμφισβητείται ο περιορισμός της σημασίας της βαριάς βιομηχανίας, αλλά η μείωση της συνδικαλιστικής συμμετοχής αποδίδεται κυρίως στην κατάρρευση του βαθμού συνδικαλιστικής οργάνωσης στο εσωτερικό της βιομηχανίας που σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία έπεσε από το 39% των εργατών το 1973 στο 13% το 2005. Πέραν τούτου όσο και αν ψάξει κανείς δύσκολα θα βρει μια απόλυτα απαγορευτική συνθήκη της ανάπτυξης του συνδικαλισμού στους τομείς της παροχής υπηρεσιών ή του εμπορίου, διότι ο σύγχρονος τριτογενής τομέας των ανεπτυγμένων μητροπόλεων του καπιταλισμού δεν έχει καμία σχέση με τον μικρό ή μεσαίο, αποκεντρωμένο αντίστοιχο τριτογενή τομέα των ευρισκόμενων στην περιφέρεια ή ημιπεριφέρεια χωρών, που άλλωστε κι εκεί εξελίσσεται ταχύτατα. Ο τριτογενής τομέας των ΗΠΑ κυριαρχείται από μεγαθήρια τύπου Wall – Mart με χιλιάδες εργαζομένους, σε εργασιακές συνθήκες που διαφέρουν ελάχιστα ή καθόλου από τις αντίστοιχες που επικρατούν στις μοντέρνες μεγάλες μεταποιητικές μονάδες. Σε τέτοιους λοιπόν γίγαντες του εμπορίου όπως η Wall-Mart θα μπορούσε κάλλιστα να αναπτυχθεί συνδικαλιστική δράση για να μην πούμε ότι θα έπρεπε να αποτελεί ακόμη καλύτερο πεδίο συνδικαλιστικής οργάνωσης απ’ ότι η βιομηχανία. Και αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, αν δηλαδή συνδικαλιζόντουσαν οι υπάλληλοι της συγκεκριμένης φίρμας και απαιτούσαν υψηλότερους μισθούς και καλύτερες παροχές, οι τιμές λιανικής των εμπορευμάτων της φίρμας μπορεί να ανέβαιναν λίγο, αλλά ο γίγαντας του λιανεμπορίου δεν θα απειλούνταν σοβαρά από κανέναν ανταγωνιστή λόγω της δεσπόζουσας θέσης του στον συγκεκριμένο κλάδο. Εάν προεκτείνοντας αυτήν την σκέψη υποθέταμε ότι αυτή η συνδικαλιστική δράση εξαπλωνόταν και στους υπόλοιπους γίγαντες της λιανικής ή και στον τομέα των υπηρεσιών στο σύνολό του, θα βρισκόμαστε μπροστά σε μια διαδικασία παρόμοια με αυτήν της ενδυνάμωσης των εργασιακών κατακτήσεων κατά την περίοδο του New Deal. Αφού λοιπόν κάτι τέτοιο δεν ήταν απαγορευτικό γιατί δεν δημιουργήθηκαν συνδικάτα στην παροχή υπηρεσιών και το εμπόριο; Γιατί το αμερικάνικο συνδικαλιστικό κίνημα ενώ έχανε έδαφος στην βιομηχανία, δεν κέρδιζε μέλη στον ανερχόμενο τομέα των υπηρεσιών;
Η ΄΄αντίστροφη΄΄αφήγηση έχει τον λόγο: Τα επιχειρηματικά συμφέροντα από τη δεκαετία του ’70 πέρασαν σε φάση αντεπίθεσης κατά των συνδικάτων. Μπήκαν σε εφαρμογή σκληρές μέθοδοι καταστολής όπως παράνομες απολύσεις εργαζομένων οι οποίοι επιχειρούσαν να συνδικαλιστούν ή στήριζαν τη συνδικαλιστική δράση. Στα τέλη μάλιστα της δεκαετίας του ’70 και στις αρχές του ’80, ο ένας τουλάχιστον στους είκοσι που ψήφιζαν υπέρ συνδικαλιστικής οργάνωσης απολύθηκε παράνομα, μερικές μάλιστα εκτιμήσεις κάνουν λόγο ως και για έναν στους οκτώ. Στις ΗΠΑ το πολιτικό κλίμα είχε αλλάξει και ευνοούσε τον πόλεμο κατά των συνδικάτων. Όταν εν τέλει ανέλαβε την εξουσία ο Ρέηγκαν, η αντισυνδικαλιστική εκστρατεία βοηθήθηκε και στηρίχτηκε από την πολιτική ισχύ της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Η εκ μέρους του Ρέηγκαν συντριβή του κινήματος των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας-ποιος από εμάς δεν θυμάται εκείνα τα χρόνια, την για πολλές εβδομάδες σθεναρή αντίσταση των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας, η καταστολή της οποίας είχε αναχθεί σε κορυφαίο ζήτημα από τον ίδιο τον Ρεήγκαν όπως και η αντίστοιχη σκληρή καταστολή της ηρωικής απεργίας τον ανθρακωρύχων από την Θάτσερ- έδωσε το σινιάλο για ευρύτερη επίθεση κατά των συνδικάτων σε όλους τους τομείς της οικονομίας.
Συγκρίνοντας τώρα αυτό που συνέβη στις ΗΠΑ με άλλες καπιταλιστικές χώρες της δύσης βλέπουμε ότι η κατάρρευση του συνδικαλισμού στις ΗΠΑ από τη δεκαετία του ’70 και μετά δεν έχει το αντίστοιχό της σε άλλη δυτική χώρα.
Ακόμη και στον όμορο Καναδά τα στοιχεία που υπάρχουν (David Card, Thomas Lemieux and W.Craig Riddell, Unionization and Wage Inequality : A Comparative Study of the US, the U.K and Canada, National Bureau of Economic Research, μελέτη, αρ. 9473, Ιανουάριος 2003) δείχνουν ότι ενώ τη δεκαετία του ’60 το εργατικό δυναμικό ήταν λίγο πιο συνδικαλισμένο στις ΗΠΑ από ό,τι στον Καναδά, στα τέλη της δεκαετίας του ’90 τα μεν αμερικάνικα συνδικάτα είχαν περίπου εκδιωχθεί από τον ιδιωτικό τομέα τα δε καναδέζικα είχαν μείνει σχεδόν ανέπαφα.
Η υποχώρηση των συνδικάτων λοιπόν ήταν πολιτικό φαινόμενο, με την ευρύτερη έννοια και όχι οικονομικό φαινόμενο.
Μετά από την εφαρμογή των επίμαχων ερμηνευτικών σχημάτων στους τομείς της άνισης κατανομής του εισοδήματος και της εξέλιξης του συνδικαλισμού στην αμερικάνικη κοινωνία με επίκεντρο την νεοφιλελεύθερη φάση, νομίζω ότι νομιμοποιούμαι να επεκτείνω την ερμηνευτική υπόθεση της αντιστροφής της αιτιακής σχέσης στο σύνολο της έρευνάς μου.
Έτσι μετά από αυτήν την μεγάλη παράκαμψη νομίζω πως μπορούμε τώρα να δοκιμάσουμε να επανασυνδεθούμε με το αρχικό νήμα αυτού του κεφαλαίου και να προσπαθήσουμε να ενοποιήσουμε την αφήγησή μας ενσωματώνοντας σε αυτήν και τις εξελίξεις που έλαβαν χώρα στον χρηματοπιστωτικό τομέα.
Σε όλη τη δεκαετία του ’80 συνεχίστηκε και επεκτάθηκε η κατάργηση των ελέγχων και των ασφαλιστικών δικλείδων σε όλους τους τομείς δράσης, και με ιδιαίτερη έμφαση στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Στον τραπεζικό τομέα για 50 σχεδόν χρόνια οι ρυθμιστικές αρχές επέβαλαν περιορισμούς στην δραστηριότητα των τραπεζών, στο τι θα μπορούσαν δηλ. να κάνουν οι τράπεζες με τα χρήματα των καταθετών, σε μια προσπάθεια να αποτρέψουν τις υπερβολικά ριψοκίνδυνες πράξεις. Απαιτούσαν να τοποθετούν οι ιδιοκτήτες των τραπεζών μεγάλες ποσότητες των δικών τους χρημάτων για την αντιμετώπιση κινδύνων, μέσω των ειδικών αποθεματικών. Οι ρυθμιστικές αρχές ιστορικά περιόρισαν τον ανταγωνισμό μεταξύ των τραπεζών, καθιστώντας πολύτιμο αγαθό την έκδοση άδειας για τραπεζικές εργασίες. Όσοι έπαιρναν αυτές τις άδειες δεν ήθελαν να θέσουν σε κίνδυνο αυτό το ειδικό προνόμιο, αναλαμβάνοντας ρίσκα που θα μπορούσαν να βλάψουν την τράπεζα.
Τη δεκαετία του ’80 όμως αυτοί οι περιορισμοί καταργήθηκαν. Οι ΄΄μεταρρυθμιστές΄΄ υποστήριζαν ότι έπρεπε να δοθεί περισσότερη ελευθερία και να αναπτυχθεί μεγαλύτερος ανταγωνισμός. Η εμφάνιση εναλλακτικών πηγών εταιρικής χρηματοδότησης, διέβρωσε τα περιθώρια κέρδους εκείνων των τραπεζιτών που επέμεναν να ακολουθούν τους παλιούς, ασφαλείς τρόπους διεξαγωγής των εργασιών τους, και ενίσχυσε το λεγόμενο σκιώδες τραπεζικό σύστημα. Οι χρηματαγορές έγιναν ανεξέλεγκτες καθώς το σκιώδες τραπεζικό σύστημα(επενδυτικές τράπεζες, over the counter αγορά παραγώγων, hedge funds κλπ) εξαπλωνόταν και υποσκέλιζε το συμβατικό τραπεζικό σύστημα ως προς την βαρύτητα στην οικονομία.
Οι πολιτικοί και κυβερνητικοί αξιωματούχοι επέτρεψαν την επανεμφάνιση της χρηματοπιστωτικής τρωτότητας που είχε οδηγήσει στη μεγάλη ύφεση του 1929, ενώ έπρεπε να είχαν αντιδράσει με την επέκταση των ρυθμίσεων και του χρηματοπιστωτικού δικτύου ασφαλείας, προκειμένου να καλύψουν και αυτά τα νέου τύπου ιδρύματα. Αντίθετα με αυτό η κυβέρνηση Μπους διέκειτο εχθρικά προς την επιβολή κανόνων και χρησιμοποίησε την ομοσπονδιακή εξουσία και τις αρμοδιότητες της Υπηρεσίας του Ελεγκτή του Νομίσματος, για να μπλοκάρει τις κρατικές προσπάθειες επιβολής κάποιας εποπτείας στα ενυπόθηκα δάνεια υψηλού κινδύνου. Η ανάκληση, το 1999 επί κυβερνήσεως Κλίντον, του νόμου Γκλας-Στίγκαλ, με την οποία επιτράπηκε στις εμπορικές τράπεζες να ασχοληθούν με επενδυτικές δραστηριότητες και συνεπώς να αναλάβουν μεγαλύτερο ρίσκο ήταν μόνο ένα επεισόδιο σε αυτή την διαδικασία. Ταυτόχρονα οι άνθρωποι, οι επιφορτισμένοι με τον έλεγχο και την τήρηση της σταθερότητας του συστήματος υμνούσαν την χρηματοπιστωτική καινοτομία. Ο Άλαν Γκρίσπαν ώμνυε στο Internet που πίστευε ότι μεταμορφώνει τις χρηματαγορές επειδή δήθεν επέτρεπε, μέσω του εκδημοκρατισμού της πληροφορίας, να ξεπεραστεί η αδιαφάνεια της αγοράς παραγώγων και διακήρυσσε ότι όλο το χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει γίνει πιο εύκαμπτο. Έτσι οι αυξανόμενοι κίνδυνοι αγνοήθηκαν ή δεν κρίθηκαν άξιοι προσοχής και η κρίση με αφορμή το σκάσιμο της φούσκας των ακινήτων ξέσπασε.
Όλα τα παραπάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι είναι οι επιλογές των συντηρητικών πολιτικών δυνάμεων που επέβαλαν την απορρύθμιση του όλου πλέγματος των ρυθμιστικών κανόνων και θεσμών που ενοχοποιούνται για την εμφάνιση της παρούσας κρίσης στις ΗΠΑ και παγκόσμια και όχι η ΄΄αόρατη χειρ΄΄ που κινεί τα νήματα από τα σκοτεινά υπόγεια της αγοραιοποιημένης οικονομίας στην νεοφιλελεύθερη φάση της.
Για την αμερικάνικη κοινωνία η πολιτική μεταβολή που ξεκίνησε με τις εκλογές του 1976 και του 1978, μπήκε στην τελική ευθεία με την ανάδειξη του Ρ.Ρέηγκαν ως υποψηφίου για το προεδρικό αξίωμα στα 1980 και την κατοπινή του εκλογή στη θέση του Προέδρου και συνεχίστηκε με τις επόμενες κυβερνήσεις Κλίντον και Μπους, σήμαινε την απόπειρα-που στέφθηκε σε μεγάλο βαθμό από επιτυχία- των κυρίαρχων στρωμάτων μετά την κρίση του πετρελαίου, τον πληθωρισμό των μέσων της δεκαετίας του ’70 και τους κλυδωνισμούς του διεθνούς νομισματικού συστήματος εκείνης της εποχής, να επανακτήσουν τον έλεγχο στις οικονομίες τους και να ξαναμεταβάλουν την κατανομή του εθνικού εισοδήματος σε βάρος των μισθωτών, απόπειρα που εκμεταλλεύτηκε τεχνηέντως και προσεταιρίστηκε και την αντίδραση τμημάτων του πληθυσμού προς την αυξανόμενη γραφειοκρατικοποίηση τομέων της καθημερινής ζωής. Αυτή η απόπειρα ονομάστηκε παραπλανητικά φιλελευθερισμός ή νεοφιλελευθερισμός και δεν άργησε να δείξει τα παγκόσμια αποτελέσματά του, που δεν ήταν άλλα από την αυξανόμενη ανισότητα και εξαθλίωση για τις υπανάπτυκτες χώρες, ανεργία και φτώχια για τις βιομηχανικές χώρες, απειλή πλήρους κατάρρευσης του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος και μια κρίση που κανείς δεν ξέρει ποτέ θα τελειώσει και πως.
Θέλω εδώ να το επαναλάβω. Η ισχυροποίηση, και η κατάληψη της εξουσίας στις ΗΠΑ από την νεοδεξιά δεν μπορεί να κατανοηθεί από το εξηγητικό υπόδειγμα που θεωρεί τις θεσμικές αλλαγές και τις πολιτικές μεταβολές ως κινήσεις ανταποκρινόμενες στις αλλαγές και τις διαδικασίες που ξεκινούν και λαμβάνουν χώρα στο οικονομικό πεδίο.
Εφόσον λοιπόν η ενδελεχέστερη και πιο προσεκτική εξέταση των αλλαγών στον βασικό κινητήρα της παγκόσμιας οικονομίας δεν αποδείχνει ότι οι πολιτικές μεταβολές έπονται και επικυρώνουν τις προηγηθείσες εξελίξεις και παγιωμένες τάσεις του οικονομικού πεδίου, τότε γιατί να μην δικαιούται κάποιος να υποθέσει ότι- μέσω μιας νέας παγκόσμιας λαϊκής πίεσης πάνω στην υπερεθνική ελίτ και τα κατά τόπους παραρτήματά της και μέσα σε συνθήκες μετατόπισης του φάσματος των ιδεών προς ριζοσπαστικότερες θέσεις, και υπό την απειλή μιας γενικότερης κοινωνικοοικονομικής κατάρρευσης- είναι δυνατόν να εξαναγκαστούν οι κυρίαρχοι να δεχθούν σοβαρούς ελέγχους, και δεν εννοώ εδώ τους υπό στενή μόνο εννοία ελέγχους όπως: προσωρινή απαγόρευση επικίνδυνων πρακτικών short selling, πολύπλοκων χρηματοοικονομικών εργαλείων, εποπτεία σκιώδους τραπεζικού συστήματος, διαφάνεια και έλεγχο οίκων αξιολόγησης, φορολογικών παραδείσων κλπ, αλλά και παρεμβάσεις που παραπέμπουν σε πραγματικά κεϊνσιανές πολιτικές;
Γιατί να μην το πράξει αυτό η υπερεθνική ελίτ, πιεζόμενη από τις εξελίξεις και κυρίως από ένα διογκούμενο ρεύμα οργής και κινητοποιήσεων που ακόμη και εάν δεν έχουν ξεκάθαρους και σαφείς αντισυστημικούς στόχους, θα μπορούσαν υπό ορισμένες προϋποθέσεις να στριμώξουν άσχημα στη γωνία, την ήδη στριμωγμένη, διεθνή της απορρύθμισης;
Σ’ αυτό το ερώτημα εσύ δίνεις σαφώς αρνητική απάντηση και την στηρίζεις στην γνωστή ανάλυση ότι αλλαγές τέτοιου τύπου είναι αδύνατες στην παρούσα νεοφιλελεύθερη φάση επειδή ο καπιταλισμός έχει δημιουργήσει τις αντικειμενικές συνθήκες που καθιστούν οποιαδήποτε ανατροπή ΄΄από μέσα΄΄ σχεδόν αδύνατη.
Κατ’ εσέ λοιπόν ακόμη κι αν ήθελε ένα ρεφορμιστικό κόμμα να εφαρμόσει οποιεσδήποτε αποτελεσματικές πολιτικές για την ανατροπή του νεοφιλελευθερισμού μέσα στο πλαίσιο των ανοιχτών και απελευθερωμένων αγορών δεν θα μπορούσε να το επιτύχει. Εάν όμως δεν επρόκειτο για ένα μεμονωμένο ρεφορμιστικό κόμμα αλλά για μια διεθνή συμμαχία τέτοιου τύπου κομμάτων και κινημάτων υποστηριζόμενων από ευρύτατα στρώματα των αντίστοιχων πληθυσμών; Και αν η έτσι συγκροτημένη συμμαχία ήταν αποφασισμένη να περιορίσει – και ας πούμε όχι να καταργήσει -την δραστηριότητα των δομικών θεμελίων λίθων του συστήματος, δηλ. των πολυεθνικών; Και εάν η έτσι δημιουργημένη κατάσταση και η κοινωνική σύγκρουση οδηγούσαν σε ένα σημείο όπου η υπερεθνική ελίτ θα έπρεπε να αποφασίσει ή να υποστεί ουσιαστικούς και αυστηρούς περιορισμούς και ελέγχους ή να ρισκάρει την ύπαρξή της; Τότε δεν θα μπορούσαν να εισαχθούν στο σύστημα δομικές τροποποιήσεις που θα αφορούσαν και στις αντικειμενικές συνθήκες που χαρακτηρίζουν την νεοφιλελεύθερη φάση;
Γιατί οι ίδιες αυτές οι πολυεθνικές, πιεζόμενες παντοιοτρόπως(και σε κοινωνικό και σε πολιτικό επίπεδο πχ. μέσω μποϊκοτάζ, σαμποτάζ, αποκλεισμών και καταλήψεων τομέων κλειδιών της δραστηριότητάς τους, επιβολής ή απειλής επιβολής συντονισμένων διακρατικών ελέγχων στην δράση τους κλπ) να μην αναγκαστούν να συναινέσουν σε μια τέτοια κατεύθυνση προκειμένου να περισώσουν ό,τι μπορούν; Γιατί μια νέα ΄΄νεοκλασική σύνθεση΄΄ για να θυμηθούμε και τον Πωλ Σάμουλσον ή μια νέου τύπου κεϋνσιανή συμφωνία, που θα στηρίζεται σε παγκόσμιες συμφωνίες ή έστω σε διακρατικές ή πολυμερείς συμφωνίες των σπουδαιότερων, αυτών δηλ. που μετρούν από την άποψη της οικονομικής ισχύος και επιρροής, παικτών της παγκόσμιας σκηνής δεν θα μπορούσε να έχει επιτυχή κατάληξη ως προς την πραγματοποίηση των στόχων της;
Εσύ λές όχι, και έτσι είσαι υποχρεωμένος να πράξεις, αφού ασπάζεσαι μια αντίληψη που διατείνεται ρητά και κατηγορηματικά ότι στην παρούσα φάση ΄΄οι αλλαγές είναι μη αναστρέψιμες μέσα στο σύστημα΄΄. Τελεία και παύλα.
Τα ίδια πάνω κάτω μπορούν να ειπωθούν και για την έντονη κριτική σου στα όσα έγραψα περί υπέρβασης των προθέσεων και των σκοπών των κοινωνικών ομάδων και τάξεων από τα αποτελέσματα και τις συνέπειες των ενεργειών τους. Ρωτάς λοιπόν περιπαικτικά: κατά λάθος απελευθέρωσαν οι πολυεθνικές εταιρίες τις αγορές; Βέβαια αμέσως μετά σπεύδεις να μετριάσεις την θέση σου προσθέτοντας ότι ΄΄απλά, η κατάργηση ακόμα και των ρυθμιστικών ελέγχων όπως έγινε και οδήγησε εν μέρει στην κρίση μπορεί να θεωρηθεί υπερβολή κλπ,κλπ΄΄. Να σου φέρω εγώ ένα παράδειγμα τεράστιας σημασίας για όλη την ιστορία της νεωτερικότητας όπου οι σκοποί και οι προθέσεις ενός υποκειμένου καταλήγουν σε κάτι εντελώς διαφορετικό; Η δημιουργία από την απόλυτη μοναρχία του μοντέρνου και συγκεντρωτικού κρατικού μηχανισμού. Ο μηχανισμός αυτός επινοήθηκε και κατασκευάστηκε για να υπηρετεί την απόλυτη εξουσία του Μονάρχη και κατέληξε να γίνει ο ιδεώδης φορέας της απρόσωπης κυριαρχίας της καπιταλιστικής ορθολογικότητας. Τι πιο ογκώδες και καθοριστικό από αυτό για τις εξελίξεις σε πολλά πεδία, και σίγουρα εξίσου αν όχι πολύ περισσότερο σημαντικό από την ανάπτυξη των πολυεθνικών εταιριών. Και αυτή η διαφωνία ανάγεται βέβαια σε όλα αυτά που αναπτύσσονται σε τούτο το κεφάλαιο.


Προς αποφυγήν κάθε παρεξηγήσεως, αυτές οι διαπιστώσεις και αναλύσεις δεν γίνονται από την οπτική γωνία ενός σοσιαλδημοκράτη/σοσιαλφιλελεύθερου παλιού ή νέου τύπου ούτε και ενός υποστηρικτή του Παγκόσμιου Κοινωνικού Φόρουμ. Γίνονται στα πλαίσια διερεύνησης και υποβολής σε κριτική ενός συγκεκριμένου θεωρητικού μοντέλου από κάποιον ο οποίος τοποθετείται από την πλευρά του προτάγματος της οικοδόμησης μιας αυτόνομης κοινωνίας χωρίς όμως να ταυτίζεται ούτε με το συγκεκριμένο πρόταγμα της Π.Δ ούτε όμως και με το καστοριαδικό μοντέλο, για το οποίο έχω κι εγώ σοβαρές ενστάσεις, άλλου τύπου όμως από τις δικές σας, και παρόλο που, πολύ γενικά μιλώντας, βρίσκομαι εγγύτερα σε αυτό.
Απλά δεν αποδέχομαι ότι η Π.Δ συνιστά αυτήν την σύνθεση και την υπέρβαση όλων των προηγούμενων ελευθεριακών αναλύσεων σε αντίθεση με εσένα που προφανώς το πιστεύεις.
Εγώ νομίζω ότι μπορεί να είναι κάποιος επαναστάτης και χωρίς να κάνει την συγκεκριμένη περιοδολόγηση (δυό φάσεις της νεωτερικότητας κλπ) και ανάλυση της Π.Δ όπου στη μια φάση οι αλλαγές είναι συμβατές με την μακροπρόθεσμη τάση της οικονομίας της αγοράς ενώ στην άλλη ασύμβατες, και όπου στην πρώτη φάση οι υποκειμενικές συνθήκες μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο, ενώ στην δεύτερη δεν μπορούν και όπου τέλος εκφράσεις καλλωπιστικές του τύπου: ΄΄μπορούμε να διακρίνουμε διάφορες φάσεις νεωτερικότητας -σύμφωνα πάντα με την εκάστοτε έκβαση της κοινωνικής πάλης- κλπ΄΄ δεν καταφέρνουν να παράσχουν κανένα άλλοθι διαλεκτικότητας και να ενσωματώσουν την ταξική πάλη στο όλο σχήμα, και επομένως δεν διασώζουν την εξαιρετικά προβληματική σύνθεση του όλου οικοδομήματος, το οποίο ερείδεται ΄΄σε τελευταία ανάλυση΄΄ -παρά τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις- επί του αντικειμενιστικού στοιχείου με όλα τα υπόλοιπα να αποσύρονται στα μετόπισθεν.
Το πρόταγμα που υποστηρίζεις δείχνει σε πρώτο επίπεδο να παραχωρεί σημαντική θέση στην κοινωνική πάλη(πες την και ταξική άμα σε βολεύει), στην έκβασή της και στον συγκαθοριστικό της ρόλο στις εξελίξεις, αλλά δεν το κάνει κι όλας.
Η όλη συλλογιστική, η εσωτερική λογική διάρθρωση, το ύφος των κειμένων, ακόμη και η διάθεση, ο θυμικός τόνος τους(για να θυμηθούμε λίγο και τον Χάϊντεγκερ, λόγω υπαρξισμού βλέπεις) και προπάντος τα θεμελιώδη νήματα που ενοποιούν και συνθέτουν τις επιμέρους διατυπώσεις σε ένα συνεκτικό όλο διαπνέονται από οικονομικό ντετερμινισμό και διατηρούν ανέπαφες τις παλιές, καλές θέσεις της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας.
Διότι η πάλη των τάξεων εντός αυτής της αντίληψης δεν αποτελεί παρά κρίκο στις αιτιακές συνδέσεις που καθορίζονται χωρίς αμφισημία από την κατάσταση της τεχνικο-οικονομικής υποδομής. Η δράση των τάξεων, χαράσσεται από την καταστατική τους θέση εντός των σχέσεων παραγωγής, διότι η κατάσταση αυτή προηγείται των τάξεων λογικο-αιτιολογικά. Πρόκειται για μια μεταστοιχείωση των τάξεων σε όργανα της δράσης των παραγωγικών δυνάμεων. Οι τάξεις παραμένουν μεν δρώντα υποκείμενα, αλλά κατ’ ουσίαν ΄΄δρώνται΄΄ μάλλον παρά δρουν οι ίδιες, όπως το διατύπωνε πολύ γλαφυρά και ο μπάρμπα-Λούκατς.
Οι αιτιάσεις κατά της ρεφορμιστικής αριστεράς, κατά των Wallerstein, Chomsky, Albert και άλλων που υιοθετούν τις θέσεις του Παγκόσμιου Κοινωνικού Φόρουμ, εντάσσονται στα πλαίσια αυτής της οπτικής. Τι άλλο μπορεί να σημαίνει το ότι ο καπιταλισμός σήμερα έχει δημιουργήσει τις αντικειμενικές συνθήκες που καθιστούν οποιαδήποτε ανατροπή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης «από μέσα», σχεδόν αδύνατη; Μόνον ο επαναστατικός δρόμος απομένει;
Πολύ θα το ήθελα κι εγώ, αλλά μήπως εν προκειμένω, λαμβάνουμε τις επιθυμίες μας για πραγματικότητα και τις καμουφλάρουμε πίσω από μια δήθεν ορθολογική ανάλυση(βάλε όσα προσδιοριστικά και εισαγωγικά θέλεις σε αυτό το ορθολογική και κάνε την δημοκρατικά ορθολογική, διυποκειμενικά ορθολογική, αντικειμενικο-υποκειμενικά ορθολογική, κι ό,τι άλλο τραβάει η ψυχή σου) της νεωτερικής πραγματικότητας και ιδίως της φάσης της που διανύουμε τώρα;
Και μήπως, στο βαθμό που μας είναι αδύνατον να ξαναστήσουμε στα πόδια του και να αναστήσουμε έναν πούρο και παλιομοδίτικο ντετερμινισμό, αυτό που κάνουμε είναι να τον αναστηλώνουμε νοθεύοντάς τον με μεγάλες δόσεις κοινωνικής πάλης και υποκειμενικών συνθηκών, ΄΄σε συνδυασμό με την αλλαγή των οποίων…...κλπ,κλπ΄΄; (ποιόν συνδυασμό; ποιάς συγκεκριμένης συνδυαστικής μορφής ; τεκμηριωμένου πάνω σε ποιες συγκεκριμένες μελέτες που υποστηρίζουν αυτόν και όχι τον άλλο τύπο και εκδοχή συνδυασμού; Ψιλά γράμματα θα μου πείτε τώρα, άσε που τεκμηριώνουν και τον σχετικισμό και τον αποδομισμό/ μεταμοντερνισμό μου).
Συναφής με τον ντετερμινισμό σου είναι και η διαίρεση της πραγματικότητας σ’ ένα κύριο στρώμα, όπου τα ουσιώδη λαμβάνουν χώρα, και σ’ ένα δευτερεύον στρώμα όπου οι αιτιακές συνδέσεις είναι άνευ σημασίας. Έτσι διαιρείται η πραγματικότητα σε σημαντική και μη σημαντική και αναγνωρίζεται-ανάγκα και οι θεοί πείθονται !- ένα μη καθορισμένο τμήμα της πραγματικότητας. Ο Ρέηγκαν ή η Θάτσερ και τ’ άλλα τα παιδιά θα εμφανίζονταν δηλαδή ούτως ή άλλως, το πολύ πολύ να είχαν άλλα ονόματα και ένα διαφοροποιημένο προσωπικό στυλ, αλλά η πολιτική τους, στα σημαντικά σημεία, θα ήταν η ίδια και απλώς θα αντανακλούσε την δυναμική ή τους νόμους που αναπτύσσονται και δρουν στα σκοτεινά υπόγεια της αγοραιοποιημένης οικονομίας. Γι’ αυτό και η ιδέα ότι τμήματα του πολιτικού προσωπικού της υπερεθνικής ελίτ μπορούν να συλλάβουν και να υλοποιήσουν ΄΄έξυπνες΄΄ πολιτικές είναι εξόχως φενακιστική για τους ντετερμινιστές. Αυτοί θεωρούν ότι μια πολιτική κίνηση δεν μπορεί να διαφοροποιήσει τις πραγματικές εξελίξεις, παρά μόνο εάν εναρμονίζεται με τις δυνάμεις που δρουν στα εν λόγω υπόγεια.
Κι ενώ το πρόταγμά σου δείχνει να παραδέχεται ότι στην κρατικίστικη φάση, η τάση της προστασίας της κοινωνίας από την αγορά έγινε κυρίαρχη, και αυτό συνέβη δια της επιβολής της λαϊκής πίεσης πάνω στις ελίτ-και πως αλλιώς θα μπορούσε να γίνει άλλωστε;- αμέσως μετά όμως σπεύδει να εισαγάγει την ύπαρξη δυο εξαιρετικά ευνοϊκών αντικειμενικών συνθηκών, που ήταν η κυριαρχία του έθνους-κράτους και η μη απελευθέρωση των αγορών εμπορευμάτων και κεφαλαίου, οι οποίες εφεξής αναγορεύονται σε κεντρικές μεταβλητές, η αποδυνάμωση των οποίων στην επόμενη φάση καθιστά αδύνατη οποιαδήποτε ουσιαστική δράση του υποκειμενικού παράγοντα( λαϊκά κινήματα, πολιτικές δυνάμεις κλπ) εντός του συστήματος.
Ποια υπόρρητη λογική δρα εδώ; Aυτό που έκανε ο Μαρξ για το σύνολο του συστήματος, ο Φωτόπουλος το μεταθέτει τεχνηέντως σε μια συγκεκριμένη φάση του. Ο Μαρξ στο Κεφάλαιο τοποθετείται στο ερώτημα του τι είναι αυτό που μετράει στην εξέλιξη του συστήματος, σαφώς και κατηγορηματικώς. Κι αυτό είναι η τεχνική εξέλιξη και τα αποτελέσματα της λειτουργίας των οικονομικών νόμων που διέπουν το σύστημα. Η ταξική πάλη πάει προς νερού της. Στη σκέψη του Μαρξ αφού τεθούν στην ιστορική πραγματικότητα, τα αξιώματα του συστήματος: ύπαρξη συσσωρευμένου κεφαλαίου, επαρκής αριθμός προλετάριων, βαθμός και δεδομένος τύπος τεχνικής ανάπτυξης κλπ, τότε ο καπιταλισμός θα εξελιχθεί σύμφωνα με τους οικονομικούς νόμους που περιέχει.
Οποία αναλογία σκέψης! Και για τον Φωτόπουλο μόλις εδραιωθούν κάποιες νέες συνθήκες, πχ. πολυεθνικές εταιρείες, παρακμή έθνους κράτους, διεθνοποίηση αγορών εμπορευμάτων και κεφαλαίου κλπ , αρχίζουν να λειτουργούν ως το κουμπί που βάζει σε κίνηση έναν μηχανισμό μη αναστρέψιμο, παρά μόνο με δράση εκτός του συστήματος και η οποία θα στοχεύει τις αξιωματικές αρχές του συστήματος. Ο καπιταλισμός μπόρεσε μεν κατά την κρατικίστικη φάση να προσαρμοστεί στους κοινωνικούς αγώνες με συνέπεια να μεταβληθεί, αλλά δεν μπορεί να το ξανακάνει στην νεοφιλελεύθερη φάση, οπότε δεν μας μένει καμία άλλη αξιόπιστη και ρεαλιστική εναλλακτική πλην της ριζικής ανατροπής του συστήματος.
Εάν όμως συνέβη αυτό στην πρώτη εκ των δύο φάσεων, τότε αποδεχόμαστε ότι η δράση των ομάδων και των κοινωνικών τάξεων μπορεί να τροποποιεί τις συνθήκες εντός των οποίων αναπτύσσεται α)χωρίς εισαγωγικά, οπότε ό,τι ισχύει για την πρώτη ισχύει και για την δεύτερη φάση β) με εισαγωγικά, οπότε η δράση των τάξεων και γενικότερα των υποκειμένων τίθεται σε παρένθεση για μεγάλες χρονικές περιόδους, και τότε φράσεις όπως : ΄΄…η αλληλεπίδραση αντικειμενικών και υποκειμενικών συνθηκών για εμάς δεν καθιστούν προβλέψιμη την έκβαση της κοινωνικής πάλης σε αντίθεση με….΄΄ καθίστανται καταγέλαστες, διότι για μία τουλάχιστον ιστορική περίοδο- και η οποία τυχαίνει να είναι αυτή που διανύουμε και η οποία έχει και την μεγαλύτερη σημασία για εμάς- η έκβαση της κοινωνικής πάλης είναι απόλυτα προβλέψιμη, και αυτό αφορά την περίπτωση που η κοινωνική πάλη θέλει να ανατρέψει την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση από τα μέσα. Σ’ αυτή την περίπτωση λοιπόν η πρόβλεψη λέει: η κοινωνική πάλη θα σπάσει τα μούτρα της στον τοίχο, δηλαδή μηδέν εις το πηλίκον.
Τώρα αν μου πεις ότι στο εσωτερικό της έννοιας της κοινωνικής πάλης υπάρχει πάλι μια διαίρεση που πρέπει να κάνουμε μεταξύ της κοινωνικής πάλης αφενός που έχει ως στόχο την ανατροπή από ΄΄τα μέσα΄΄, και της κοινωνικής πάλης αφετέρου που έχει ως στόχο την ανατροπή από ΄΄τα έξω΄΄, τότε θα σου πω κι εγώ : και γιατί δεν μας το έλεγες από την αρχή χριστιανέ μου αλλά μας πήρες τα αυτιά με κάτι αξιώματα όπως ότι ΄΄η ιστορία είναι δημιουργία΄΄, κι εκείνα τα βαρύγδουπα ότι εσείς ΄΄σε αντίθεση με τα χοντροκομμένα εγχειρίδια..κλπ,κλπ΄΄ και με τα περί μη προβλεψιμότητας της κοινωνικής πάλης;
Γιατί είναι ολοφάνερο ότι αν προβούμε σε μια τέτοια διαίρεση(για να περισώσουμε ό,τι μπορεί να περισωθεί και να μην γελοιοποιηθούμε), τότε δεν ισχύει το : ΄΄η ιστορία είναι δημιουργία΄΄ αλλά το: ΄΄η ιστορία πότε είναι δημιουργία και πότε δεν είναι ΄΄, και αν συνεχίσουμε με τέτοιες παραδοξότητες και διανοητικά σάλτα μπορεί να σαλτάρουμε και στην πραγματικότητα.
Αμ δεν είμαι εγώ αγαπητέ, που κάνοντας λαθροχειρίες, ΄΄κόβω΄΄ τις υποκειμενικές συνθήκες και την δράση των υποκειμένων από τα χωρία που παραθέτω, όπως με κατηγόρησες. Καλύτερα να ψάξεις πιο προσεκτικά μέσα στο ΄΄ευαγγέλιό΄΄ σου για κάτι τέτοιες λαθροχειρίες.
Επιστροφή στη λογική(για δυο τρεις παραγράφους φυσικά, γιατί εντός ολίγου θα ξαναβγούμε από τα ρούχα μας στο εξόχως γλαφυρό κεφάλαιο για τα Δεκεμβριανά και το ΚΚΕ που έπεται).
Είπαμε λοιπόν στη δεύτερη φάση της περιοδολόγησης της νεωτερικότητας, υψώνονται τα ανυπέρβλητα εμπόδια της απελευθέρωσης των αγορών και του περιορισμού της ισχύος του κράτους έθνους. Αλλά αυτός ο χειρισμός απλώς μεταθέτει το πρόβλημα από τους μεμονωμένους φορείς, δηλ. τα καθέκαστον κράτη έθνη, στους παγκόσμιους φορείς και σε παγκόσμιες συμφωνίες που θα μπορούσαν αυτοί να συνάψουν, προκειμένου να εισαγάγουν σε αυτήν την ανεξέλεγκτη διεθνοποιημένη οικονομία και να της επιβάλουν ρυθμίσεις νέο-κεϋνσιανού τύπου. Δηλαδή ακόμη κι αν δεχθούμε ως αληθή τον συλλογισμό ότι η αυξανόμενη οικονομική αλληλεξάρτηση έχει αχρηστεύσει μεμονωμένες απόπειρες σοσιαλδημοκρατικού τύπου, τι είναι αυτό που θα εμπόδιζε στην θεωρία την επάνοδο σε παγκόσμιο αυτή τη φορά επίπεδο, μιάς κρατικίστικης φάσης, παρόμοιας με αυτήν της ΄΄χρυσής΄΄ μεταπολεμικής 35χρονης σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης;
Λέω σε θεωρητικό επίπεδο, γιατί μια τέτοια εκδοχή προϋποθέτει την συγκέντρωση και συνέργεια πολλών παραγόντων, που δεν φαίνεται να υπάρχουν αυτή τη στιγμή, όπως: άσκηση συνεχούς πίεσης από λαϊκά κινήματα που δραστηριοποιούνται και συντονίζονται σε παγκόσμιο επίπεδο, βάθεμα και χειροτέρεψη της οικονομικής κρίσης παρά τα διάφορα αποσπασματικά πακέτα τόνωσης των οικονομιών, πτώσεις κυβερνήσεων και αντικατάστασή τους από άλλες περισσότερο ΄΄προοδευτικές΄΄, κοινωνικές εξεγέρσεις σε μεγάλες χώρες κλειδιά του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, μεταστροφή σημαντικών τμημάτων της υπερεθνικής ελίτ υπέρ των οικονομικών της ενίσχυσης της ζήτησης, υποχώρηση των ηγετών των πολυεθνικών μπροστά στο φόβο πλήρους απαξίωσης από την κοινωνία των πρακτικών και της δράσης τους, κ.α. Ερωτώ λοιπόν ποια θεωρητική ανάλυση διαθέτει σήμερα εκείνη την αδιάσειστη επιχειρηματολογία που μπορεί να αποκλείσει αυτό το ενδεχόμενο;
Kαι πάλι εδώ, με τον φόβο των παρερμηνευτών Ιουδαίων πάντα ζωντανό, επιθυμώ να διευκρινίσω: To ότι εμείς, κάποιοι από εμάς, δεν επιθυμούν μια τέτοια εξέλιξη διότι θα ενίσχυε τον ρόλο του κράτους, και μάλιστα τον ρόλο υπερκρατικών παγκόσμιων δομών, θα αποκοίμιζε τους εργαζόμενους, θα τους ξανάριχνε στο λάκκο του καταναλωτισμού(λες και τώρα που δεν έχουν και πολλά λεφτά στη τσέπη δεν είναι πεσμένοι εκεί μέσα, θα μου πεις) και πιθανώς θα απομάκρυνε ακόμη περισσότερο την πραγμάτωση μιας κοινωνίας άμεσης πολιτικής/ οικονομικής/κοινωνικής δημοκρατίας, δεν έχει καμία σχέση με το εάν μπορεί να συμβεί ή όχι. Πρόκειται για την γνωστή διάκριση μεταξύ ius και factum, μεταξύ όντος και δέοντος. Άλλο τι θέλουμε και άλλο τι μπορεί να συμβεί. Τα μπερδέματα αρχίζουν όταν θέλουμε την επιθυμία μας να την εκλάβουμε και ως εξαγόμενο της θεωρητικής ανάλυσης. Τότε είναι εύκολο να βρούμε μια θεωρία που επιβεβαιώνει ότι όλοι οι άλλοι είναι ουτοπιστές και αρλουμπολόγοι και μόνο εμείς ρεαλιστές˙ και ω του θαύματος!! η επαναστατική προοπτική που τόσο πολύ διψάμε γι’ αυτή, να που αποδεικνύεται κι από τη θεωρία ως η μόνη ρεαλιστική. Αμ δε, αυτό το μονοπάτι της ψυχοδιανοητικής εξασφάλισης το πήραν κι άλλοι, αλλά δεν πάει και πολύ μακριά, το πολύ μέχρι σε κανά μοναστήρι στον Άθω.
Ο καπιταλισμός δεν πρόκειται να καταρρεύσει από τις οικονομικές του αντιφάσεις, αλλά ούτε και επειδή ο καλός θεός τα έφερε έτσι, ώστε πιθανές σοσιαλδημοκρατικές προσπάθειες ισχυροποίησης των κοινωνικών ελέγχων επί των αγορών να είναι καταδικασμένες σε αποτυχία, λόγω της σύγκρουσής τους με την οικονομική αποτελεσματικότητα και την κερδοφορία μιας διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Δηλαδή πρέπει μια ζωή να εφευρίσκουμε αντιφάσεις αξεπέραστες στη λειτουργία του καπιταλισμού; Προχθές ήταν οι κρίσεις υπερπαραγωγής και η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, χθες το οικολογικό όριο και το πριόνισμα του κλαδιού πάνω στο οποίο καθόμαστε, τώρα ξανά το παλιό τροπάρι ενισχυμένο με νέα ορμή από την οικονομική κρίση ότι ο καπιταλισμός δεν μπορεί παρά να ρίχνει συνεχώς το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων και να τους βυθίζει στην εξαθλίωση επειδή δεν μπορεί να κάνει αλλιώς λόγω της πλήρους απελευθερωμένης και διεθνοποιημένης αγοράς, και ο Καστοριάδης μιλούσε κι’ αυτός για ανθρωπολογικό όριο. Και κάποιοι επίγονοί του μετατοπίζουν την κρίση από το οικονομικό επίπεδο στο ανθρωπολογικό υποστηρίζοντας ότι στη βάση της σημερινής κρίσης βρίσκεται ο τύπος ανθρώπου που παράγεται μέσα στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες και άρα το πρόβλημα είναι πρωτίστως ανθρωπολογικής και όχι οικονομικής τάξης. Δεν μου είναι καθόλου αδιάφορη αυτή η ερμηνεία και την θεωρώ αρκετά γόνιμη, αλλά δεν κρύβω ότι με ενοχλεί κάπως ότι και εδώ έχουμε την κλασική επανεμφάνιση μιας αντίφασης δομικού τύπου. Εδώ η αντίφαση είναι μεταξύ ανευθυνότητας και ηδονοθηρικού ατομικισμού από τη μια μεριά και πουριτανικού ορθολογισμού, εργατικότητας, λογιστικού πνεύματος κλπ από την άλλη ή αλλιώς ειπωμένο μεταξύ πνεύματος παλιού και νέου καπιταλισμού. Κι αυτή, όπως κάθε γνήσια αντίφαση άλλωστε, υποτίθεται ότι απειλεί τον καπιταλισμό με αναπόφευκτη κρίση, που θα θέσει σε κίνδυνο τα θεμέλια της μεταβιομηχανικής Δύσης. Δηλαδή ρε καστοριαδικοί σύντροφοι ο καπιταλισμός δεν μπορεί να κάνει χωρίς τον βεμπεριανό γραφειοκράτη, τον σουμπετεριανό επιχειρηματία, τον ΄΄υπεύθυνο΄΄ και ΄΄εργατικό΄΄ εργαζόμενο και με όλους εκείνους των αστερισμούς τύπων που δεν παράγει πλέον ο μεταμοντέρνος ηδoνιστικός καζινοκαπιταλισμός; Αλλά από την στιγμή που το κοινωνικοϊστορικό ον αλλάζει και μεταμορφώνεται διαρκώς και νέοι ανθρωπολογικοί τύποι εμφανίζονται που καμιά ανάλυση και καμιά θεωρία δεν τους είχε προβλέψει εκ των προτέρων, μην βιαζόσαστε κι εσείς να εκδώσετε ληξιαρχικές πράξεις θανάτου του συστήματος γιατί μπορεί να έχουν την ίδια τύχη με όλες τις προηγούμενες. Εδώ είδαμε και πάθαμε να τελειώσουμε με τις ανυπέρβλητες κρίσεις υπερπαραγωγής κι όλα τα άλλα επιστημονικοφανή μαρξιστικά συμπράγκαλα και θα ξαναβάλουμε τώρα από την πίσω πόρτα τις άτιμες τις αντιφάσεις;
Και πρέπει κι εμείς να ποντάρουμε στον φόβο του απλού ανθρώπου όπως το κάνει μονίμως το σύστημα και οι απολογητές του; Σοσιαλιστική κοινωνία ή βαρβαρότητα, συγκέντρωση τερατώδους δύναμης μέσα στο σύστημα ή ριζική αμφισβήτησή του συστήματος από μαζικό αντισυστημικό κίνημα, οικολογική κοινωνία ή αφανισμός και πάει λέγοντας. Μα απλούστατα δεν είναι αλήθεια όλα αυτά. Ο καπιταλισμός έχει ανυποψίαστες δυνατότητες να μεταμορφώνεται όταν αντιλαμβάνεται πως τραβάει προς τον αφανισμό του, και όπως το εργατικό κίνημα μετασχημάτισε την αστική κοινωνία έστω κι αν δεν κατάφερε να αλλάξει τις σχέσεις εξουσίας έτσι και το οικολογικό κίνημα για παράδειγμα αλλάζει την κοινωνία έστω κι αν αυτή παραμένει μια κοινωνία αντιοικολογική και εκμεταλλευτική. Οι διαζευκτικές λύσεις είτε….είτε, δεν θα υπάρξουν, πόσο θα μας πάρει για να το χωνέψουμε; Οι τεράστιες επενδύσεις που γίνονται αυτή τη στιγμή στην ηλιακή και την αιολική ενέργεια, θα αποδώσουν, και ήδη αποδίδουν καρπούς σε κάποιες χώρες που υπήρξαν πρωτοπόρες σε αυτού του είδους τα προγράμματα και η επιχειρηματολογία περί των κλιματικών αλλαγών, της διαχείρισης των πυρηνικών αποβλήτων, της εξάντλησης των ορυκτών καυσίμων, της ρύπανσης, θα αχρηστευθεί εάν οι κεφαλαιοκράτες βρουν λύσεις, και σε κάποιο βαθμό ήδη έχουν αρχίσει να το κάνουν, πρασινίζοντας τον καπιταλισμό. Αλλά εγώ εκείνη τη μέρα θα είμαι πάλι εναντίον του συστήματος γιατί για μένα μετράει περισσότερο το εάν στην κοινωνία υπερισχύουν οι κοινωνικές σχέσεις από την απεριόριστη κατανάλωση, η συνεργασία από τον αχαλίνωτο ανταγωνισμό, ο ελεύθερος χρόνος από την εργασιοθεραπεία, ο αλτρουισμός από τον εγωισμό, η ποιότητα του παραγόμενου έργου από την παραγωγίστικη αποτελεσματικότητα, η ηδονή της ανταλλαγής απόψεων και της συναπόφασης για τα κοινά και όχι της διασκέδασης σε θηριώδη πολυκαταστήματα τύπου Mall. Όμως τι θα πει ότι η εγκατάλειψη της ανάπτυξης αποτελεί μονόδρομο για την σωτηρία του πλανήτη όπως συνεχίζουν να μας παίρνουν τα αυτιά διάφοροι στοχαστές, όπως άλλοτε ο σοσιαλισμός αποτελούσε μονόδρομο για να μην περιπέσουμε στην βαρβαρότητα; ποτέ δεν υπήρξαν μονόδρομοι και ούτε οι διάφορες εναλλακτικές είχαν να κάνουν με την σωτηρία του πλανήτη, του ανθρώπου, της κοινωνίας. Ο φόβος χρησιμοποιούνταν ένθεν κακείθεν και υπήρξε πάντα βασικό όπλο της προπαγανδιστικής εξάρτυσης όσων ήθελαν να αλλάξουν την κοινωνία, οι οποίοι απέκρυπταν αιδημόνως ότι οι δικές τους αξίες, ανάγκες και επιθυμίες δεν βολεύονταν μέσα σε αυτήν. Αυτό να σηκωθούμε και να πούμε με παρρησία και πάνω σε αυτό να στήσουμε και την στρατηγική και την τακτική μας.
Άλλη μια φορά:
Διαφωνώ γενικώς με το είδος της επαναστατικής σκέψης που προσπαθεί να βρίσκει συνεχώς ανυπέρβλητα όρια και αντιφάσεις τραβώντας κάθε φορά από τα μαλλιά ορισμένες τάσεις του συστήματος και προχωρά σε αστήρικτες γενικεύσεις ξεκινώντας από σωστές και εύλογες αναλύσεις ορισμένων χαρακτηριστικών του.
Δηλαδή δεν μπορούμε να κάνουμε πολιτική και να έχουμε επαναστατικό πρόταγμα, χωρίς να το υποστηρίζουμε με τις αντιφάσεις του συστήματος που υποτίθεται πως όπου νάναι γκρεμίζουν το σύστημα ή οδηγούν σε εξαθλίωση τους πάντες ή σχεδόν τους πάντες και μεις πρέπει να δείξουμε στο πόπολο ότι για να γλυτώσει από την εξαθλίωση πρέπει να ξεστραβωθεί και να καταλάβει ότι πρέπει να ανατρέψει τις βασικές προκείμενες του συστήματος(ατομική ιδιοκτησία, κέρδος, αγορά, έμμεση αντιπροσωπευτική δημοκρατία, κράτος) για να δει το φως του; Μα αν ποντάρουμε στο στομάχι του εργαζόμενου ή κυρίως σε αυτό, τότε το παιχνίδι το έχουμε χαμένο από χέρι. Διότι αφενός ο καπιταλισμός έδειξε ότι μπορεί να κάνει παραχωρήσεις για να επιβιώσει και μάλιστα να δημιουργήσει και μια μεσαία τάξη την οποία όσο κι αν προσπαθεί να την συμπιέσει τώρα, δυσκολεύεται πάρα πολύ να την ξαναφέρει στο επίπεδο των προλετάριων της αρχής της βιομηχανικής επανάστασης, και αφετέρου ακόμη κι αν είναι έτσι και υποτεθεί ότι επιτέλους τώρα σωστά ποντάρουν οι επαναστάτες στο στομάχι και στην ανυπαρξία ρεαλιστικών εναλλακτικών λύσεων εντός του συστήματος, και καταφέρουν ακόμη και να επικοινωνήσουν το πρόταγμά τους σε μεγάλες μάζες του πληθυσμού, πάλι μια τρύπα στο νερό θα έχουμε κάνει. Διότι πολύ απλά ούτε αυτονομίες, ούτε κομμουναλισμοί ούτε περιεκτικές δημοκρατίες ούτε αυτοδιαχειριστικοί σοσιαλισμοί χτίζονται από ανθρώπους που πρώτιστα καίγονται για τα υψηλά μεροκάματα, την κοινωνική ασφάλιση, τις χαμηλές τιμές στα ραπανάκια, στα κινητά τηλέφωνα, και στους φορητούς Η/Υ . Αυτά τα καθεστώτα πρέπει να τα θελήσουν ,εάν τα θελήσουν ποτέ, οι άνθρωποι, και να αποφασίσουν να αγωνιστούν γι’ αυτά επειδή θα παθιαστούν με την ιδέα της συλλογικής και ατομικής αυτονομίας, επειδή θα θέλουν να αυτοπροσδιορίζονται και να συμμετέχουν με όλους τους υπόλοιπους στην λήψη των αποφάσεων που τους αφορούν, επειδή θα διαλέξουν να είναι υπόλογοι και υπεύθυνοι για ό, τι συμβαίνει σε όλη την κοινωνία, και επειδή θα θεωρήσουν ότι η διεύθυνση της κοινωνίας είναι δική τους υπόθεση και όχι κάποιων στρωμάτων ΄΄ειδικών επαγγελματιών΄΄ ή φιλοσόφων βασιλέων. Το στομάχι μπορεί κουτσά στραβά να το ικανοποιήσει κι ο καπιταλισμός, κι αν έρθει κάποια εποχή που δεν θα το μπορεί πια, (διόλου απίθανο να μην παίρνουμε και όρκους τώρα), εκείνοι που θα τον ανατρέψουν βασιζόμενοι σε ΄΄στομαχικά΄΄ και ΄΄οικονομικά΄΄ επιχειρήματα το μόνο που θα καταφέρουν είναι να ξαναστείλουν τις νεοαλλοτριωμένες μάζες στους καναπέδες του μέλλοντός τους να αποχαυνώνονται με τα καμώματα των νέων ηγετών που θα δίνουν επικές μάχες για το πως θα ισοκατανείμουν καλύτερα την πολιτική και οικονομική ισχύ μεταξύ των πολιτών σε ομοσπονδιακά όργανα αποστεωμένα από λαϊκή συμμετοχή και πάθος και περιφερειακές συνελεύσεις γεμάτες χειροκροτητές. Οι ιδιώτες και οι καταναλωτές δεν γίνονται πολίτες εάν τους γλύφεις τις πληγές και τους σιγοντάρεις το χούι τους, λέγοντάς τους: ΄΄Παιδιά, κοιτάξτε να δείτε. μην παραμυθιάζεστε με τον καπιταλισμό, αυτός πια δεν μπορεί να σας εξασφαλίσει αυτά που σας υποσχόταν τόσα χρόνια, αλλά ούτε και οι νεοσοσιαλδημοκράτες και οι νεοκρατιστές μπορούν. Η ανάλυσή μας δείχνει ότι έχουμε δίκιο που σας το λέμε. Το σύστημα και να θέλει δεν μπορεί να σας θρέψει πλέον κορόιδα. Ελάτε λοιπόν να το ανατρέψουμε για να δείτε ήλιου φως΄΄. Αυτό είναι πολύ συνοπτικά το ζουμί της επιχειρηματολογίας των βασικών αντιφάσεων, των δομικών ασυμβατοτήτων, των αδιεξόδων και των αντικειμενικών αδυνατοτήτων και ας αφήσουμε τώρα τα φύκια και τις μεταξωτές κορδέλες.

III. ΤΑ ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΚΕ
Ή ΠΩΣ Η ΑΜΕΤΡΟΕΠΕΙΑ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΗΝ ΓΕΛΟΙΟΠΟΙΗΣΗ
΄΄Φυσικά και από τη σκοπιά της αυτονομίας τα Δεκεμβριανά αποτέλεσαν μια έκφανση της κοινωνικής πάλης και του αγώνα για αυτονομία εκτός και αν ως πραξικόπημα εσύ εννοείς την αντίσταση σε ένα ετερόνομο καθεστώς που κατά βα΄ση προϋπήρχε και συνεργάστηκε με τις φιλελεύθερες ολιγαρχίες του συστήματος στη Δύση που ήθελαν να επιβάλουν το σύστημά τους στο μεγάλο μέρος του λαού! ΄΄
Εσύ μπορεί να θεωρείς ότι έχεις αναλάβει εργολαβία την σκοπιά της αυτονομίας και να έχεις αυτοαναγορευτεί σε γνήσιο εκφραστή της, αλλά δεν θυμούμαι να έχει γίνει κάποια γενική μάζωξη-συνέλευση του χώρου της αυτονομίας όπου και σου/σας ανατέθηκε η εκπροσώπησή της. Γι αυτό θα ήταν πολύ πιο έντιμη και ταπεινόφρων η πρόταξη του ρήματος ΄΄νομίζω΄΄ ή της έκφρασης ΄΄κατά την γνώμη μου΄΄ πριν από μια τόσο απόλυτα κατηγορηματική απόφανση, και θα σε προστάτευε λίγο από την λούμπα που πήγες κι έπεσες.
Λοιπόν εγώ μέχρι πριν διαβάσω αυτήν την φράση από έναν υποστηρικτή της Π.Δ είχα την αφελή άποψη ότι ένας ολόκληρος χώρος μπορεί να σπαράσσεται από χίλιες δυο τάσεις και διαφωνίες αλλά είχε ξεκαθαρίσει τουλάχιστον τις θέσεις του, σε τρία- τέσσερα ζητηματάκια, κι ένα από αυτά ήταν και τα γεγονότα του Δεκέμβρη του ’44 ο ρόλος του ΚΚΕ σε αυτόν, και η φυσιογνωμία και ο χαρακτήρας του ΚΚΕ γενικότερα. Συγγνώμη έσφαλα.
Επί της ουσίας.
Πολύ, μα πάρα πολύ, θα ήθελα να μάθω το εξής: Η αντίσταση σε ένα ετερόνομο καθεστώς συνιστά τεκμήριο κατάταξης του αντιστεκόμενου στην πλευρά της κοινωνικής πάλης και του αγώνα για την αυτονομία;
Ένα μόνο παράδειγμα ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα(βιβλίο θα μπορούσε να γράψει κάποιος μόνο με τέτοιου είδους παραδείγματα): Είμαι Ταλιμπάν και μάχομαι κατά του ξενοκίνητου καθεστώτος Καρζάι. Είναι η αντίστασή μου έκφανση του αγώνα για αυτονομία/δημοκρατία;
Άντε κι άλλο ένα: Είμαι θιβετιανός βουδιστής μοναχός και παλεύω υπέρ της ανεξαρτησίας του Θιβέτ από την ιμπεριαλιστική Κίνα και υπέρ της επανόδου του εξόριστου Δαλάι-Λάμα τον οποίο αναγνωρίζω και ως τον μόνο φυσικό ηγέτη της χώρας μου. Είναι η αντίστασή μου έκφανση του αγώνα για αυτονομία/δημοκρατία;
Συμπέρασμα: Η αντίσταση σε ένα ετερόνομο, ξενόδουλο, αιματοβαμμένο, αντιλαϊκό καθεστώς, από μόνη της δεν κατατάσσει κάποιον στην πλευρά των αγώνων για αυτονομία, για να μην το χοντρύνω και πω ότι με κάτι τέτοια, τρίζουν τα κόκαλα των επαναστατών όπου γης που έδωσαν το αίμα τους γιατί θέλησαν να είναι κύριοι της μοίρας τους και αυτόνομοι και κριτικά σκεπτόμενοι πολίτες και όχι υπήκοοι βασιλιάδων, δούλοι αφεντάδων, θεών και άλλων διαβόλων και τριβόλων της ιστορίας.
΄΄Και προφανώς τα Δεκεμβριανά όπως και γενικότερα κάθε άλλη λαϊκή εξέγερση ή επανάσταση δεν τα κρίνουμε με βάση το τι επιδίωκαν οργανώσεις όπως το ΚΚΕ αλλά με βάση το λαϊκό αγώνα για αυτονομία- εκτός και αν θεωρήσουμε ότι οι εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες που πήραν μέρος σε αυτά ήταν καθοδηγούμενα όργανα της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ! Με την ίδια λογική θα λέγαμε ότι και η Σοβιετική Επανάσταση ήταν πραξικόπημα!!΄΄.
Απείρου κάλλους απόψεις. Σπανίως τόσο εκλεκτά μαργαριτάρια βρέθηκαν σε τόσο μικρό χώρο συγκεντρωμένα. Ατενίζουμε με το στόμα ανοιχτό και τους οφθαλμούς πεταμένους από τις κόγχες τους την εξαιρετικά πυκνή, πλην όμως οξυδερκή και βαθύτατη, ανάλυση του χαρακτήρα όχι μόνο των γεγονότων του Δεκέμβρη του ’44 αλλά και της Σοβιετικής Επανάστασης η οποία και ήταν –ω ναι!- ας το επαναλάβουμε ανερυθρίαστα, προφανώς Ε π α ν ά σ τα σ η, τα δύο άλλωστε θαυμαστικά του τέλους τονίζουν και επικυρώνουν τον αδιαμφισβήτητο χαρακτήρα του Οκτώβρη του ’17, και δεν χωρεί περί τούτου καμία αμφιβολία, κι αλίμονο σε όποιον θρασύ τολμήσει να την αποκαλέσει πραξικόπημα, γκέκε;
Ας ξεκινήσουμε όμως από τον ΄΄λαϊκό αγώνα για αυτονομία΄΄ που δεν είχε καμία υποτίθεται σχέση με το τι επεδίωκε το ΚΚΕ. Σε ποιες ιστορικές μελέτες, προσωπικές μαρτυρίες, αυτοβιογραφίες, αρχεία, σε ποιες πηγές τέλος πάντων στηρίχτηκες για να το γράψεις αυτό; Που εντρύφησες -ω αγαθέ- για να καταλήξεις σε τούτο το συμπέρασμα; Στα ιστορικά αρχεία του ΚΚΕ, στην ΚΟΜΕΠ ή στο ΚΜΕ;
Άκου λοιπόν. Οι λαϊκές μάζες ή ένα σημαντικό μέρος τους, συμμετείχαν στην σύγκρουση, πλαισιωμένες και καθοδηγούμενες από το ΚΚΕ και έχοντας την πεποίθηση πως η νίκη του ΚΚΕ θα άλλαζε το καθεστώς και θα εκπλήρωνε τους πόθους τους για ανεξαρτησία και λαϊκή κυριαρχία. Ούτε μια μέρα όμως, ούτε μια ώρα, ούτε μια στιγμή του ματωμένου εκείνου Δεκέμβρη, οι μάζες αυτές δεν εκδήλωσαν μια πρωτοβουλία ή μια επιθυμία ή διάθεση αυτόνομης οργάνωσης και δράσης. Συγκρούστηκαν με τους χωροφύλακες, τους χίτες, τους Άγγλους, με όλον το συρφετό του ξενοκίνητου κατεστημένου με απαράμιλλο ηρωϊσμό, αλλά πειθαρχώντας στις οδηγίες, τις εντολές και τους σχεδιασμούς του ΚΚΕ. Πέρα όμως από αυτό. Τι είδους κοινωνιολογική οξυδέρκεια χρειάζεται για να ξεστομίζει κάποιος φράσεις όπως αυτήν: ΄΄εκτός κι αν θεωρήσουμε ότι οι εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες που πήραν μέρος σε αυτά ήταν καθοδηγούμενα όργανα της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ; ΄΄. Να σε ρωτήσω κάτι, με το συμπάθιο και μην παρεξηγηθείς.Tι εμπειρία διαθέτεις από αριστερά κόμματα και οργανώσεις και από τους τρόπους στρατολόγησης και ΄΄δουλιάς μέσα στις μάζες΄΄;
Δηλαδή είναι σαν να μου λες ότι το μέγεθος και το πλήθος ενός συνόλου ανθρώπων, τους προφυλάσσει από τις αυταπάτες και από την δυνατότητα καθοδήγησής τους από οργανώσεις ή κόμματα.
Ως προς τις αυταπάτες:
Εκατομμύρια άνθρωποι σε όλον τον κόσμο για πολλά χρόνια θεωρούσαν την Σοβιετική Ένωση πατρίδα της επανάστασης και του σοσιαλισμού. Εκατομμύρια χριστιανοί επίσης πιστεύουν ότι η Παρθένος εμύρισε τον κρίνο και έτσι συνέλαβε τον Ιησού, κι επίσης ότι κάποια στιγμή στο μακρινό μέλλον θ’ αναστηθούν. Πολλοί δε από δαύτους ανέβηκαν στο σταυρό του μαρτυρίου γι’ αυτή τους την ακατάλυτη πίστη και κάποιοι έγιναν και έδεσμα των λεόντων. Ε και; Το πλήθος όλων αυτών και το ηρωϊκό τους πάθος, τους προστάτευσε από το ψεύδος της πίστης τους;
Ως προς την μετατροπή σε καθοδηγούμενα όργανα:
Oι εκατοντάδες χιλιάδες, ή σε άλλες περιπτώσεις και τα εκατομμύρια των ανθρώπων, δεν γίνονται όργανα των ηγεσιών κάποιων κομμάτων, εν προκειμένω της ΚΕ του ΚΚΕ, δια προσωπικής κλητεύσεως στα κεντρικά γραφεία του κόμματος όπου εδρεύει και η εν λόγω ΚΕ. Δεν συμβαίνει μιαν ωραία πρωία, να φωνάζει η ΚΕ τον Μήτσο, τον Γιάννη και τον Κώστα, στα κεντρικά κι αφού τους δώσει σαφείς εντολές κι εκείνοι φύγουν, να φωνάζει εν συνεχεία τον Πέτρο, τον Θανάση και την Μαριγούλα για να επαναληφθεί η ίδια διαδικασία και με τους επόμενους και ούτω καθεξής. Εάν ακολουθούνταν αυτή η διαδικασία, τότε τα μέλη της ΚΕ θα είχαν πολλή δουλειά, και δεν θα προλάβαιναν να συναντήσουν όλους τους ενδιαφερόμενους, μιας και για αυτές τις δουλειές υπάρχουν και ασφυκτικά χρονικά περιθώρια και dead lines που λένε και οι αγγλοσάξωνες. Για πιο εξειδικευμένα σεμινάρια σχετικά με το πώς γίνεται η δουλειά της καθοδήγησης εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, με επιτυχία εξάλλου επιβεβαιωμένη πολλές φορές στο παρελθόν, απευθύνσου στον σύντροφο Μαντρέκα και στην αρμόδια Δ/νση του Περισσού, γιατί όπως καταλαβαίνεις θα μας έπαιρνε πολύτιμο χρόνο η παρουσίαση αυτού του θέματος, χρόνο που τολμώ να πως ότι πρέπει να τον ξοδέψουμε πιο δημιουργικά ασχολούμενοι με άλλα πιο ενδιαφέροντα θέματα, όχι ότι δεν είναι ενδιαφέρον και το αμίμητο εκείνο ΄΄ δεν τα κρίνουμε με βάση το τι επιδίωκαν οργανώσεις όπως το ΚΚΕ΄΄ , δηλ. μια ασήμαντη και αμελητέα εκεί οργανωσούλα ανάμεσα σε πολλές άλλες που δραστηριοποιήθηκαν στα γεγονότα, χωρίς κεντρικό ρόλο και επιρροή στα τεκταινόμενα.
Και το πιο ενδιαφέρον στο οποίο θα επιθυμούσα να στρέψουμε τώρα την προσοχή μας, είναι αυτό : ΄΄Με την ίδια λογική θα λέγαμε ότι και η Σοβιετική Επανάσταση ήταν πραξικόπημα!!΄΄ .
Πάλι εδώ έχω την εντύπωση ότι χρησιμοποιείς ως αποκλειστικές πηγές σου την μπολσεβίκικη αγιογραφική ιστοριογραφία καθώς και εκείνη των Ελλήνων ιστορικών συνοδοιπόρων που αναπαράγουν δουλικά και αβασάνιστα τα διδάγματά της.
Άκου και μια άλλη αφήγηση των γεγονότων, που είναι και εκείνη των ελευθεριακών πηγών,όσων γλύτωσαν από το μπολσεβίκικο μαχαίρι εννοείται και επέζησαν για να γράψουν την εκδοχή τους:
Υπάρχει μια επανάσταση που λαμβάνει χώρα τον Φεβρουάριο του 1917. Τον Οκτώβρη του 1917 υπάρχει ένα στρατιωτικό πραξικόπημα του μπολσεβίκικου κόμματος. Οι πρωταίτιοί του δεν θα πετύχουν τους σκοπούς τους παρά ενάντια στους δημοκρατικούς οργανισμούς τους δημιουργημένους απ’ τον Φλεβάρη, τα σοβιέτ και τα εργοστασιακά συμβούλια. Αυτοί οι δημοκρατικοί οργανισμοί, που συνιστούσαν καινούργιες μορφές συλλογικής δημοκρατικής εξουσίας, δεν συνέπιπταν καθόλου με την μπολσεβίκικη εξουσία, η οποία επιχείρησε να τους ιδιοποιηθεί, θα έρθει συχνά σε σύγκρουση μαζί τους και δεν θα καταφέρει να τους ευνουχίσει πλήρως παρά μόνον μετά από 4 χρόνια.
Ο Φλεβάρης του 1917 είναι ένα τεράστιο λαϊκό κίνημα εργατών και στρατιωτών που επεκτείνεται αμέσως στους αγρότες, και όπως είναι γνωστό, αιφνιδιάζει τους μπολσεβίκους, και δίνει αμέσως στον εαυτό του αυτόνομες μορφές οργάνωσης, τα σοβιέτ. Το κίνημα αυτό ξαποστέλνει τον τσαρισμό και σε καμία περίπτωση δεν είναι υποταγμένο ή ελεγχόμενο από τους μπολσεβίκους. Ο Λένιν και το κόμμα του από την άλλη, πολύ αδύνατο στη αρχή, αποβλέπει στην απόλυτη εξουσία και οργανώνεται για να την καταλάβει. Μόνο στα σοβιέτ του Πέτρογκραντ καταφέρνει να αποκτήσει ισχυρή επιρροή, και είναι εξαιρετικά μειοψηφικό όταν καταλαμβάνει την εξουσία τον Οκτώβρη. Τον Οκτώβρη το κόμμα καταλαμβάνει τα κυβερνητικά κέντρα και μετά διαλύει την πρώτη εκλεγμένη Εθνοσυνέλευση, στην οποία οι μπολσεβίκοι είχαν το ¼ των βουλευτών. Το κόμμα αρχίζει να ιδρύει στρατόπεδα συγκέντρωσης ήδη από το 1919 και να εξολοθρεύει σοσιαλεπαναστάτες, σοσιαλδημοκράτες και αναρχικούς. Ο ολοκληρωτισμός τον οποίο επώαζε, αναπτύσσεται γοργά και γίνεται: κόμμα-κράτος-στρατός, και λύνει όλα τα προβλήματα δια της τρομοκρατίας. Αυτά όμως δεν θα μπορέσει να τα κάνει παρά καταστρέφοντας τα σοβιέτ, αφαιρώντας τους κάθε εξουσία και κάθε αυτονομία, κατορθώνοντας να τα μετασχηματίσει, συναντώντας βέβαια ισχυρή αντίσταση, σε υποχείριά του. Αυτή η σύγκρουση εξελίσσεται ανάμεσα στα 1917-1921 και έχει σαν πρωταγωνιστές την μπολσεβίκικη εξουσία και τους οργανισμούς τους δημιουργημένους από τις μάζες από τον Φεβρουάριο.
Συνοπτικά: Οι μπολσεβίκοι κατάφεραν να φτάσουν στην εξουσία, φωνάζοντας βέβαια ΄΄όλη η εξουσία στα σοβιέτ΄΄ και εν συνεχεία τα συνέτριψαν για να εδραιώσουν την δική τους ματωμένη εξουσία.
Πάλι στο κείμενό σου: ΄΄ Φυσικά και δεν είναι αμφιλεγόμενη η κατάταξη του ΚΚΕ στην αντισυστημική μπάντα του πολιτικού φάσματος΄΄. Κι εγώ ο αφελής που νόμιζα πως είναι, αλλά τι μπορείς να περιμένεις αγαπητέ μου όταν ξεκινάς διάλογο με ένα ξύλο απελέκητο όπως η αφεντιά μου. Γι’ αυτό και πολύ ορθά πράττων, εξανίστασαι και με το γνωστό αυστηρό ύφος σου με κατακεραυνώνεις ξανά: ΄΄Το αν είναι αντισυστημικό(και όχι αυτόνομο/δημοκρατικό-πάλι μπερδεύεις βασικές έννοιες)κάτι κρίνεται από το πρόταγμα και τις θέσεις του και όχι από τις επί μέρους ερμηνείες που δίνει σε γεγονότα και συμβάντα…κλπ,κλπ΄΄. Σ’ ευχαριστώ άλλη μια φορά ω δάσκαλε της αυτονομίας για τις σκληρές προσπάθειες που κάνεις να με επαναφέρεις στο σωστό δρόμο και μου επισημαίνεις ότι πάλι μπέρδεψα τις βασικές έννοιες. Τι να κάνω αυτό είναι το χούι μου. Μόνο που η φράση που τοποθετείς μέσα στην παρένθεση δεν υπάρχει στην αντίστοιχη δική μου παράγραφο που σχολιάζεις. Λοιπόν πάλι μπερδεύω βασικές έννοιες ή μήπως, μήπως λέω και συμπάθα με που τολμώ να υψώσω τον τόνο της φωνής μου, πάλι δεν διάβασες προσεκτικά και επισταμένως αυτά που γράφω;
Πάμε προς το παρόν να μάθουμε πως πρέπει να κρίνουμε την αντισυστημικότητα κάποιου. Πολύ απλά το κρίνουμε ΄΄από το πρόταγμα και τις θέσεις του΄΄.
Τι μαθαίνει κανείς, έτσι; Θα μου επιτρέψεις όμως εδώ για λόγους σεβασμού προς εκείνους τους μαρτυρικούς χριστιανούς που παρακολουθούν αυτήν την συζήτηση και άντεξαν να φτάσουν μέχρι εδώ χωρίς να σιχτιρίσουν και τους δυό μας, να κάνω μερικά διευκρινιστικά σχόλια, γιατί δεν νομίζω πως είναι κανείς υποχρεωμένος να ξέρει και τι ακριβώς σημαίνει η λέξη ΄΄πρόταγμα΄΄.
Λοιπόν το ΄΄πρόταγμα΄΄ είναι ένας νεολογισμός, μια προσπάθεια μεταφοράς στα καθ’ ημάς του γαλλικού όρου projet που έχει σαν αντίστοιχο στα γερμανικά τον όρο entwurf . Στα ελληνικά υπάρχει το ρήμα προτάσσω (προ-τάσσω) που σημαίνει τοποθετώ μπροστά, προβάλλω, προτείνω(=προ-τείνω, δηλ.τείνω μπροστά) από το οποίο προέρχεται το ουσιαστικό πρόταξις, που είναι η πράξη και το αποτέλεσμα του προτάσσω, η τοποθέτηση μπροστά, η προβολή, το να βάζουμε κάτι σε πρώτο πλάνο με άλλα λόγια. Το πρόταγμα επομένως ως μια νέα λέξη έχει ισχυρή συγγένεια με τούτη την πρόταξη και με την σημασιολόγησή της. Το πρόταγμα τώρα ως όρος χρησιμοποιούμενος από κάποιους συγγραφείς δεν έχει σχέση ούτε με το σχέδιο(plan), ούτε με το πρόγραμμα, ούτε και με τη δραστηριότητα του ηθικού υποκειμένου της παραδοσιακής φιλοσοφίας.
Το πρόταγμα είναι η πρόθεση ενός μετασχηματισμού της πραγματικότητας, αλλά ετούτη η πρόθεση δεν είναι κενή και αόριστη τουναντίον διαθέτει μια εικόνα(=απεικόνιση/παράσταση) του νοήματος αυτού του μετασχηματισμού, και (η πρόθεση )εμψυχώνει την σχετική δραστηριότητα.
Επομένως το πρόταγμα είναι μια σύνθετη έννοια που στον ορισμό της περιλαμβάνει μια πρόθεση/θέληση/επιθυμία/βούληση, την παράσταση/εικόνα που την καθοδηγεί και την δράση που υλοποιεί την σχετική πρόθεση/θέληση/επιθυμία. Το πρόταγμα είναι συγχρόνως επιθυμία/παράσταση/ δράση.
Ίσως να βοηθούσε στην καλύτερη κατανόηση της έννοιας του προτάγματος η διάκρισή του από το σχέδιο(plan, πλάνο) και το πρόγραμμα.
Το σχέδιο αντιστοιχεί στην τεχνική στιγμή μιας δραστηριότητας, όταν συνθήκες, στόχοι και μέσα καθορίζονται επακριβώς.
Το πρόγραμμα είναι μια προσωρινή συγκεκριμενοποίηση των στόχων του προτάγματος. Τα προγράμματα αλλάζουν και αναδιαμορφώνονται συνεχώς, το πρόταγμα όμως παραμένει.
Ο πυρήνας του προτάγματος είναι επομένως ένα νόημα και ένας προσανατολισμός(μια κατεύθυνση προς, ένα τείνειν προς) που μπορεί μεν να καθηλωθεί σε συγκεκριμένες ιδέες και θέσεις, αλλά υπερβαίνει διαρκώς αυτές τις συγκεκριμένες ιδέες/θέσεις. Κάπως πιο απλουστευτικά και χοντροκομμένα, μπορούμε να πούμε ότι ένα πρόταγμα είναι το όραμα που έχει κάποιος, το γενικό σχέδιο (και όχι το σχέδιο με την ειδική τεχνική έννοια), η συνολική πρόταση που προβάλλει/προτάσσει για την πραγματικότητα που τον περιβάλλει και για την αλλαγή αυτής της πραγματικότητας. Έτσι έχουμε το πρόταγμα της Π.Δ, το πρόταγμα του κομμουναλισμού, το καστοριαδικό πρόταγμα, το πρόταγμα της αποανάπτυξης, το πρόταγμα του ΚΚΕ , κλπ, κλπ.
Μετά από αυτήν την παρέκβαση μπορούμε να ξαναπιάσουμε το βιολί μας.
Είχαμε μείνει εκεί που με δίδασκες ότι η αντισυστημικότητα κάποιου θα κριθεί από το πρόταγμα και τις θέσεις του.
Το πρόταγμα λοιπόν και οι θέσεις του πάλαι ποτέ πανίσχυρου ΚΚΣΕ είχαν διατυπωθεί στο πλέον τυπικό και επίσημο κείμενο του κράτους, το Σύνταγμα του καθεστώτος. Κι εκεί στην προμετωπίδα έγραφε ότι το καθεστώς συνιστούσε μια ΄΄Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών΄΄. Τέσσερις λέξεις, τέσσερα ψέματα. Πριν από λίγα χρόνια ο Καραμανλής δήλωνε από του Μπαϊρακτάρη ότι το πρόταγμά του είναι να τα βάλει με τους νταβατζήδες, να επανιδρύσει το κράτος, να πατάξει τη διαφθορά, κλπ, κλπ και είχε και θέσεις συγκεκριμένες(=πρόγραμμα) για το πώς θα υλοποιούσε το πρόταγμά του, και βέβαια το ΚΚΕ δεσμεύεται για λαϊκή δημοκρατία, σοσιαλισμό και άλλα τινά όπως και ο φίλος μου ο Μπάμπης που είναι μεγάλος μπαγάσας, μπροστά στα πεθερικά του δηλώνει μεγαλόφωνα ότι θα αγαπάει τη γυναίκα του την Κατίνα εφ’ όρου ζωής. Όλα τα παραπάνω είναι προτάγματα και θέσεις, διατυπωμένες επίσημα, δημόσια, που μας βοηθούν να κατατάξουμε τους φορείς τους σε συστημικούς/αντισυστημικούς ανάλογα με το αν αποδέχονται και αναπαράγουν το σύστημα ή το απορρίπτουν. Υποθέτω ότι στα συγκεκριμένα παραδείγματά μου η ΕΣΣΔ και το ΚΚΕ θα πήγαιναν στην αντισυστημική μπάντα (για τον Μπάμπη και τον Καραμανλή που είναι βουτηγμένοι στο βούρκο του κατεστημένου μέχρι τα μπούνια να μην μιλάμε καλύτερα).
Εν άλλοις λόγοις ο καθείς είναι ό,τι δηλώνει. Το παρελθόν του, η πρακτική του, η καθημερινή του δράση ή η αντίδρασή του, οι πράξεις και οι παραλείψεις του, η στάση του στα διάφορα ζητήματα που ανακύπτουν, δεν μετράνε; Το εάν κάποιος είναι υπέρ ή εναντίον του συστήματος θα κριθεί από το τι λέει μόνο και όχι από το τι πράττει; Και εάν αυτά που λέει σήμερα έρχονται σε αντίφαση με αυτά που έλεγε χθες και εάν οι επιμέρους θέσεις του έρχονται σε σύγκρουση με τις βασικές του θέσεις; Τίποτα από όλα αυτά δεν θα συνεκτιμηθεί για να τον κατατάξουμε κάπου;
Και με τις επιμέρους ερμηνείες τι γίνεται; Αυτές δεν μετράνε καθόλου, δεν σχετίζονται με τις βασικές ερμηνείες και τα προτάγματα, δεν τις ενώνει κάτι με αυτά; Ή έχουμε δύο μέτρα και δύο σταθμά, κι εκεί όπου μας συμφέρει οι επιμέρους θέσεις και απόψεις προκύπτουν από την γενική τοποθέτηση και το πρόταγμα κι εκεί όπου θέλουμε να το παραβλέψουμε αυτό, απλώς προσπερνάμε σφυρίζοντας αδιάφορα;
Και εάν όλα αυτά δεν μετράνε, μήπως ξεπέφτουμε σε έναν φορμαλισμό του αισχίστου είδους; Εφόσον η ταξινόμηση των πολιτικών υποκειμένων-ομάδων , οργανώσεων, κομμάτων- αλλά και γενικότερα του κάθε υποκειμένου, διενεργείται αποκλειστικά βάσει του προεκτεθέντος κριτηρίου, τότε πως θα εξακριβώσουμε την ειλικρίνεια, την εσωτερική συνοχή, την συνέπεια, την αυτοδέσμευση του υποκειμένου σε όσα δηλώνει;
Δηλαδή τώρα που αρχίζω να βλέπω το φως το αληθινό και να μπαίνω στο βάθος των πραγμάτων, κατανοώντας καλύτερα πώς να ταξινομώ κάποιους σε συστημικούς και αντισυστημικούς, μήπως και κάποια αντισυστημικά μορφώματα του εγχωρίου, αλλά και του διεθνούς πολιτικού στερεώματος που έχουν προτάγματα εξόχως αντικοινοβουλευτικά, αντιδυτικά και μισούν τις φιλελεύθερες ολιγαρχικές κοινωνίες της δύσης, πρέπει να τα βλέπω με την ίδια θετική διάθεση για λόγους καθαρά επιστημονικά ορθής ταξινόμησης και κοινού εχθρού-στόχου, που δεν είναι άλλος, ως γνωστόν, από τον ιμπεριαλισμό, ή αυτήν την διάθεση πρέπει να την επιφυλάσσουμε μόνο για το ΚΚΕ; Και βέβαια το ΚΚΕ είχε ΄΄ευθύς εξαρχής στραφεί ενάντια στην ΕΕ΄΄ ενώ αυτός ο μπαγάσας ο Καστοριάδης μας τα μάσαγε λιγάκι γι’ αυτό το θέμα, κι αυτό όλα κι όλα είναι κάτι ασυγχώρητο και θα το στηλιτεύσουμε σκληρά, γιατί όσον αφορά στην περίπτωσή του δεν επρόκειτο για επιμέρους ερμηνεία σε γεγονότα και συμβάντα, όπως συνέβη με τους συντρόφους του ΚΚΕ που κι αν είχαν οι άνθρωποι μια αντιδραστική στάση στα περσινά δεκεμβριανά(μόνον εκεί;), θα το μεγαλοποιήσουμε τώρα και θα το κάνουμε ολόκληρο ζήτημα; Για όνομα του θεού! Eντάξει τώρα έγιναν και κάτι παρασπονδίες εκεί στο τελευταίο συνέδριο με τον Στάλιν και κάτι επιμέρους ερμηνείες για τον σταλινισμό και το 20ο συνέδριο του ΚΚΣΕ, αλλά επιμέρους ερμηνείες είναι, και αυτά συμβαίνουν σε ένα κόμμα που είναι αντισυστημικό αλλά όχι και αυτόνομο/δημοκρατικό.
Σ’ αυτές όμως τις ακροβασίες και τις ασυναρτησίες καταλήγει κανείς, κι αυτά παθαίνει-εννοώ σ’ αυτές τις συμπάθειες και τις συναναστροφές καταλήγει- όταν ψάχνει αγωνιωδώς να βρει το επαναστατικό υποκείμενο μέσα στην ελληνική κοινωνία με σκοπό να συνομιλήσει προνομιακά μαζί του και να επικοινωνήσει το πρόταγμά του και δεν το βρίσκει πουθενά. Βρε γαϊδούρια, εδώ υπάρχει έτοιμο, δίπλα σας, ΄΄ ένα χωρίς προηγούμενο φιλοσοφικό και πολιτικό-οικονομικό επίτευγμα που συνθέτει και υπερβαίνει όλες τις προηγούμενες ελευθεριακές αναλύσεις΄΄ κι όλοι εσείς ελευθεριακοί, αντιεξουσιαστές, αναρχοσυνδικαλιστές, life style αναρχικοί, κομμουναλιστές, καστοριαδικοί, διαβόλοι και τριβόλοι, μας γράφετε κανονικά και αρνείστε να προσχωρήσετε, εμμένοντας στην τύφλα και την άγνοιά σας; Αι σιχτίρ! Kι εμείς λοιπόν αφού το θέτε έτσι θα προσεγγίσουμε αυτούς τους συνεπείς και τίμιους αγωνιστές που κρίνονται και διακρίνονται από το πρόταγμά τους και τις θέσεις τους κι ας μην είναι αυτόνομοι/περιεκτικοί δημοκράτες, μην μπερδεύετε πάλι τις έννοιες αχρείοι, α να χαθείτε διεστραμμένοι!
IV. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΙΚΗΣ ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ
ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ ΤΗΣ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ
Γράφεις: ΄΄ Η θέση του Καστοριάδη είναι μια ΄΄αριστερή΄΄ εκλέπτυνση της θέσης των αστών διανοουμένων ότι για την υπανάπτυξη στο Νότο φταίει η κουλτούρα τους (αστοί) ή οι ΄΄φαντασιακές θεσμίσεις τους΄΄(Κ.) και όχι η αποικιοκρατία και επιπλέον η εξαρτημένη ανάπτυξη(μαζί με τα ΄΄φαντασιακά΄΄ των ελίτ που τα επέβαλαν), μέσω της καταστροφής των δικών τους οικονομικών κοινοτήτων, κάτι που αποτελεί κραυγαλέο υποκειμενισμό΄΄.
Το μόνο κραυγαλέο που υπάρχει εδώ είναι η άγνοιά σου, και η έλλειψη κατανόησης της προβληματικής του Καστοριάδη, γιατί εάν είχες μια έστω και επιδερμική επαφή με το καστοριαδικό corpus θα ανακάλυπτες κι εσύ εκείνα τα χωρία που διαψεύδουν τα λεγόμενά σου, και τα οποία μπορεί να ανεύρει εύκολα κάθε καλόπιστος τρίτος.
Να μερικά αποσπάσματα, πρόχειρα σταχυολογημένα από τα γραπτά του Καστοριάδη:
΄΄Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας΄΄, σελ. 43: ΄΄Κάθε φορά που ο καπιταλισμός κατόρθωσε να δημιουργήσει σ’ αυτούς τους λαούς μια τάξη μισθωτών εργατών, δεν χρειάστηκε μόνο, όπως έδειχνε ήδη ο Μαρξ, να τους εξαναγκάσει στην αθλιότητα καταστρέφοντας συστηματικά τις υλικές βάσεις της ανεξάρτητης ύπαρξής τους˙ χρειάστηκε την ίδια στιγμή να καταστρέψει ανελέητα τις αξίες και τις σημασίες του πολιτισμού και της ζωής τους-δηλαδή να τους καταστήσει πραγματικά αυτό το σύνολο ενός πεινασμένου πεπτικού συστήματος και μυώνων έτοιμων για μια δουλειά στερημένη νοήματος, πράγμα που αποτελεί την καπιταλιστική εικόνα του ανθρώπου΄΄. Παρεμπιπτόντως αυτό το απόσπασμα θεώρησέ το και ως απάντηση στην κριτική σου ότι΄΄κάθε άλλο παρά συμπληρωματικά λειτουργούν οι δυο θέσεις΄΄. Θυμίζω εδώ τι είχα γράψει: ΄΄ η καταστροφική επίδραση της εξάπλωσης του καπιταλισμού πάνω στις κοινότητες του Νότου έρχεται σε σύγκρουση ή αναιρεί την καστοριαδική διάγνωση για τις άλλου είδους φαντασιακές θεσμίσεις των εν λόγω κοινωνιών ; ΄΄.
΄΄Καιρός΄΄, σελ. 115: ΄΄ Είναι δυνατόν να ξεχάσουμε πως ικανός αριθμός νοτιοαμερικάνων βασανιστών «εκπαιδεύτηκε» από τη ΣΙΑ στις εγκαταστάσεις της «μεγαλύτερης δημοκρατίας του κόσμου»; Ή πως η Γαλλία, τόσο η ζισκαρική όσο και η «σοσιαλιστική», στηρίζει στην Αφρική καθεστώτα απόλυτου τρόμου και διαφθοράς; Και πιστεύετε πως κάποιο απ’ αυτά τα ερωτήματα θα μπορούσε σήμερα να γίνει ζήτημα πολιτικής διαμάχης στις ΗΠΑ ή στη Γαλλία; Όσο θα συνεχίζεται η σημερινή πολιτική παραίτηση των δυτικών λαών, κάθε προσπάθεια έμπρακτης πολιτικής απάντησης από τη μεριά μας στα προβλήματα του Τρίτου Κόσμου είναι στην καλύτερη περίπτωση ουτοπική και, στη χειρότερη, ακούσια και μη συνειδητή κάλυψη πραγματικών πολιτικών που δεν έχουν σχέση με τα συμφέροντα του Τρίτου Κόσμου΄΄
Στο ίδιο, σελ.91: ΄΄Ούτε αυτό όμως ούτε η επίσημη ρητορική μπορούν να συγκαλύψουν τη μαζική στήριξη που παρέχουν οι δυτικές κυβερνήσεις προς τα δικτατορικά καθεστώτα του Τρίτου Κόσμου. (Η υποκρισία της γαλλικής «αριστεράς» σ’ αυτό το θέμα είναι, ως συνήθως, ιδιαίτερα νόστιμη. Πολλά καθεστώτα που υποστηρίζονται από τη Γαλλία στην Αφρική δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν, για να μην πούμε τίποτα παραπάνω, από τα λατινοαμερικάνικα˙ και εξαρτώνται πολύ περισσότερο για την επιβίωσή τους από το Παρίσι απ’ ό,τι εξαρτώνται από την Ουάσιγκτον τα καθεστώτα της Νότιας Αμερικής.)΄΄
΄΄Υπάρχει σοσιαλιστικό μοντέλο ανάπτυξης; ΄΄σελ. 91: ΄΄Πέραν τούτου δεν υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, ούτε ανωτερότητα ούτε κατωτερότητα της Δύσης. Υπάρχει απλώς ένα γεγονός: μια γη ενοποιημένη από την καπιταλιστική βία.΄΄
΄΄Η γαλλική κονωνία΄΄, σελ. 120: ΄΄ Την ίδια στιγμή, οι ηρωικές εκδηλώσεις των Αλγερινών, που διαμαρτύρονται για την γκετοποιημένη ζωή, που αποτελεί την επίσημη μοίρα τους στο Παρίσι του 1961, έρχονται να θυμίσουν στον γαλλικό πληθυσμό με ωμό τρόπο πως χιλιάδες άνθρωποι πουν ζουν δίπλα του είναι έτοιμοι ν’ αντιμετωπίσουν τη μάχη και το θάνατο, για να σπάσουν την καταπίεση΄΄.
Και πιο κάτω, στο ίδιο : ΄΄Ο αγώνας του αλγερινού λαού για την ανεξαρτησία του, εκεί όπως κι εδώ˙ οι αγώνες των γάλλων εργαζομένων ενάντια στην εκμετάλλευση, που ξαναρχίζουν-να τι είναι πραγματικό αυτή τη στιγμή….Το δε καθήκον των αγωνιστών δεν είναι να φενακίζουν τους εργαζόμενους και να φενακίζονται και οι ίδιοι καλώντας σε συμπαρατάξεις αδύνατες, στείρες και ντροπιαστικές. Το καθήκον τους είναι να συμμετάσχουν υπομονετικά σ’ αυτή την ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος… κάνοντας κατανοητή τη φύση του πολέμου της Αλγερίας, προωθώντας την ενεργό αλληλεγγύη των γάλλων εργαζομένων προς τους αγωνιζόμενους Αλγερινούς΄΄
Εκτός όμως από τα παραπάνω, αναγκάζομαι να κάνω και μια σύντομη ιστορική αναδρομή και περιγραφή του κλίματος και της περιρρέουσας ατμόσφαιρας των δεκαετιών ’70 και ’80, αλλά και των αρχών του ’90, που καθώς φαίνεται τα αγνοείς και είναι πολύ βασικά για να κατανοήσεις την καστοριαδική σχετική προβληματική.
Για όλους αυτούς που δραστηριοποιούνταν λοιπόν τότε στον χώρο της εκτός των τειχών αριστεράς, αλλά και για τους ΄΄καθώς πρέπει΄΄ αριστερούς, είχαν γίνει ψωμοτύρι οι αναλύσεις για την αποικιοκρατία και την νεοαποικιοκρατία, για τον ιμπεριαλισμό και τις επεμβάσεις τους στις χώρες του τρίτου κόσμου, και όλοι λίγο πολύ αναθεματίζαμε από το πρωί μέχρι το βράδυ τον δυτικό ιμπεριαλισμό για τα αίσχη που διέπραττε εις βάρος των λαών του τρίτου κόσμου. Οι γκεβαριστές, οι φανονιστές και άλλα εξωτικά φρούτα του αριστερισμού υμνούσαν τους αγρότες του τρίτου κόσμου και πίστευαν ότι είχαν ανακαλύψει σ’ αυτούς το νέο επαναστατικό υποκείμενο. Η καταδίκη του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού ήταν κοινός τόπος και κανείς δεν αμφισβητούσε τα διαπραττόμενα εγκλήματα και την εκμετάλλευση που υφίσταντο οι χώρες του τρίτου κόσμου. Ως εκ τούτου όλοι μας χαιρετίζαμε τον πρώτο αφρικάνο δεκανέα που κατελάμβανε την εξουσία και εγκαθίδρυε την τάδε ή την δείνα λαϊκή σοσιαλιστική δημοκρατία της Ταγκατούγκα και εθνικοποιούσε τις πλουτοπαραγωγικές πηγές του Κούρου-Μπούρου. Μετά από λίγο καιρό βέβαια έφταναν στ’ αυτιά μας κάτι περίεργα νέα για σφαγές που διέπραττε αυτός και οι δικοί του, διαβάζαμε για την φτώχια που συνεχιζόταν και την καταπίεση του πληθυσμού από τον ίδιο δεκανέα και την παρέα του, αλλά κάναμε πως δεν ακούμε και γυρίζαμε σελίδα στα γρήγορα. Λέγαμε: Τι διάολο, πρόκειται για εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα και ο διεθνής ιμπεριαλισμός προσπαθεί να το κατασυκοφαντήσει και να το απομονώσει.
Κι από κοντά αισθανόμαστε ένοχοι, γιατί συμμετείχαμε κι εμείς με κάποιο τρόπο σε αυτήν την εκμετάλλευση, αφού υποτίθεται ανεχόμαστε αυτή την κατάσταση, και κάναμε ό,τι μπορούσαμε για ν’ αποτινάξουμε αυτή την ενοχή κι’ ανάμεσα σ’ αυτά που κάναμε ήταν να αθωώνουμε τους τριτοκοσμικούς από οποιαδήποτε δική τους ευθύνη για τα δεινά τους. Εμείς ΄΄οι δυτικοί΄΄ τους είχαμε καταστρέψει, αφαιμάξει, ρημάξει, εμείς είμαστε οι απόλυτοι διάβολοι κι εκείνοι οι απόλυτα αθώοι.
Μέσα σ΄αυτές τις συνθήκες απόψεις σαν και αυτές του Καστοριάδη, έπεφταν σαν κεραυνός εν αιθρία, και είτε σε έβρισκαν στο ξέφωτο και σε τσουρούφλιζαν ή διέθετες αλεξικέραυνο, δηλ. τη γνωστή σταλινομαοϊκή τύφλωση, και δεν έδινες δεκάρα τσακιστή. Ο Καστοριάδης δεν αμφισβήτησε ποτέ την καταστροφή του νότου από τον ιμπεριαλισμό ούτε και αμφέβαλε για την στρεβλή, εξαρτημένη ανάπτυξη ή υπανάπτυξη που επέβαλε ο ανεπτυγμένος Βορράς στον Νότο, στα πλαίσια του διεθνούς καταμερισμού εργασίας και της καταλήστευσης των πρώτων υλών. Όλα αυτά ήταν κοινός τόπος και το να τους αφιερώνεις μεγάλο χώρο στα γραπτά σου και τον λόγο σου καταντούσε πλεονασμός από ένα σημείο και μετά.
Ο Καστοριάδης έστρεψε αλλού την προσοχή του.
Πρώτον, επιτέθηκε με σφοδρότητα στους οπαδούς του επαναστατικού τριτοκοσμισμού, κατηγορώντας τους ότι αντί να προχωρήσουν σε μια ανάλυση και κριτική της νέας κατάστασης του καπιταλισμού, που έδειχνε να ενσωματώνει το προλεταριάτο στην καπιταλιστική κοινωνία, επιδόθηκαν σε γελοίες επιχειρήσεις οι οποίες συνίσταντο στην απλή επανάληψη του σχήματος του Μαρξ, με αφαίρεση του βιομηχανικού προλεταριάτου και αντικατάστασή του από τους αγρότες του τρίτου κόσμου σε ρόλο νέου επαναστατικού υποκειμένου, αφού το παλιό είχε πέσει σε βαθιά ροχαλητά . Θεωρούσε ότι αυτή η αθέμιτη θεωρητικά αντικατάσταση είχε μια πολύ συγκεκριμένη και πρακτική λειτουργία: Χρησίμεψε σαν ιδεολογικό κάλυμμα σε μια ιδιαίτερη κοινωνική κατηγορία των υπανάπτυκτων ή εξαρτημένων χωρών, στην πορεία της προς την εξουσία. Αυτά τα κοινωνικά στρώματα που αποτελούνταν από φοιτητές, διανοούμενους, τα υποψήφια ΄΄πολιτικά στελέχη΄΄ αυτών των χωρών, βρήκαν σε αυτές τις θεωρίες ένα ιδεολογικό εργαλείο για να συγκροτήσουν οργανώσεις βασισμένες σ’ ένα στρατιωτικολενινιστικό μοντέλο και να καταλάβουν την εξουσία. Αυτά συνέβησαν παλιότερα με την Κίνα, την Κούβα και πιο μετά με το Βιετνάμ, την Αιθιοπία κλπ.
Δεύτερον, όπως φαίνεται και στο απόσπασμα που παρέθεσα παραπάνω από την ΄΄Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας΄΄, θέλησε να δείξει ότι ο καπιταλισμός για να καθυποτάξει τον νότο έπρεπε να κινηθεί σε δυο κατευθύνσεις: α) συστηματική καταστροφή των υλικών βάσεων της ύπαρξής τους και β)καταστροφή των αξιών και των σημασιών του πολιτισμού και της ζωής τους.
Αυτή την βασική του σύλληψη, την εμβάθυνε και την επεξεργάστηκε στη διάρκεια των κατοπινών χρόνων. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας , έθεσε στον εαυτό του ερωτήματα του τύπου: Γιατί εκείνο το στοιχείο που μπόρεσε να διεισδύσει σ’ αυτές τις χώρες τόσο εύκολα ήταν το τεχνικό, οικονομικό και όχι το δημοκρατικό, χειραφετηστικό; γιατί ακόμη κάποιες χώρες του νότου δεν μπόρεσαν να μπουν σε διαδικασία καπιταλιστικού τύπου ανάπτυξης, ενώ κάποιες άλλες το κατάφεραν;
Γιατί στην Ινδία που από το 1947 υπάρχει καθεστώς κοινοβουλευτικής δημοκρατίας εξακολουθεί να λειτουργεί το ίδιο άκαμπτο με το παρελθόν καθεστώς των καστών;Γιατί στην Νότια Κορέα ρίζωσε ο καπιταλισμός ως οικονομικό σύστημα, αλλά αυτό δεν επέφερε και την υιοθέτηση ενός φιλελεύθερου πολιτικού συστήματος; Γιατί πολύ προτού αναλάβουν δουλειά οι αμερικάνικες πολυεθνικές και η CIA στην Λατινική Αμερική, οι στρατιωτικές ή άλλου τύπου δικτατορίες χαρακτήριζαν την πολιτική ιστορία των χωρών εκείνων, ενώ τα φιλελεύθερα συντάγματά τους συνυπήρχαν με φεουδαρχικές καταστάσεις στην ύπαιθρο χώρα;
Σ’ αυτά τα ερωτήματα έδωσε τη απάντηση ότι τα κατεξοχήν μη εξαγώγιμα στοιχεία των δυτικών χωρών, και τα οποία δεν μπορούν να εμφανιστούν από τη μια μέρα στην άλλη σε μια διαφορετική κουλτούρα, που οι θεσμισμένες ανθρωπολογικές της αφετηρίες είναι διαμετρικά αντίθετες, είναι:
Α)Ο ευρωπαίος πολίτης: ιστορική δημιουργία ενός τύπου ατόμου άγνωστου αλλού, που μπορεί να αμφισβητήσει την υπαρκτή εξουσία, να σκεφτεί πως ο νόμος είναι άδικος και να το πει, που θέλει να δράσει για να αλλάξει την μοίρα του.
Β)Το προλεταριάτο:΄΄Είναι αδύνατο να βάλει κανείς τους αφρικανικούς πληθυσμούς στη θέση, παραδείγματος χάρη, των Άγγλων εργατών, οι οποίοι, ανάμεσα στη Γαλλική επανάσταση και στο κίνημα του χαρτισμού, αλφαβητίστηκαν μόνοι τους, την εποχή που δεν ήταν υποχρεωτική η εκπαίδευση, και μετά από 14 ώρες εργασίας, το βράδυ, με τις πενταροδεκάρες τις οποίες μπορούσαν να οικονομούν, αγόραζαν κεριά και βιβλία για να διαβάσουν την φιλολογία για τη Γαλλική επανάσταση, για την πολιτική οικονομία κλπ. Και δημιουργούσαν τις εργατικές ενώσεις, τα περίφημα Trade Unions. Αυτή η τάξη αυτοδημιουργήθηκε, και αυτοδημιουργήθηκε ως μια τάξη που άσκησε τεράστια πίεση πάνω στον καπιταλισμό και άλλαξε την πορεία του καπιταλισμού…Αυτήν την τάξη είχε υπόψη του ο Μαρξ όταν, κατά κάποιο τρόπο, έλεγε ότι είναι το άλας της γης. Και το καταλαβαίνει κανείς. Τώρα, όσο σεβασμό κι αν έχει κανείς για την ανθρωπιά, η οποία δεν είναι κατώτερη κανενός άλλου, την ομορφιά, την αντοχή, την επιδεξιότητα, την εξυπνάδα ενός Αφρικανού, αυτός ο άνθρωπος δεν έχει υποστεί αυτήν την κοινωνική μόρφωση, κατασκευή, η οποία να μπορεί να επιτρέπει σε έναν δήθεν θεωρητικό, όπως ο Σαρτρ, να τον βάλει στη θέση του προλεταριάτου, λέγοντας: Το προλεταριάτο χρεωκόπησε αλλά οι χωριάτες της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής και της Ασίας θα πάρουν τη θέση του. Όχι. Δεν μπορούν, διότι δεν είναι κοινωνικοποιημένοι κατά τον ίδιο τρόπο. Όχι διότι είναι βιολογικά κατώτεροι.΄΄ (΄΄Ο Θρυμματισμένος κόσμος΄΄ σελ.93,94)
Γ)Ο επιχειρηματίας καπιταλιστής: ΄΄δηλ. άνθρωποι οι οποίοι να είναι ικανοί να μαζέψουν μαζί και εργατική δύναμη και κεφάλαιο και μια εφεύρεση και μια διαίσθηση της αγοράς και να στήσουν μια επιχείρηση που να δουλεύει΄΄,(΄΄Ο Θρυμματισμένος κόσμος΄΄, σελ.89.)
Όλα αυτά καμία σχέση δεν έχουν με την θέση των αστών διανοουμένων ότι για την υπανάπτυξη στο Νότο φταίει η κουλτούρα των ιθαγενών, ούτε με την άποψη, προσθέτω εγώ επεκτείνοντας τον συλλογισμό σου, των δουλοκτητών του αμερικάνικου νότου ότι οι νέγροι ήταν κατώτερα πλάσματα, ούτε και μ’ εκείνη των ισπανών κονκισταδόρες ότι οι ινδιάνοι ήταν δαίμονες που πρέπει να εξοντωθούν. Διότι εάν τα πίστευε αυτά δεν θα έγραφε: ΄΄Αυτό που είναι για μένα , εδώ και πολύ καιρό, το ουσιώδες στο όλο ζήτημα της «ανάπτυξης» είναι ότι οι χώρες του Τρίτου Κόσμου περιείχαν, και ίσως εξακολουθούν να περιέχουν, τη δυνατότητα πρωτότυπης θετικής συμβολής στον αναγκαίο μετασχηματισμό της παγκόσμιας κοινωνίας. Η δυνατότητα αυτή αποσιωπάται πλήρως στις συνήθεις συζητήσεις περί ανάπτυξης۠ κι αυτή είναι που καταστράφηκε από την καπιταλιστικογραφειοκρατική «ανάπτυξη» των χωρών αυτών- και γι’ αυτό επίσης το μίσος που μπορεί να νιώθει κανείς για τις δημιουργούμενες αυτές γραφειοκρατίες γίνεται πολύ μεγαλύτερο΄΄ και λίγο μετά: ΄΄Εννοείται ότι οι παραδοσιακές αυτές μορφές(κουλτούρας)…διέσωζαν, όμως, ….έναν ορισμένο τύπο κοινωνικότητας και κοινωνικοποίησης και έναν ορισμένο τύπο ανθρώπινου όντος. Από καιρό πιστεύω πως η επίλυση των τωρινών προβλημάτων της ανθρωπότητας πρέπει να περάσει μέσα από τη σύζευξη του στοιχείου αυτού με ό,τι μπορεί να κομίσει η Δύση..΄΄(΄΄Υπάρχει σοσιαλιστικό μοντέλο ανάπτυξης;΄΄ σελ. 49).
Αυτή αγαπητέ μου είναι άλλη μια απόδειξη της κραυγαλέας σου σύγχυσης, και θα σου εξομολογηθώ πάλι ότι πιέζω πολύ τον εαυτό μου για να παραμείνει στο μονοπάτι της λεπτομερούς αντίκρουσης της κάθε σπουδαιοφανούς πομφόλυγας που εκστομίζεις.
Εσύ βέβαια θα ήθελες ντε και καλά να μας αναπτύσσει ο Καστοριάδης σε σελίδες επί σελίδων το πώς ο καπιταλισμός αποδιάρθρωσε τις τοπικές οικονομίες, πήρε τις πρώτες ύλες τους μπιτ παρά, κατέστρεψε τις υπάρχουσες βιομηχανίες, όπου υπήρχαν τέτοιες πχ στην Ινδία, προσανατόλισε την γεωργική τους παραγωγή σε καταστροφικές εξαγωγικές μονοκαλλιέργειες, και εξασφάλισε υπερκέρδη για τις πολυεθνικές του που βρήκαν φθηνό και αναλώσιμο εργατικό δυναμικό για τα μετεγκατεστημένα εκεί εργοστάσιά τους και να συνέχιζε αραδιάζοντάς μας στοιχεία του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών των χωρών του νότου, του χρέους τους ως ποσοστού του ΑΕΠ κλπ, κλπ και να μας αναλύει όλα εκείνα τα οικονομικά μεγέθη που θα αποδείκνυαν την εξαρτημένη ανάπτυξη του τρίτου κόσμου ή την υπανάπτυξή του και τον κύριο ένοχο γι’ αυτό . Μα όλα ετούτα παραβιάζουν ανοιχτές θύρες, εκτός εάν πιστεύεις ότι εσύ και οι μέντορές σου ανακαλύψατε την πυρίτιδα.
Περί των λοιπών αρλουμπολογιών σου γι’ αυτό το θέμα, ουδέν σχόλιο. Σ’ αφήνω στο ντελίριό σου και στην κρίση αυτών –εάν έχουν απομείνει ακόμη κάποιοι- που παρακολουθούν αυτή την συζήτηση, ο θεός του σχετικισμού και του μεταφυσικού υπαρξισμού ας με συγχωρήσει.

V. ΟΛΙΓΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΙΚΗΣ ΕΚΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ
Δυο προκαταρκτικές παρατηρήσεις:
1)Δηλώνεις με περισσή βεβαιότητα: ΄΄Η έννοια του μάγματος προέρχεται από την ψυχανάλυση΄΄. Ναι, ε;
Αντιγράφω: ΄΄ Γι’ αυτόν τον τρόπο του είναι, και την λογικο-οντολογική οργάνωση που φέρει, κατέληξα , ύστερα από διάφορες ορολογικές περιπλανήσεις-σωρός,σύγκριμα και άλλα-στο όρο μάγμα. Ανακάλυψα στη συνέχεια ότι οι εκδόσεις της Algebre του Ν.Βοurbaki από το 1970 χρησιμοποιούσαν τον όρο υπό μια έννοια που δεν έχει καμία σχέση μ’ εκείνην που ήθελα να του δώσω εγώ και που είναι, εννοείται αυστηρά συνολιστική-ταυτιστική. Επειδή ο όρος, με τις συνδηλώσεις του, προσφέρεται θαυμάσια γι’ αυτό που θέλω να εκφράσω, και επειδή, τολμώ να πω, η χρήση του από τον N.Bourbaki μου φαίνεται συγχρόνως αραιά και πλεονάζουσα, αποφάσισα να τον κρατήσω΄΄, (΄΄Χώροι του ανθρώπου΄΄,σελ.300, Κορνήλιος Καστοριάδης).
Τα σχόλια σου όμως για το ΄΄μάγμα΄΄, την ΄΄διαύγαση΄΄ και ΄΄το φαντασιακό΄΄ αποδεικνύουν περίτρανα την πλήρη άγνοιά σου για την σημασία που έχουν για τον Καστοριάδη και πως αυτός τις χρησιμοποιεί στην προσπάθειά του να κατανοήσει τα φαινόμενα των διαφόρων πεδίων γνώσης που την εφαρμόζει, αλλά και ότι αναπαράγεις δουλικά κριτικές άλλων χωρίς να έχεις προσπαθήσει πρώτα να κατανοήσεις τι είναι αυτό το οποίο θέλεις να υποβάλεις σε κριτική. Άσε που εάν δεν αποδέχεται κανείς τις κατηγορίες του μάγματος και του φαντασιακού δεν μπορεί με τίποτα να στηρίξει τις θέσεις ότι δεν υπάρχει κατευθυντικότητα στην ιστορία και ότι η έκβαση της ταξικής πάλης είναι ακαθόριστη, μιάς και αυτές οι θέσεις προϋποθέτουν την ανάδυση νέων κοινωνικοιστορικών μορφών δια δημιουργίας. Αλλά αυτό το κομφούζιο που σε συνέχει θα απαιτούσε από εμένα να αναλάβω εδώ μια συστηματικότερη προσπάθεια ανασκευής αυτής της θεωρητικής σύγχυσης, που εκ των πραγμάτων θα ήταν εκτεταμένη και θα χρειαζόταν ένα ξεχωριστό άρθρο.
2)Ο όρος ΄΄διαύγασις΄΄ επίσης δεν προέρχεται από την ψυχανάλυση.
Η διαύγαση ή διευκρίνιση(=elucidation στα γαλλικά) δεν είναι τίποτα παραπάνω από την εργασία ερμηνείας και κατανόησης της κοινωνικής πραγματικότητας, που στηρίζεται στις σημασίες που αυτή η ίδια η πραγματικότητα προσφέρει μέσα στη κρίση της και δυνάμει της κρίσης της( ΄΄Το Επαναστατικό πρόβλημα σήμερα΄΄,Κ.Καστοριάδης, σελ.89) Βέβαια η εργασία αυτή έχει ως μια συνιστώσα της, την λογικο-αναλυτική εργασία, καθόσον στα κοινωνικά φαινόμενα, υπάρχει μερικός καθορισμός τους, συνδέσεις και αλληλουχίες επαναλαμβανόμενες και γι’ αυτό δύνανται να υπαχθούν (μερικά και όχι ολοκληρωτικά)στους καθορισμούς της ταυτιστικής λογικής. Πάντως σε καμία περίπτωση η διαύγαση δεν σημαίνει δεν ταυτίζεται με την εξήγηση. Μια εξήγηση θα συνεπαγόταν είτε την συναγωγή σημασιών από μη σημασίες, πράγμα στερούμενο νοήματος, είτε την περιστολή όλων των μαγμάτων σημασιών που εμφανίζονται στην ιστορία στους πολυειδείς συνδυασμούς ενός μικρού αριθμού στοιχείων σημασίας ήδη παρόντων από τη αρχή στην ανθρώπινη ιστορία, πράγμα που είναι ολοφάνερα αδύνατο και θα οδηγούσε εκ νέου στο ερώτημα: πως λοιπόν προέκυψαν αυτά τα πρώτα στοιχεία;
Ομολογώ όμως ότι έχω ένα πρόβλημα κατανόησης του περιεχομένου των όσων θέλεις να πεις στα ΄΄ψυχαναλυτικά΄΄ σου σχόλια. Τι θα πει: ΄΄σ’ αυτό το μικρό ολίσθημα πέφτεις επίσης χρησιμοποιώντας τον Καστοριαδικό όρο της ΄΄διαύγασης΄΄ που είναι παρμένος από την ψυχανάλυση η οποία καθιστά κλειστό, ΄΄αντικειμενικό΄΄ σύστημα σκέψης που ανήκει στην ετερόνομη παράδοση;΄΄
Δεν καταλαβαίνω ειλικρινά η ψυχανάλυση ανήκει στην ετερόνομη παράδοση;
Το ίδιο επαναλαμβάνεις και στο άλλο σχόλιό σου: ΄΄η έννοια του μάγματος προέρχεται από την ψυχανάλυση, γι αυτό και δεν έχει σχέση με την αυτονομία, αφού καθιστά κλειστό σύστημα το οποίο εμείς αμφισβητούμε, όπως κάθε κλειστό σύστημα σκέψης στην ερμηνεία της κοινωνίας και της ιστορίας΄΄.
Εάν εννοείς λοιπόν ότι η ψυχανάλυση και ο ιδρυτής της ανήκουν στην ετερόνομη παράδοση, τότε διαφωνώ πλήρως. Ο Φρόυντ, ανεξάρτητα από το εάν πολλές πλευρές του έργου του έχουν ξεπεραστεί από τις σύγχρονες επιστημονικές εξελίξεις, ήταν ένας άνθρωπος που προσπάθησε με το έργο του να ξεσκεπάσει τις αυταπάτες μας και να βοηθήσει τους άλλους να σκέφτονται ελεύθερα, εάν το θέλουν φυσικά.
Το έργο του βέβαια, εάν θέλεις να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, διαιρείται σε δυο μεγάλα τμήματα. Από τη μια υπάρχουν τα κυρίως ψυχαναλυτικά έργα του, αυτά που αφορούν το ασυνείδητο και την ατομική ψυχή, και από την άλλη εκείνα που αφορούν την γένεση και την οργάνωση της κοινωνίας. Στα πρώτα υπάρχουν ανυπέρβλητες συλλήψεις και καταβολές που δεν μπορούν εύκολα να αγνοηθούν ενώ στα δεύτερα η κατάσταση είναι περισσότερο προβληματική. Όπως και νάχει στην περίπτωση του Φροϋδικού έργου ισχύει αυτό που ισχύει για το έργο όλων των σημαντικών στοχαστών, δηλ.: ΄΄Φίλος ο Πλάτων, φιλτέρα όμως η αλήθεια΄΄. Εκείνο που δεν μπορούμε να κάνουμε είναι να το διαγράφουμε με μια μονοκοντυλιά και να το χρεώνουμε έτσι απλά στην ετερόνομη παράδοση.
Τώρα για τις γνωστές κατηγορίες ότι η ενασχόληση του Καστοριάδη με την ψυχανάλυση διέστρεψε ή και κατέστρεψε την πρώϊμη επαναστατική οπτική του, σε ενημερώνω ότι υπάρχει και άλλη άποψη που λέει ότι τίποτα από όλα αυτά δεν συνέβη, και μάλιστα η οπτική αυτή διευρύνθηκε και εμπλουτίστηκε λόγω της ενασχόλησής του αυτής.
Ο Καστοριάδης διαπίστωνε και αυτός όπως και πολλοί άλλοι διανοητές ότι η σύγχρονη κοινωνία είναι διχασμένη ασύμμετρα και ανταγωνιστικά σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους. Από την άποψη αυτή η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων που ζουν στη σημερινή κοινωνία θα όφειλε να αντιταχθεί στην κατεστημένη μορφή θέσμισης της κοινωνίας. Αν συνέβαινε όμως κάτι τέτοιο, η εκμεταλλευτική κοινωνία δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Επομένως: πως αυτή η κοινωνία κατορθώνει να διατηρείται και να είναι συνεκτική, ενώ θα έπρεπε να προκαλεί την αντίθεση της πλειοψηφίας των μελών της; Aπάντηση (που έδινε κι ο ίδιος για πολλά χρόνια και στην οποία εμμένει η συντριπτική πλειοψηφία της αριστεράς και του ελευθεριακού χώρου): Το κατεστημένο σύστημα καταφέρνει να κρατιέται χάρη στην καταστολή και τη χειραγώγηση των ανθρώπων, με την εξωτερική κι επιφανειακή έννοια της λέξης χειραγώγηση.
Ο Καστοριάδης μετά από πολλές παλινδρομήσεις, κατέληξε στο ότι η απάντηση αυτή είναι λανθασμένη και ακόμη χειρότερα επιζήμια γιατί συγκαλύπτει το βάθος του κοινωνικο-πολιτικού προβλήματος, και εάν θέλουμε να αγωνιστούμε ενάντια στο σύστημα, θα πρέπει να κατανοήσουμε αυτή την στοιχειώδη αλήθεια: το σύστημα δεν πέφτει γιατί απλούστατα καταφέρνει να δημιουργήσει την προσχώρηση των ανθρώπων στην υφιστάμενη κατάσταση.
Κατορθώνει να δημιουργήσει, για την πλειοψηφία των ανθρώπων, την προσχώρησή τους στον θεσμισμένο τρόπο ζωής αυτής της κοινωνίας. Από εκεί, λέει ο Καστοριάδης, θα πρέπει να ξεκινήσουμε εάν θέλουμε να έχουμε μια δράση μεστή και ουσιαστική. Η προσχώρηση βέβαια αυτή, που δεν την χαρακτηρίζει ολοκληρωτική, συμβαδίζει, λέει, με ορισμένα στοιχεία εξέγερσης ενάντια στο σύστημα, ωστόσο δεν παύει να είναι μια ενεργητική προσχώρηση και όχι μια απλή παθητική στάση. Εξάλλου εάν δεν συνέβαινε αυτό όλα θα σωριάζονταν σε ερείπια μέσα σε λίγες ώρες.
Την προσχώρηση αυτή ο Καστοριάδης την απέδωσε σε διαδικασίες που αποτελούν αυτό που εκείνος ονόμαζε΄΄κοινωνική κατεργασία του ατόμου΄΄ και αναπτύσσονται μέσα στη θεσμισμένη καπιταλιστική κοινωνία.
Αναφέρω δυο βασικές πλευρές αυτής της κοινωνικής κατεργασίας: την ενστάλλαξη στα άτομα α) ενός ορισμένου τύπου σχέσης προς την εξουσία από την παιδική τους ηλικία και β) ενός συνόλου αναγκών, που για την ικανοποίησή τους εν συνεχεία τα άτομα αφιερώνουν ολόκληρη την ζωή τους.
Για την εξουσία, υποστήριξε ότι αυτό που την ΄΄καθαγιάζει΄΄ σήμερα δεν είναι η θρησκεία, αλλά η αντίληψη ότι αυτοί που κατέχουν την εξουσία διαθέτουν ΄΄γνώση΄΄, μια γνώση ειδικευμένη, επιστημονική, τεχνική, και οι πληθυσμοί πιστεύουν ότι ισχύει αυτό γιατί έχουν εκπαιδευτεί να το πιστεύουν.
Για τις ανάγκες, έλεγε, ότι δεν υπάρχουν φυσικές ανάγκες, αλλά ότι κάθε κοινωνία δημιουργεί ένα σύνολο αναγκών για τα μέλη της, και τα μαθαίνει ότι τη ζωή δεν αξίζει να τη ζει κανείς, παρά μόνο αν αυτές οι ανάγκες ΄΄ικανοποιούνται΄΄. Αυτό ισχύει για όλες τις κοινωνίες αλλά η ιδιοτυπία του καπιταλισμού είναι: ότι α)έβαλε τις οικονομικές ανάγκες στο κέντρο κι έτσι για ένα άτομο που μεγαλώνει μέσα στην καπιταλιστική κουλτούρα, δεν συνιστά ΄΄λόξα΄΄ να έχει ένα αυτοκίνητο ή να το αλλάζει κάθε τρία χρόνια, ή να σκοτώνεται για να αγοράσει το τελευταίας τεχνολογίας κινητό, β) αυτές οι κοινωνικά δημιουργημένες ανάγκες είναι αυτό που έχει σημασία και ΄΄μετράει΄΄ στη ζωή και γ)τις ανάγκες αυτές έχει κατορθώσει, μέχρι τώρα τουλάχιστον και κουτσά- στραβά, να τις ικανοποιεί.
Βλέπουμε λοιπόν την οδό μέσω της οποίας η σκέψη του άρχισε να δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην ψυχοκοινωνική συγκρότηση των ατόμων μέσα στην κοινωνία. Ήταν η σφοδρή του επιθυμία να κατανοήσει το γιατί οι άνθρωποι λειτουργούν έτσι που λειτουργούν μέσα στο υπάρχον σύστημα, γιατί οι επαναστάτες σπάνε κατά κύματα το κεφάλι τους στο τοίχο της αδιαφορίας και της απάθειας της πλειοψηφίας των ΄΄πολιτών΄΄, γιατί το σύστημα καταφέρνει συνήθως να επιβιώνει όλων των αναταραχών και των συγκρούσεων που το διαπερνούν από άκρη σε άκρη, ποιοι είναι οι βαθύτεροι λόγοι της εγκατάλειψης της διεύθυνσης των κοινών υποθέσεων της κοινωνίας σε ειδικευμένα στρώματα γραφειοκρατών, πως μπορεί να αλλάξει αυτό κλπ, κλπ. Επομένως ήταν η βαθιά του επιθυμία για επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας που κατεύθυνε αυτήν την στροφή και η άποψή μου είναι ότι αυτή η διάσταση της σκέψης του παρέμεινε μέχρι το τέλος ενταγμένη μέσα στο πρόταγμα του της εγκαθίδρυσης μιας κοινωνίας συλλογικής/ατομικής αυτονομίας.
Και βέβαια στη διερεύνησή του αυτή εισχώρησε βαθύτερα σε πεδία διαφορετικά από αυτά της ΄΄πρώτης περιόδου΄΄ του έργου του, δίνοντας την εντύπωση μιας ετεροβαρούς διάρθρωσης της ΄΄δεύτερης περιόδου΄΄ της θεωρητικής του δράσης, και παρέχοντας έτσι αφορμές στους επικριτές του να μιλήσουν ακόμη και για προδοσία του αρχικού του προτάγματος.
Συνεχίζοντας λοιπόν στο θέμα των λόγων της στροφής του Καστοριάδη, θέλω να ξανατονίσω ότι η ψυχαναλυτική του στροφή (και όχι ιδεοληψία ή μετάλλαξη) αποτέλεσε συνέπεια της μεταστροφής του ενδιαφέροντός του προς την ψυχοκοινωνική συγκρότηση του ατόμου. Τα περαιτέρω ερωτήματα που ανέκυψαν από την επαφή του με αυτό το πεδίο, ήταν: τι λέει η ψυχανάλυση για την γένεση της ανθρώπινης κοινωνίας, τι έχει να πει η ψυχανάλυση για την ιστορία, πως προσεγγίζει η ψυχανάλυση τη δομή των κοινωνικοπολιτικών θεσμών και ιδιαίτερα την διαίρεση μεταξύ κυρίαρχων-κυριαρχούμενων, την εξουσία κλπ, και τέλος θεματοποιεί η ψυχανάλυση τις δυνατότητες της μεταμόρφωσης ή της ριζικής αλλαγή των υπαρχόντων θεσμών;
H έξοδος, αν μου επιτρέπεται να πω, ή ο καρπός αυτής της πολύχρονης εμπλοκής του στοχαστή με την ψυχανάλυση- και που δεν έχει καμία σχέση με τις κατηγορίες ότι ΄΄οι ταξικές αναφορές του πήγαν περίπατο΄΄, ότι ΄΄ η σκέψη του ΄΄κυριαρχήθηκε από ψυχαναλυτικές ιδέες και εμμονές΄΄ ότι έπαθε΄΄ ψυχαναλυτική ιδεοληψία΄΄ και άλλα τέτοια αστήρικτα φληναφήματα που διαβάσαμε εσχάτως σε κάτι περιοδικά, ονόματα να μην λέμε τώρα- δίνεται πολύ καθαρά στις σελίδες 56 έως 58 του βιβλίου του ΄΄Ανθρωπολογία, πολιτκή,φιλοσοφία΄΄. Αντιγράφω: ΄΄θα πω δυο λόγια μόνο για τον φωτεινό δρόμο, που πηγάζει κι αυτός από τη ψυχανάλυση, διότι, στο κάτω κάτω, το να μιλάμε για δυνατότητα μεταμόρφωσης της κοινωνίας προϋποθέτει ότι μπορούμε ταυτόχρονα να απαντήσουμε στο ερώτημα της δυνατότητας μεταμόρφωσης του ανθρώπινου ατόμου. Δηλαδή υπάρχει κάπου ένας παραλογισμός στην άκρα κοινωνική απαισιοδοξία και του Φρόυντ αλλά ιδίως των φθηνότερων, αν τολμώ να πω, ψυχαναλυτών, όταν εξ ορισμού, εξ αποστολής, προϋποθέτουν και υποστηρίζουν, και είναι υποχρεωμένοι να υποστηρίζουν, ότι είναι δυνατή μια ουσιαστική μεταβολή των ανθρώπινων ατόμων, αλλιώς δε βλέπω γιατί και πως και με τι δικαιολογία θα έπαιρνε κανείς ανθρώπους σε ψυχανάλυση, και ταυτοχρόνως λένε ότι η φύση της ανθρώπινης ψυχής κάνει τελείως αδύνατη μια ριζική αλλαγή των ανθρώπινων κοινωνιών. Το πρόβλημα που συναντάμε εδώ, με άλλα λόγια, είναι το πρόβλημα του τέλους, με την αρχαία και διπλή έννοια της λέξης, δηλαδή και του τέλους του χρονικού και του σκοπού ή των σκοπών, της ψυχανάλυσης. Από κει ίσως μπορούμε να πάρουμε αμπάριζα, όπως λένε τα παιδιά.Τι είναι ο σκοπός της ανάλυσης και πως μπορεί να τον ορίσει κανείς-δεν θα επανέλθω στις μεγάλες συζητήσεις που έχουν γίνει επ’ αυτού, θα συνοψίσω μόνο όσα έχω γράψει και αλλού, σ’ ένα κείμενο που λέγεται ΄΄Η κατάσταση του υποκειμένου σήμερα΄΄. Δεν μπορεί κανείς να ορίσει αλλιώς τον σκοπό της ψυχανάλυσης παρά σαν την αυτονομία των αναλυομένων. Η έννοια της αυτονομίας δεν είναι ο εξοβελισμός ή η ολοκληρωτική καταπίεση του ασυνείδητου, πράγμα που θα ήταν αδύνατο και τερατώδες, ούτε η κυριαρχία της συνείδησης πάνω στο ασυνείδητο, αλλά η εγκαθίδρυση μιας διαφορετικής ۬σχέσης ανάμεσα στο συνειδητό και στο ασυνείδητο. Αυτή τη διαφορετική σχέση μπορούμε να την ορίσουμε ως μια σχέση όπου το υποκείμενο έχει όσο είναι δυνατό επίγνωση των ασυνείδητων ενορμήσεών του και δεν τις απωθεί, με τη αυστηρή έννοια του όρου, αλλά μπορεί να συλλογιστεί πάνω σ’ αυτές και, μέσα από αυτόν τον διαλογισμό, να αποφασίσει με βούλευση και διαβούλευση αν θέλει ή όχι να ενεργήσει σύμφωνα μ’ αυτές τις επιθυμίες. Νομίζω δηλαδή ότι το μότο της ψυχανάλυσης θα έπρεπε να είναι΄΄ ξέρω τι είναι η επιθυμία μου, αλλά ύστερα από ώριμη σκέψη δεν θα την πραγματοποιήσω-ή θα την πραγματοποιήσω΄΄. Αυτό σημαίνει, εάν αυτός ο σκοπός δεν είναι ουτοπικός, ότι το υποκείμενο είναι ικανό να θέσει, κατά κάποιο τρόπο, το ίδιο τους νόμους της συμπεριφοράς του και της σκέψης του. Τώρα το υποκείμενο δεν είναι νησί, είναι ένα κοινωνικό ον, συνεπώς η αυτονομία του είναι κατ’ ανάγκην περιορισμένη, και μπορεί να γίνει ακόμη και μια απλή αυταπάτη εάν αγνοεί την τεράστια σημασία της κοινωνικής του διάστασης. Κι’ αυτό, σε κωμικό βαθμό, συμβαίνει σήμερα με τις θεωρίες του φιλελεύθερου ατομικισμού: ουδέποτε ακούσαμε περισσότερη ρητορική για την ελευθερία των ατόμων, την οποία δήθεν εξασφαλίζει ο σύγχρονος καπιταλισμός και ουδέποτε, νομίζω, είχαμε κοινωνία με τόσο λίγο ελεύθερα και αυτόνομα άτομα, με τόσο κομφορμιστικά άτομα, μια κοινωνία όπου την ίδια ώρα όλα τα νοικοκυριά μιας χώρας γυρνούν τα ίδια κουμπιά για να δουν τις ίδιες βλακείες στην τηλεόραση۬۬ αυτή είναι η ελευθερία επιλογής. Λοιπόν, εφόσον το υποκείμενο μετέχει σε μια κοινωνία, κατ’ ανάγκην υπόκειται στους κοινωνικούς νόμους και στους ρυθμούς και στις επιδράσεις της κοινωνίας. Και αυτό θα ήταν μια τελείως ετερόνομη κατάσταση εκτός από μια περίπτωση: την περίπτωση που το υποκείμενο μπορεί να πει, δικαιολογημένα, ότι αυτοί οι νόμοι είναι επίσης οι δικοί μου νόμοι, όχι διότι μου τους έχουν επιβάλει, αλλά διότι έχω συμμετάσχει, με ίσους όρους με όλους τους άλλους, στη θέσμισή τους-πράγμα που ασφαλώς δεν συμβαίνει σήμερα. Με άλλα λόγια, αυτόνομα άτομα,πλήρως, μπορούν μόνο να υπάρξουν σε μια αυτόνομη, δηλαδή πλήρως δημοκρατική, κοινωνία, και αντιστρόφως. Συνεπώς, απ’ αυτή την άποψη, οι ύστατοι σκοποί της ψυχανάλυσης είναι οι ίδιοι με τους σκοπούς μιας πραγματικά δημοκρατικής πολιτικής και μιας αυτοθεσμιζόμενης κοινωνίας. Και νομίζω ότι για να είναι κανείς έντιμος απέναντι σε πολλά βαθύτερα ρεύματα μέσα στην σκέψη του Φρόυντ και στις στάσεις του, και παρά τον συχνό πεσιμισμό του, πρέπει να δεχτεί ότι αυτό είναι το νόημα των εκφράσεων του Φρόυντ όταν μιλάει για τον Θεό μας τον Λόγο και για την ανάγκη για την ανθρωπότητα να βγει απ’ την παιδική κατάσταση, και αυτό είναι το νόημα επίσης του ενός ημίσεως του επιστημονικού μύθου από το ΄΄Τοτέμ και Ταμπού΄΄, τον οποίο οι ψυχαναλυτές συνήθως παραμελούν, δηλαδή του όρκου των αδελφών των αρσενικών(και εμείς θα λέγαμε και των θηλυκών αδελφών) μετά από τον υποτιθέμενο φόνο του πατέρα, σύμφωνα με τον οποίο κανείς εφεξής δεν θα ζητήσει το σύνολο της εξουσίας για τον εαυτό του μονάχα. Αυτό που λείπει απ’ την πλευρά του μύθου, στην μορφή που του δίνει ο Φρόυντ, είναι ότι οι αδελφοί και οι αδελφές δεν μπορούν να κάνουν αυτή τη συμφωνία παρά συγχρόνως με την τοτεμοποίηση του σκοτωμένου πατέρα, δηλαδή με την τοτεμοποίηση του θεσμού ή των θεσμών. Αυτό που έχουμε μπροστά μας, αυτό που με τον τρόπο τους και οι Αρχαίοι Αθηναίοι και, ως ένα σημείο, οι Δυτικοί προσπάθησαν να κάνουν χωρίς να το επιτύχουν πλήρως, είναι, συγχωρέστε με για την βάρβαρη έκφραση, η πλήρης αποτοτεμοποίηση των θεσμών, η αναγνώριση βέβαια του ότι δεν μπορεί να υπάρξει ανθρώπινη κοινωνία χωρίς θεσμούς, αλλά και ότι αυτοί οι θεσμοί υπήρξαν πάντα και είναι δική μας δημιουργία, κάτω βέβαια από ορισμένους περιορισμούς, ότι πρέπει να αναγνωρίσουμε αυτό το γεγονός και να πάψουμε να ζητάμε υπερβατικές ή εξωκοινωνικές εξασφαλίσεις του νοήματος της ζωής μας, γνωρίζοντας ότι νόημα μπορεί να βρεθεί και να δημιουργηθεί μόνο μέσα και διαμέσου της δικής μας ελεύθερης και συνειδητής δραστηριότητας. Σας ευχαριστώ΄΄.
Για κάποιους όμως όλα αυτά σημαίνουν ότι ο Καστοριάδης έγινε στα στερνά του ένα είδος ψυχολόγου της μόδας που γράφει best seller του τύπου : ΄΄πώς να αλλάξετε τον τρόπο σκέψης σας΄΄ και δίνει συμβουλές σε περιοδικά της μόδας για βαριεστημένους νευρωτικούς μεσοαστούς. Ωραίο το παραμύθι σας αλλά δεν έχει δράκο!
Τώρα πόση διαστροφή χρειάζεται για να υποστηρίζουν κάποιοι ότι ο Καστοριάδης έφτασε να πρεσβεύει ότι η κοινωνία μας θα αλλάξει εάν αλλάξουμε τον τρόπο ζωής μας, τις αξίες μας ή τις φαντασιακές μας σημασίες σε ατομικό επίπεδο, απευθυνθείτε για να το βρείτε σε γνωστές σέχτες που χτίζουν εναλλακτικά μοντέλα επάνω στην κατασυκοφάντηση όλων των ΄΄αντιπάλων΄΄ απόψεων του χώρου.
--------- ****---------
Υ.Γ. Και ναι, θα συμφωνήσω κι εγώ με την εκτίμησή σου περί της περιττής σπατάλης χρόνου και χώρου για ξεκαθάρισμα δομικών λαθών τα οποία εν τη αφελεία σου και καλή τη πίστει αποδίδεις σε άγνοια ή ημιμάθειά μου σχετικά με το πρόταγμα της Π.Δ.
Είμαι πλήρως εμπαθής και προκατειλημμένος απέναντι στο εν λόγω πρόταγμα, συνελόντι ειπείν: Είμαι ο ταξικός εχθρός και η καλοπροαίρετη προσπάθειά σου να με διαφωτίσεις δεν πρόκειται να πιάσει τόπο. Συνέχισε το ευγενικό σου έργο με άλλα υποκείμενα που θα έχουν πιο εποικοδομητική στάση και θετική διάθεση.

Χαίρε
Δημήτρης
Ομάδα ΑΜΜΥ(=Αποδομισμού/Μεταμοντερνισμού/Μεταφυσικού Υπαρξισμού)

Ανώνυμος είπε...

Ευχαριστώ για τον κόπο σου και την πραγματικά τεράστια απάντηση που δυστυχώς λόγω χρόνου δεν έχω τη δυνατότητα να διαβάσω και να αναλύσω ενδελεχώς, αλλά θα προσπαθήσω να απαντήσω σε κάποιες πολύ βασικές κραυγαλέες διαστρεβλώσεις και αστοιχείωτες εντυπώσεις που βρήκα με μια πρώτη ανάγνωση και που δημιουργούνται από την προσπάθεια σου να συμβιβαστούν τα ασυμβίβαστα για να χωρέσουν στο καλούπι του ετερόνομου καστοριαδικού προτάγματος και της έμμεσης (αλλά και άμεσης όπως θα προσπαθήσω να δείξω παρακάτω) υπαγωγής της έννοιας της "αυτονομίας" στην ουσία βασικά ως ενός ετερόνομου ψυχαναλυτικού εργαλείου για την ερμηνεία της κοινωνίας και όχι της αυτονομίας ως αυτοσκοπού, όπως αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε εμείς με την ΠΔ.

Γράφεις:
«Α) Η αναφορά μου στην πλούσια βιβλιογραφία πάνω στο θέμα της σχετικής ή μερικής αυτονομίας του εποικοδομήματος σε συνάρτηση με τη οικονομική υποδομή και με την προσθήκη ότι εγώ διαφωνώ με την σχετική προβληματική, έγινε για να σου δείξω ότι ακόμη και στα πλαίσια μιας μαρξιστικού τύπου ανάλυσης δεν γίνεται αποδεκτή η άποψη ότι ένα ετερόνομο σύστημα δεν μπορεί να έχει αυτό καθεαυτό αυτόνομες συνιστώσες. Το να διαστρέφεις αυτήν την διευκρινιστική σύντομη παρέκβαση και να την μετατρέπεις σε φύκια για μεταξωτές κορδέλες, μπορεί να συνιστά πιασάρικη και συνήθη τακτική για το είδος του διαλόγου που διεξάγεται ανάμεσα σε εκπροσώπους γκρουπούσκουλων που μάχονται παθιασμένα για τη κατίσχυση επί της άποψης του αντιπάλου και μετέρχονται προς τούτο κάθε πρόσφορο μέσο, όχι όμως και μεταξύ ανθρώπων που θέλουν να είναι καλόπιστοι και ειλικρινείς συζητητές. »

Επιμένεις να θεωρείς ότι ένα ετερόνομο σύστημα και συγκεκριμένα αυτό της οικονομίας της αγοράς μπορεί να έχει αυτό καθεαυτό ετερόνομες συνιστώσες, χωρίς προφανώς να έχεις αντιληφθεί την εξήγηση που έκανα στην τελευταία απάντηση μου.

Προφανώς δεν χρησιμοποιούμε το παράδειγμα του... Μαρξ ή των φιλελεύθερων για να ερμηνεύσουμε την έννοια της αυτονομίας που τα βασικά τους δόγματα είναι ετερόνομα αλλά το παράδειγμα της αυτονομίας με την αρχική καστοριαδική και φωτοπουλική έννοια όπως έγραψα. Σε σχέση με το ότι διαφωνείς με τη βιβλιογραφία δεν είπα ότι συμφωνείς, αλλά αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι μου την “προβάλεις” ως μια πλούσια βιβλιογραφία που τελικά δεν έχει σχέση με την έννοια της αυτονομίας. Το μόνο, λοιπόν, που θα μπορούσα να εκμαιεύσω από μια τέτοια βιβλιογραφία σε σχέση με την αυτονομία είναι ότι οι ετερόνομες παραδόσεις (τμήμα των οποίων είναι οι βασικές αρχές της βιβλιογραφίας για την "αυτονομία" όπως την ορίζουν οι φιλελεύθεροι, μαρξιστές κτλ. στοχαστές) έχουν εκλεκτικές συγγένειες μεταξύ τους, κάτι που τελικά ακόμα περισσότερο ενισχύει την άποψη ότι δεν υπάρχουν καθεαυτές αυτόνομες συνιστώσες σε ετερόνομα συστήματα και θεσμούς όπως έγραψα.
«Β)Ήδη στην αρχή της παραγράφου μετέφερα αυτολεξεί την φράση σου ΄΄η αυτονομία έρχεται πάντα απ’ έξω από την ετερονομία΄΄ και κάποιες σειρές πιο κάτω γράφω ΄΄σε αυτή την προοπτική η αυτονομία έρχεται απ’ έξω-από πού άραγε;΄΄, είναι όμως σαφές ότι η σε αυτό το σημείο παράλειψη είναι επουσιώδης, γίνεται για λόγους οικονομίας και μόνο εκείνος που θέλει να ανακαλύψει σώνει και καλά λαθροχειρία μπορεί να την βλέπει κιόλας εδώ. »

Αφού λοιπόν έχεις συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα, δηλαδή την απάντηση μου ότι η “αυτονομία έρχεται έξω από την ετερονομία” με το ότι “η αυτονομία έρχεται απ' έξω...”... προσθέτοντας το... “εντυπωσιακό” “από πού άραγε;;”, τότε ή αυτό είναι κάτι που επιβεβαιώνει κάποια τάση που έχεις να φάσκεις και να αντιφάσκεις σε κάποια σημεία ή ότι αφού έχουμε φτιάξει τον “αχυράνθρωπο” της “αφελούς” υποτίθεται ερώτησης που κάναμε σε κάτι που ουδέποτε είπα, μετά φτάνουμε σε διάφορα βαθυστόχαστα στην ταυτολογία τους ερωτήματα του παρακάτω τύπου, στα οποία απάντησα στην προηγούμενη απάντηση μου:
«Σε αυτή την προοπτική η αυτονομία έρχεται απ’ έξω-από πού άραγε; Σε ποιο έδαφος βλασταίνει; που αναπτύσσεται; και γιατί να χτυπήσει την πόρτα της ετερονομίας; Ποιος ο λόγος να το κάνει και να μην μείνει εκεί που βρίσκεται αντί να πάει να μολυνθεί από την επαφή της με την ετερονομία; Πότε σε ποια περίοδο της ιστορίας ένα καινούργιο πρόταγμα αναπτύχθηκε έξω από το εκάστοτε ισχύον κοινωνικό σύστημα; Και τι σημαίνει στα πλαίσια του κοινωνικοϊστορικού κόσμου η άποψη της απ’ έξω εισαγωγής μιάς ιδέας, ενός κινήματος, μιάς στάσης ζωής; Ταυτολογικό πλην όμως αληθές: Ό, τι συμβαίνει εντός αυτού του πεδίου, συμβαίνει εντός αυτού του πεδίου, πέραν τούτου ουδέν, ούτε επείσακτο ούτε και παρείσακτο μπορεί να είναι. »
Στη συνέχεια:«“Μέσα σε όλο αυτό το καταιγιστικό κομφούζιο ξεχωρίζουν με την εκτυφλωτική τους λαμπρότητα κάποιες εκφράσεις , όπως αυτή: ΄΄οι όροι ενός ριζοσπαστικού κινήματος υπάρχουν και αυτό λέγεται Περιεκτική Δημοκρατία΄΄, όπερ εστί μεθερμηνευόμενο: ΄΄ Ανάβλεψε επιτέλους κακόμοιρε τυφλέ και αδαή άνθρωπε. Η αλήθεια έχει ευρεθεί, οι δέκα εντολές εδόθησαν, τελεία και παύλα.΄΄ “»
Μπα, οι όροι ενός προτάγματος για να βρίσκουμε την δική μας αλήθεια υπάρχουν, - αυτή είναι μια εξίσου σημαντική έννοια της αυτονομίας- κάτι που δεν θέλει νομίζω και πολύ νοητική προσπάθεια για να καταλάβει κάποιος τη διαφορά με το ότι “έχουμε βρει την αλήθεια μας και τελείωσε” και τα λοιπά εξυπνακίστικα (και επιμένοντα.. ισοπεδωτικά) και όπως έγραψα εκτενώς και επισταμένα στην προηγούμενη απάντηση μου, κάποιος ο οποίος επιλέγει αξιωματικά/αυτοστοχαστικά την αυτονομία έναντι της ετερονομίας μπορεί πάντα να αμφισβητήσει φυσικά τους υπάρχοντες όρους του προτάγματος της ΠΔ, αλλά μάλλον όχι κάποιος που προσπαθεί να συμβιβάσει τα... ασυμβίβαστα προς χάριν ενός φαινομενικού διαλεκτικού “πλουραλισμού” που καταλήγει κατ' εμέ έμμεσα στον κομφορμισμό και στο πραγματικό "κομφούζιο".

«στην επίμαχη παράγραφο του κειμένου μου; Εκεί διαβάζουμε λοιπόν: ΄΄ Εγώ νομίζω ότι η αυτονομία ως κίνημα, πνευματική στάση, αμφισβήτηση των ειδώλων της φυλής, δηλ. της θεσμισμένης παράστασης του κόσμου και των εκμεταλλευτικών θεσμών, συνυπήρξε σε σχέση συνεχούς και δημιουργικής έντασης με την ετερονομία και την μόλυνε επαρκώς έτσι ώστε να μπορούμε εμείς σήμερα να διαδηλώνουμε, να εκφράζουμε τις διαφωνίες μας, να σκεφτόμαστε κριτικά και να συζητούμε για τους όρους διαμόρφωσης ενός ριζοσπαστικού κινήματος.΄΄ Μήπως ως άλλος Ναζωραίος που έκανε το νερό – κρασί, μετέτρεψες την ένταση σε σύνθεση; »
Το “και την μόλυνε επαρκώς” εγώ το θεωρώ μια προσπάθεια ενός είδους “σύνθεσης” αυτονομίας και ετερονομίας αγαπητέ, διότι προσπαθείς να συμβιβάσεις ετερόνομους θεσμούς με αυτόνομες -και καλά- συνιστώσες στους θεσμούς αυτούς ή στα ετερόνομα παραδείγματα (που εμείς κρίνουμε ποια είναι, ούτε ο Κ. ούτε ο Φ.). Η προσπάθεια εύρεσης των θεμελιακών διαφορών μεταξύ αυτονομίας και ετερονομίας, των παραδόσεων και των θεσμών είναι αυτοσκοπός για κάθε δυνάμει αυτόνομο ελευθεριακό άνθρωπο καθώς και για το πρόταγμα της ΠΔ (γι' αυτό και η ΠΔ αποτελεί σύνθεση των ρευμάτων της αυτονομίας και υπέρβαση αφού προτείνει συνολικούς θεσμούς και παραδείγματα συμβατά με αυτήν) και όχι απλά ένα “παράπλευρο” παρα-φιλολογικό εκφραστικό μέσο όπως ίσως προβάλλεις την υποτιθέμενη “μόλυνση” της ετερονομίας. Όπως εξήγησα στην προηγούμενη απάντηση, χωρίς να ισοπεδώνω όλα τα είδη ετερονομίας όπως κάνουν κάποιοι “αυτόνομοι” και “αυτόνομες” ομάδες που ισοπεδώνουν π.χ. το σιωνιστικό κίνημα με το νέο αραβικό ανορθολογισμό που είναι κατά κύριο λόγο αποτέλεσμα του κινήματος αυτού και της επέκτασης του συστήματος, και επίσης το διεθνοποιημένο σύστημα της αγοράς με τον πολιτικό ολοκληρωτισμό του υπαρκτού, δεν υπήρξε κανενός είδους ουσιαστική “μόλυνση” της ετερονομίας από την αυτονομία, που μάλιστα να μας επιτρέπει να διαδηλώνουμε κτλ. (η μόλυνση-σύνθεση!) αλλά σφαίρες της αυτονομίας στην κοινωνία που απλά “δεν αγγίζονται” από την ετερονομία, λόγω της διαρκούς κοινωνικής πάλης κτλ.
«Δημιουργία είναι και τα Γκουλάγκ και ο Παρθενώνας, και η ελληνική πόλις και ο καπιταλισμός, δηλ. οτιδήποτε δημιουργεί ο άνθρωπος. »

Μπα, δημιουργία με την έννοια της "δυνατότητας δημιουργίας" (που είναι η μόνη πραγματική έννοια διότι βέβαια αν δεν καθορίζεις εσύ τους ίδιους τους όρους της δημιουργίας τότε δεν είναι δημιουργία), όπως έχει γράψει για τη δημιουργία και την πραγματική της έννοια στο βιβλίο “Η Αρχαία Αθηναϊκή Δημοκρατία και η σημασία της για εμάς σήμερα” ο Κ., δεν είναι ούτε τα γκουλάγκ ούτε ο καπιταλισμός εκτός και αν "δημιουργία" είναι το να χτίζουν οι ελίτ θεσμούς κτλ. που διαιωνίζουν και επιτείνουν την ετερόνομη παράδοση, δηλαδή τη μη-αμφισβήτηση και την αποδοχή των δοσμένων αληθειών, τη πεμπτουσία δηλαδή του αναμασήματος του υπάρχοντος και του υπαρκτού. Δημιουργία είναι το να ανακαλύπτουμε τη δική μας αλήθεια και να δημιουργούμε τον κόσμο μας μέσα από τους θεσμούς που κατοχυρώνουν την ισοκατανομή δύναμης και την δημοκρατία σε μια αυτόνομη κοινωνία. Η αρνητική έννοιακ της "δημιουργίας" που αναφέρεις θεωρώ ότι δεν είναι δημιουργία, καθώς σαφώς και η δημιουργία συνδηλώνει κάτι το θετικό, μια έκφραση αυτονομίας.

Ξεκινάς μετά για να μας πείσεις υποτίθεται για το ότι ο Καστοριάδης δεν εννόησε ότι “η αυτονομία έρχεται έξω από την ετερονομία” όπως έγραψα, με τα εξής κυρίως χωρία:
«1)ΚΑΙΡΟΣ σελ. 89-90: ΄΄ Το πρόταγμα της αυτονομίας, που γεννήθηκε στην Ευρώπη, πολύ απέχει από το στάδιο της πραγμάτωσής του: γι’ αυτό το να αποκαλούμε τις δυτικές κοινωνίες «δημοκρατικές» αποτελεί γλωσσικό αμάρτημα ή εξαπάτηση. Οι «ευρωπαϊκές» κοινωνίες παραμένουν κοινωνίες μεικτές, με δυαδική θέσμιση, όπου ο κοινωνικός καταμερισμός, η κυριάρχηση από τον γραφειοκρατικό καπιταλισμό και ο ιμπεριαλισμός προς τον Τρίτο Κόσμο συνυπάρχουν με τα δημοκρατικά στοιχεία που οι αγώνες των λαών κατάφεραν να επιβάλουν στη θέσμιση της κοινωνίας. Αποτελούν, αν μιλήσουμε με ακρίβεια, φιλελεύθερες ολιγαρχίες. Μα το πρόταγμα της αυτονομίας εξακολουθεί να τις ζυμώνει και τις έχει κιόλας ουσιαστικά μεταμορφώσει. Οι θεσμοί και τα δικαιώματα που επιτρέπουν στα άτομα να ζουν λίγο πολύ τη ζωή τους όπως νομίζουν, και να δρουν πολιτικά εάν το θέλουν۬۬˙ η ίδια η ύπαρξη ατόμων που μπορούν να αμφισβητήσουν την αρχή, να αντιταχθούν στις εξουσίες, να πολεμήσουν την αδικία ακόμη κι αν δεν τους θίγει προσωπικά-όλα αυτά δεν είναι τυπικά στοιχεία, συνιστούν βαθιά διαφορά ως προς την ίδια την υφή της κοινωνίας. Κι όλα αυτά δεν ξεφύτρωσαν από τη γη ούτε δόθηκαν από το θεό-κι ούτε πάλι παραχωρήθηκαν από τον καπιταλισμό. Αποτελούν το προϊόν μακραίωνων αγώνων, το έπαθλο βουνών από πτώματα και ωκεανών αίματος. Αυτό δεν κάνει τις «ευρωπαϊκές» κοινωνίες ιδεώδεις ούτε αυτόνομες˙μα τις καθιστά εξαιρετικά πολύτιμο ιστορικό υπόβαθρο-πολύτιμο γιατί είναι λίγο πιθανό και εύθραυστο- στο οποίο μπορεί να χτιστεί κάτι άλλο. Εκείνο που απειλείται θανάσιμα αυτή τη στιγμή, στην ουσία του, δεν είναι ούτε ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός ούτε τα καθεστώτα των βασανιστών που εξαρτώνται από αυτόν. Η αντικατάσταση της Αμερικής από την ρωσία και των αργεντινών αστυνομικών από συναδέλφους του κ.Αντρόποφ το μόνο που θα επέφερε θα ήταν η τελειοποίηση του συστήματος κυριαρχίας. Εκείνο που απειλείται είναι η δημοκρατική συνιστώσα των «ευρωπαϊκών κοινωνιών» και ό,τι περιέχει σαν μνήμη, πηγή έμπνευσης, σπόρο και ελπίδα προσφυγής για όλους τους λαούς του κόσμου΄΄ »
Αν διάβαζες πιο προσεκτικά αυτά που έγραφα θα έβλεπες ότι καταρχάς το ίδιο γράφω κι εγώ (κατ' επανάληψη μάλιστα): ότι μια ετερόνομη κοινωνία δεν σημαίνει ότι δεν έχει σπέρματα αυτονομίας μέσα της. Εκτός λοιπόν μιας διαπίστωσης της παράπλευρης απώλειας ενός Καστοριάδη που φαίνεται να είχε εντρυφήσει σε μια εκλεπτυσμένη μορφή της ψυχανάλυσης, τμήμα της ετερόνομης παράδοσης και του στρεβλωτικού υποκειμενισμού του(ειδικά με τις αθλιότητες περί της αντικατάστασης της Αμερικής με τη Ρωσία που τα διαβάζει κάθε ορθολογικός μελετητής στη Δύση κι Ανατολή και γελάει και μόνο κάτι ελληνορθόδοξοι τύπου Γιανναρά, Ζουράρι και Σαββίδη τα παίρνουν σοβαρά, ενώ η τωρινή σοσιαλφιλελεύθερη δημοκρατία αποκτά σαφή ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά παγκοσμίως- σώθηκε.. έτσι η ανθρωπότητα από τους "Ρώσους").

Παρόλα αυτά, σε μια ετερόνομη κοινωνία σαφώς και υπάρχουν αυτόνομοι μικρο-θεσμοί, όπως αυτόνομες/δημοκρατικές π.χ. ήταν και είναι οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων σε κάποια συνδικάτα ή στέκια ή συλλογικότητες στο κοινωνικό πεδίο, κάποιες κολλεκτίβες, τα σχήματα LETS κτλ. που έχουν αναλυθεί πολλάκις από την ΠΔ ως μερικώς και μονοθεματικοί αυτόνομοι θεσμοί (με την έννοια που εξήγησα στην προηγούμενη μου απάντηση). Εγώ όμως αγαπητέ, που κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις, δε μίλησα για αυτόνομους θεσμούς όπως αυτούς που φαίνεται να εννοεί (χωρίς βέβαια να κατονομάζει κιόλας, πιστός στον θεσμικό αγνωστικισμό του ο Κ. για να δούμε και πόσα απίδια πιάνει ο σάκος πέρα από τις αέναες αφαιρέσεις του), μίλησα για ετερόνομους θεσμούς που είναι καθοριστικοί σε μια ετερόνομη κοινωνία, όπως είναι θεμελιακός ο ετερόνομος πολιτικός θεσμός της φιλελεύθερης ολιγαρχίας.

Επίσης, σαφώς και, όπως είπα- με σαφήνεια πιστεύω- οι κατακτήσεις της αυτονομίας είναι προϊόν μακραίωνων αγώνων και αυτές χρησιμοποιούμε για να χτίσουμε αυτόνομους περιεκτικούς θεσμούς σε όλο το εύρος της κοινωνίας. Σε ό,τι αφορά τα “δικαιώματα”, ο Καστοριάδης χρησιμοποιεί την έννοια των δικαιωμάτων για αυτό που εγώ λέω “κατακτήσεις” και “ελευθερίες”, δηλαδή κατακτήσεις της αυτόνομης παράδοσης και της ελευθερίας. Μπορεί να είναι μια σχετική υπεκφεύγουσα αλχημεία που κάνει καθώς ειδικά τα αστικά δικαιώματα λίγη σχέση έχουν με ελευθερίες ατομικές και συλλογικές αλλά είναι καθαρές παραχωρήσεις από τις ελίτ μέσα από την κοινωνική πάλη, όμως υπάρχουν και τα δικαιώματα δεύτερης γενιάς (σοσιαλιστικά, κοινωνικά κτλ.) τα οποία είναι πολύ πιο κοντά σε αυτές τις κατακτήσεις από τα αστικά "δικαιώματα". Μάλιστα αν τα θεμελιώδη δικαιώματα (και όχι απλά τα αστικά και ατομικά) τα δούμε ολιστικά και όχι αποσπασματικά, τότε πράγματι μπορούμε να μιλάμε για “μερικές ελευθερίες” (ή "μερικά δικαιώματα” κατά τον Κ.) που κατακτώνται με την έννοια που ανάλυσα στο προηγούμενο άρθρο ότι αφορούν τη διασφάλιση της αυτονομίας σε κάποιες σφαίρες ή μικρο-σφαίρες της κοινωνικής οργάνωσης, ενώ βέβαια και σε μια ΠΔ θα υπάρχουν δικαιώματα που θα κατοχυρώνουν την ατομική και συλλογική αυτονομία για όλους τους πολίτες που όμως δεν θα έχουν σχέση με τα αστικά δικαιώματα που προϋποθέτουν την ύπαρξη ετερόνομων θεσμών.

Παρόλα αυτά, ενώ ο Καστοριάδης ταυτίζει με ευκολία και ελαφρώς "μπακαλίστικα" – χάριν υποτίθεται ενός “οικονομικού” φιλολογικού ύφους- ολόκληρη την ετερόνομη κοινωνία με τον ίδιο τον... θεσμό της φιλελεύθερης δημοκρατίας(!) και το κοινωνικό παράδειγμα του, αν κάτι τέτοιο το έκανε έστω και σχηματικά ο Φωτόπουλος, ταυτίζοντας την ετερόνομη κοινωνία π.χ. με το ίδιο το σύστημα της οικονομίας της αγοράς (και όχι απλά με τη φιλελεύθερη ολιγαρχία που είναι βασικό συμπλήρωμα του συστήματος), θα έτρεχαν κάποιοι...καλόπιστοι να τον ονομάσουν άκρατο ντετερμινιστή, στρουκτουραλιστή και τα λοιπά χαριτωμένα και ανόητα, όπως έγινε σε ένα βαθμό στο πρώτο σου άρθρο και βλέπω συνεχίζει ακόμα και τώρα. Επειδή όμως ήταν ο Καστοριάδης που το είπε, τότε δεν είναι μπαρούφα και ισοπέδωση των κοινωνικών ατόμων και των κοινωνιών στις δομές...Κατά τ' άλλα μιλάμε για καλόπιστη και αυτόνομη κριτική...
«4)ΟΙ ΟΜΙΛΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, σελ. 105: ΄΄Το αποτέλεσμα της ιστορίας..…είναι ότι, παρά τον Ναπολέοντα και τον Λουδοβίκο τον 18ο και το 1830, υπάρχει ένα τεράστιο κατάλοιπο, τα δικαιώματα του Ανθρώπου, η Διακήρυξη της Αρχής της Κυριαρχίας του Λαού- αυτό να μην το ξεχνάμε, γιατί ως τότε οι βασιλείς ήταν βασιλείς θείω δικαίω. Η διακήρυξη ότι κάθε εξουσία πηγάζει από τον λαό και δεν μπορεί να ασκηθεί παρά εν ονόματί του είναι μια απ’ τις πρώτες προτάσεις της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη. Απ’ όλη αυτή την ιστορία μένει λοιπόν η φιλελεύθερη κοινωνία, όπως περίπου τη γνωρίζουμε.΄΄
4)Στο ίδιο, σελ. 113: ΄΄ Μέσα από αγώνες στους οποίους και η αστική τάξη έπαιξε φυσικά ρόλο και η μικροαστική και αργότερα τεράστιο ρόλο η εργατική τάξη, και ως κατάλοιπο αυτών των αγώνων, έμειναν αυτά που χαρακτηρίζονται σήμερα ως δημοκρατικοί ή φιλελεύθεροι θεσμοί σ’ αυτές τις χώρες. Αυτοί οι θεσμοί δεν ήτανε ποτέ δώρο των κυρίαρχων, ούτε δώρο των καπιταλιστών, ούτε αναγκαία αποτελέσματα του οικονομικού συστήματος. Κατακτήθηκαν με σειρά αγώνων, εστοίχισαν βουνά πτωμάτων και ποταμούς αιμάτων.΄΄ »

Πάλι εδώ μου τα παραθέτεις αυτά ως... τεκμήρια χωρίς να αντιλαμβάνεσαι ότι κανείς δε μίλησε για “δώρο” των κυρίαρχων για κάποιους θεσμούς αλλά σε πολλές περιπτώσεις τα αστικά δικαιώματα ήταν παραχωρήσεις στο λαό από φιλελεύθερους θεσμούς. Άλλο δώρο, άλλο ελευθερίες/κατακτήσεις και άλλο ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΕΙΣ και που σημαίνει ότι αναγκάστηκαν οι ελίτ μέσα από την κοινωνική πάλη να δώσουν κάποια αστικά ή σοσιαλιστικά δικαιώματα. Δώρο σημαίνει ότι “σου κάνουμε κι ένα δωράκι επειδή σε συμπαθήσαμε”. Φυσικά στο συγκεκριμένο χωρίο και σε άλλα από τις “Ομιλίες στην Ελλάδα”, ενταγμένος πλέον στον υποκειμενισμό και το ιδεολογικό βόλεμα του, ο Κ. κάνει και αλχημείες, καθώς έχει δειχτεί από ελευθεριακή σκοπιά(βλ. Ellen Wood, αλλά και τους ίδιους τους πατέρες της αντιπροσωπευτικής “δημοκρατίας”) ότι ο θεσμός της αντιπροσωπευτικής “δημοκρατίας” δεν ήταν ούτε παραχώρηση ούτε καν “δώρο”, αλλά εξουσιαστικό εφεύρημα που είχε ακριβώς στόχο “from day one” που λένε τη μη δυνατότητα ούτε καν στοιχειώδους “αντιπροσώπευσης” του λαού, καθώς ο τύπος αυτός ολιγαρχίας προϋπέθετε μια πολυάριθμη κοινωνία στην οποία κάθε “εκπροσώπηση” θα ήταν αδύνατη και μάλιστα οι “Πατέρες” οι ίδιοι έλεγαν για την ανάγκη αυτοί να κυβερνούν γιατί γνωρίζουν καλύτερα κτλ. Ο βασικός φιλελεύθερος ετερόνομος πολιτικός θεσμός της αντιπροσωπευτικής “δημοκρατίας” ή ρεπούμπλικας(που και ο Κ. συμφωνεί ότι είναι ετερόνομος σύμφωνα και με τα παραπάνω) δεν ήταν ούτε παραχώρηση ούτε βέβαια δώρο στο “αυτόνομο κίνημα” - αλλά ίσως δώρο σε ένα τμήμα της νέας αστικής τάξης.

Δημιουργήθηκε και επεκτάθηκε μέσα από φοβερή βία των κρατικών ελίτ ελλείψει ενός μαζικού κοινωνικού κινήματος (το οποίο δεν ήταν το αστικό ούτε το φιλελεύθερο βέβαια) που θα κοινωνικοποιούσε την παραγωγή, την οικονομία και την πολιτεία μέσα στο πλαίσιο της βιομηχανικής επανάστασης και μάλιστα με βία ενάντια στις δημοκρατικές κοινότητες αρχικά της Νέας Αγγλίας στην Αμερική αλλά και αλλού, στις συνομοσπονδίες των ελεύθερων πόλεων στην Ευρώπη κτλ. Συνεπώς, πέρα από τον Κ. και τη φιλοσοφία για τη φιλοσοφία καλό είναι να λαμβάνουμε υπόψη από ελευθεριακή σκοπιά και στοιχειώδη ιστορικά, ανθρωπολογικά και κοινωνιολογικά δεδομένα ώστε να μπορούμε να κάνουμε τις απαραίτητες συνδέσεις με την αυτονομία και την ετερονομία.

Μετά συνεχίζεις:
«΄΄Φυσικά, η διάκριση «αυτονομία/ετερονομία» δεν καθιερώνει κάποια στεγανά πεδία. Αυτόνομες και ετερόνομες μορφές κοινωνικής οργάνωσης ιστορικά αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και στοιχεία και των δύο παραδόσεων μπορεί να συνυπάρχουν στην ίδια κοινωνία. Για παράδειγμα, όπως είδαμε στο 5ο κεφάλαιο, η αθηναϊκή δημοκρατία ήταν μια μορφή κοινωνίας που ενσωμάτωνε ισχυρά στοιχεία αυτονομίας(άμεση δημοκρατία-όσον αφορά στους ελεύθερους πολίτες), αλλά και ετερονομίας(οικονομική ανισότητα, ανισότητα των φύλων, δουλεία-όσον αφορά στους υπόλοιπους). “»
Πάλι εδώ μου παρουσιάζεις χωρία στα οποία συμφωνώ καταφανώς και με σαφήνεια ήδη στο τελευταίο μου άρθρο και μάλιστα αυτό ακριβώς που γράφει παραπάνω ο Κ. είπα κι εγώ για τη συνύπαρξη αυτόνομων και ετερόνομων παραδόσεων σε μια ετερόνομη ή και αυτόνομη κοινωνία και ότι το θέμα είναι ποιο είναι το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα που πηγάζει από τους κυρίαρχους θεσμούς μιας τέτοιας κοινωνίας. Απορώ λοιπόν ποιος προσπαθεί να βάλει στο καλούπι τον άλλον.

Μετά λες:
«Εγώ έγραψα: ΄΄ Πότε σε ποιά περίοδο της ιστορίας ένα καινούργιο πρόταγμα αναπτύχθηκε έξω από το εκάστοτε ισχύον κοινωνικό σύστημα;΄΄ Τι καταλαβαίνει από αυτό ένας μέσος λογικά σκεπτόμενος αναγνώστης; Ότι εδώ ο γράφων εννοεί πως η ανάπτυξη καινούργιων ιδεών, οραμάτων, απόψεων, αναπτύχθηκαν πάντα εντός ενός δεδομένου κοινωνικού συστήματος. Αλλά καθώς φαίνεται έχω να κάνω με κάποιον βαθύ νου που διαβάζει πίσω από τις γραμμές κι ανασύρει κρυφά νοήματα και υπόρρητες ταυτίσεις, όπως αυτή που υποτίθεται ότι διαπράττω ΄΄ταυτίζοντας το καστοριαδικό πρόταγμα της αυτονομίας με την ίδια την αυτονομία΄΄. Εξ ιδίων κρίνεις τα αλλότρια αγαπητέ. »
Σε ό,τι αφορά το ζήτημα με το πρόταγμα, υποτίθεται ότι όλος ο αρχικός διάλογος ήταν για την αυτονομία, δηλ. για την παράδοση της αυτονομίας και όχι για το πρόταγμα, οπότε αν δεν έγινε σκόπιμα όπως φαίνεται το “άλμα” σου από την αυτονομία στο καστοριαδικό “πρόταγμα της αυτονομίας” συγγνώμη και πιθανόν σε παρεξήγησα. Επί της ουσίας όμως σε αυτό πάλι απάντησα αγαπητέ, ότι μέσα στην κοινωνία την οποία ετεροκαθορίζει σε κάποιες σφαίρες ή πλαίσια (οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό, οικολογικό κτλ.) ένα ετερόνομο κοινωνικό σύστημα, μπορεί να έρθει σε ρήξη ένα κομμάτι του πληθυσμού διότι υπάρχει δευτερεύουσα η παράδοση της αυτονομίας κτλ. (π.χ. μέσα από τις μεθόδους της επιστήμης, την κοινωνική αυτοοργάνωση κ.α.) που προέρχεται από ρήξεις και ριζική αμφισβήτηση με τη διαδικασία της ετερόνομης κοινωνικοποίησης και του κυρίαρχου κοινωνικού παραδείγματος.

Γι' αυτό λοιπόν εννοείται ότι σε ένα δεδομένο συστημικό πλαίσιο κάθε φορά γίνονται οι ρήξεις, όπως έγραψα και στην παραπάνω απάντηση, όμως το ζήτημα είναι αν το πρόταγμα ή γενικότερα το φαντασιακό που επικρατεί κάθε φορά έχει στόχο την αναπαραγωγή ή τη νομιμοποίηση του πλαισίου ή τη συνολική αμφισβήτηση του καθώς και των αιτιών που δημιουργούν ετερόνομα πλαίσια και θεσμούς (που έχει βέβαια σχέση και με το ταξικό υπόβαθρο του καθενός και την ταξική αναπαραγωγή του συμβατού με το σύστημα φαντασιακού) και επίσης αν το ίδιο το “συστημικό” πλαίσιο επιτρέπει τη ρήξη στο συλλογικό, τη ρήξη με τους θεσμούς και τη δημιουργία νέων θεσμών, όπως μπορεί να γίνει μόνο σε μια πραγματική δημοκρατία. Σε αυτήν την απάντηση, ακριβώς λόγω του ότι η ΠΔ χρησιμοποιεί την έννοια του κυρίαρχου κοινωνικού παραδείγματος και των δευτερευόντων παραδειγμάτων μπορεί να απαντήσει, ενώ ο Κ. βάζοντας ένα μάγμα φαντασιακών που είναι στην πράξη αταξικό δεν μπορεί, όπως έδειξα στο προηγούμενο άρθρο.

Μετά, αφού έχεις υποτίθεται καταδείξει με τα παραπάνω και άλλα παρόμοια το γεγονός ότι υπάρχει ... "μόλυνση" της ετερονομίας από την αυτονομία και ότι οι ετερόνομοι θεσμοί έχουν αυτόνομες συνιστώσες βγάζεις τα εξής αυτο-"θριαμβευτικά" συμπεράσματα:
«“Επειδή υπέπεσες στην καραμπινάτη γκάφα με την άποψη ΄΄ότι η αυτονομία έρχεται πάντα απ’ έξω από την ετερονομία΄΄ και ο υπερφίαλος εγωισμός σου δεν σου επέτρεψε να προβείς σε mea culpa αλλά σε ώθησε σε δεύτερο χρόνο να επιδοθείς σε λογικές ακροβασίες και τσαρλατανισμούς για να μπαλώσεις το προηγηθέν ολίσθημα , επιστρατεύοντας προς τούτο και τον Φωτόπουλο μόνο που εκείνος είναι πολύ προσεκτικότερος στις διατυπώσεις του και στην συνέχεια του χωρίου του που προανέφερα κάνει τη διάκριση αυτονομίας και ετερονομίας προσπαθώντας να κάνει σαφέστερη την αδυνατότητα θεμελίωσης οποιασδήποτε εξελικτικής πορείας μεταξύ των παραδόσεων της αυτονομίας και της ετερονομίας, στα πλαίσια της πολεμικής του προς τον Μπουχτσινικό διαλεκτικό νατουραλισμό. Άλλο το ένα και άλλο το άλλο και αν δεν καταλαβαίνουμε κάτι καλά το διαβάζουμε και το ξαναδιαβάζουμε πριν ανοίξουμε το στόμα να απαντήσουμε, γιατί αλλιώς γινόμαστε καταγέλαστοι. “»
Έτσι λοιπόν ανάγεται σε τραγελαφικό το παραπάνω χωρίο περί “γκάφας” και στο οποίο προσπαθείς πάλι με σοφιστείες να μπλέξεις την εξελικτική διαδικασία του Μπούκτσιν με αυτό που είπα και τεκμηρίωσα ότι η "αυτονομία έρχεται έξω από την ετερονομία", μέσα φυσικά από τη συνολική αμφισβήτηση κάθε δεδομένης παράδοσης, δηλαδή της παράδοσης της ετερονομίας - κάτι που προϋποθέτει νοητική ή/και θεσμική αποστασιοποίηση από αυτή (απ' έξω από αυτήν) και όχι "μόλυνση" και άλλα υπερβατικά παρα-φιλολογικά-, κάτι που δεν έχει απολύτως καμία “εξελικτική τάση” βέβαια όπως ατυχώς θες να διαστρεβλώσεις.

Στη συνέχεια μάλιστα, επειδή μάλιστα φαίνεται ότι εσύ έχεις συλλάβει το φιλοσοφικό “corpus” του Κ. ενώ εγώ όχι, γράφεις:
«“Όμως ο ορυμαγδός συνεχίζεται: ΄΄ Η αυτονομία αποτελεί παράδοση η οποία είναι εγγενής στα ανθρώπινα υποκείμενα (ακόμα και στα ετερόνομα), αλλά με διαφορετικούς βαθμούς συνειδητότητας και αναπτύσσεται..κλπ,κλπ΄΄.
Τι διαβάζουν τα ματάκια μας και τι ακούν τ’ αυτιά μας; Εγγενής παράδοση η αυτονομία; Μήπως αυτοαποδομείσαι και δεν τόχεις καταλάβει; Δηλαδή εγγεγραμμένη στα γονίδιά μας, στη φύση μας; Και η προσθήκη ΄΄των διαφορετικών βαθμών συνειδητότητας΄΄ το σώνει; »
Αν προσπαθούσες να είσαι ουσιώδης μελετητής της πραγματικής αυτονομίας και όχι απλά συλλέκτης ρήσεων (υποκειμενιστικών,αντιφατικών, ψυχαναλυτικών αλλά και...αυτόνομων) του Κ. θα είχες υπόψη ότι το γεγονός πως αυτό που έγραψα, ίσως λίγο άκομψα ότι η “αυτονομία αποτελεί παράδοση που είναι εγγενής στα ανθρώπινα υποκείμενα σε διάφορα επίπεδα συνειδητότητας”, αφορά τα σπέρματα της αυτονομίας τόσο στη σκέψη όσο και στις ίδιες τις κοινωνίες όπου υπάρχουν σπέρματα αυτονομίας σε διαφορετικούς βαθμούς. Αν αυτό δεν έγινε τόσο σαφές επειδή μίλησα για παράδοση αυτονομίας και όχι “σπέρματα αυτονομίας” στα κοινωνικά άτομα, τότε mea culpa.

Συνεπώς, το “εγγενής” στα υποκείμενα ( στα κοινωνικά υποκείμενα/κοινωνικά άτομα που υφίστανται μια διαδικασία κοινωνικοποίησης από την πρώτη μέρα της ζωής τους) δεν είναι το ίδιο με το “έμφυτη”, ούτε δηλώνει κάποια έμφυτη τάση των ανθρώπων, της κοινωνίας για αυτονομία (ή το αντίθετο), έμμεσα ή άμεσα, αλλά απλά δηλώνει τη, νομίζω κοινά αποδεκτή διαπίστωση ότι τα υποκείμενα/κοινωνικά άτομα υπόκεινται σε μια διαδικασία κοινωνικοποίησης η οποία περιλαμβάνει και δευτερεύοντα – ακόμα και ασήμαντα- ή πρωτεύοντα (ανάλογα με το κυρίαρχο και τα υπόλοιπα κοινωνικά παραδείγματα) σπέρματα αυτονομίας τα οποία υιοθετούνται σε κάποιο βαθμό, υποσυνείδητα ή περισσότερο συνειδητά. Το αν θα επιλέξουν όμως συνειδητά τα κοινωνικά άτομα την αυτονομία ως ένα κοινωνικό, πολιτικό πρόταγμα ή όχι όμως είναι θέμα καθαρά μιας συνειδητής, αυτοστοχαστικής επιλογής και όχι κάποιας τάσης ή προδιάθεσης γι' αυτό.

Επειδή φαίνεται όμως ότι οδηγείσαι σε αυτές τις φοβερές... “ανακαλύψεις” επειδή πιθανόν ακόμα δεν μπορείς να κατανοήσεις την έννοια της αυτονομίας, σπέρματα της αυτόνομης παράδοσης υπάρχουν π.χ. και σε πολύ στοιχειώδεις κοινές μεθόδους χρήσης του ορθού λόγου και τεχνικών από τον άνθρωπο για να επιβιώσει αυτός και η κοινότητα του (αυτό που η Arendt αποκαλεί labor, “μόχθο”), σε απλές τεχνικές χρήσης εργαλείων ή ερμηνείας και λύσεις κοινωνικών προβλημάτων της καθημερινότητας, στη στοιχειώδη αυτοοργάνωση, στις μεθόδους της επιστήμης και αλλού, ακόμα ίσως και στον ελεύθερο αμοιβαίο έρωτα, στην αλληλεγγύη των κοινοτήτων κτλ. συνεπώς είναι πράγματι σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό “εγγενές” ή αν προτιμάς “συνυπάρχον” “το σπέρμα της αυτονομίας” στα κοινωνικά άτομα στο υποκειμενικό επίπεδο, αλλά σε εντελώς διαφορετικούς βαθμούς συνειδητότητας και σε μικρότερες ή μεγαλύτερες σφαίρες της σκέψης και της καθημερινής Πράξης.

Αλλιώς σύμφωνα με τη λογική σου κάποια άτομα θα ήταν απλά ετερόνομα "αυτόματα" (αφού δεν θα είχαν σε καμία περίπτωση τη στοιχειώδη δυνατότητα αμφισβήτησης και ρήξης με τη δοσμένη παράδοση και το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα) και δεν θα μπορούσαν να γίνουν ποτέ αυτόνομα, κάτι που, αν δεν έπαιρνα υπόψη το γεγονός ότι συμφωνώ με τις υπόλοιπες διαπιστώσεις σου στο θέμα, θα με έκανε εύκολα να εντάξω τη δική σου θεώρηση περί αυτονομίας/ετερονομίας των κοινωνικών ατόμων σε έναν καθαρό μανιχαϊσμό και ντετερμινισμό-μπιχεβιορισμό του χειρίστου είδους, που πιθανόν να έχει και σχέση με τις... ψυχικές τάσεις για “αυτοκαταστροφή του είδους από τις ανθρώπινες “ενορμήσεις” που ανακάλυψε όψιμα... ο ύστερος Κ. και έβαλε από την πίσω πόρτα μέσω της ψυχανάλυσης στο αυτο-αποκαλούμενο “πρόταγμα της αυτονομίας” του, ενώ είναι εμφανές ότι μια τέτοια κατά τη γνώμη μου,καθαρά ετερόνομη θεώρηση της κοινωνίας δικαιολογεί κάθε είδος άσκησης εξουσίας ώστε να περισωθούν οι “αυτόνομοι" από τους "ετερόνομους”.



...Kαι συνεχίζει μακρά η λίστα των χωρίων που αναπαράγουν με λιγότερη συνήθως ευκρίνεια αυτά που ανάλυσα παραπάνω και με την οποία -αν και πολύ χρήσιμη και ευχαριστώ πολύ τόσο για λόγους αρχείου όσο και για την έμμεση επιβεβαίωση βασικών θέσεων της αυτονομίας και του προτάγματος της ΠΔ- δεν έχω αντικειμενικά το χρόνο να ασχοληθώ αυτή τη στιγμή με όλα, αλλά νομίζω παρά ταύτα ότι στα βασικά ζητήματα και χωρία που θίγουν την έννοια της αυτονομίας όπως την είχε συλλάβει ο Κ. και συνεχίζει τόσο θεωρητικά όσο και πολιτικά η ΠΔ, έχω απαντήσει τόσο με το προηγούμενο μου κείμενο όσο και με αυτό.


Είναι λοιπόν εμφανές ότι δεν χρειάζεται να παραθέτουμε ούτε δεκάδες τεράστια χωρία ούτε εκατοντάδες πηγές για να αντιλαμβανόμαστε στοιχειωδώς τις θεμελιακές διαφορές στον τρόπο που ερμηνεύουμε ακόμα και μερικά ουσιώδη χωρία του Κ. ή του Φ. όπως τα παραπάνω. Αυτό που χρειάζεται είναι απλά κριτική και περιεκτική συνέπεια με την αρχή της αυτονομίας στην ανάλυση μας, ώστε να μην καταλήγουμε να... προβάλουμε ως δήθεν "τεκμήρια" ακόμα και μικρά σχετικά χωρία (όπως και στον προηγούμενο διάλογο όπου και καλά υπέδειξες τον ντετερμινισμό του Φ. ενώ στην πραγματικότητα απλά υπέδειξες τον προβολικό υποκειμενισμό σου στο θέμα) τα οποία όμως... δυστυχώς ήδη περιέχουν τη λογική αναίρεση αυτού που υποτίθεται θέλουμε να δείξουμε!.. Το αν λοιπόν “δεν καταλαβαίνουμε” ή κάνουμε πως καταλαβαίνουμε αυτά που διαβάζουμε με βάση μια απροκατάληπτη αρχή ή την αρχή ενός εργαλειακού ετεροπροσδιορισμού μας από τον κάθε Κ. ή Φ., ας το κρίνει ο κάθε καλοπροαίρετος αναγνώστης και εμείς οι ίδιοι.

Ευχαριστώ για τη φιλοξενία,

Πάνος

μέλος της ομάδας ΠΔ Αθήνας


Y.Γ.1: Για τα “Case Study 2” και “3” συγγνώμη αλλά δεν είχα καθόλου χρόνο να τα διαβάσω παρά μόνο από μια πολύ γρήγορη ματιά είδα ότι αναμασούν τα ίδια σχετικά με το παραμύθι του ντετερμινισμού του Φ. καθώς και τις άθλιες ερμηνείες του Κ. για ιστορικά και πολιτικά ζητήματα, για τις οποίες μάλιστα χρησιμοποιείς πηγές τεκμηρίωσης από τα ίδια τα λεγόμενα του Κ., ενώ ακριβώς αυτές είναι που έχουν εξ αρχής το πρόβλημα λόγω του υποκειμενισμού ή και του συμψηφισμού που έχει ενσωματώσει στην ερμηνεία του και που έχει αναλυθεί πολλάκις. Επιφυλάσσομαι όμως να απαντήσω αργότερα γιατί δεν έχω πάρει καλή ιδέα και ίσως αδικώ την ανάλυση σου.

Σε ό,τι αφορά τον “ντετερμινισμό” κτλ. του Φ., για ακόμα μια φορά δίνεις μάλλον την εντύπωση ότι αντιλαμβάνεσαι την αυτονομία ως μια στατική ερμηνεία της πραγματικότητας μεταξύ μιας αφηρημένης(;) πάλης ή και “μόλυνσης”(!) μεταξύ φαντασιακών, πράξεων και θεσμών που φαίνεται δήθεν να είναι “στατικοί” και να μην έχουν τη δική τους δυναμική όπως μπορεί να δειχτεί τόσο από την ορθόδοξη όσο και την ελευθεριακή θεωρία. Αυτονομία ως αυτοστοχαστική επιλογή δεν σημαίνει υποκειμενισμό ούτε μια προκάτ εργαλειακή “στατικότητα” στην ερμηνεία των ετερόνομων κοινωνικών φαινομένων αγαπητέ. Αν κάποιος για παράδειγμα δείξει με βάση αδιάσειστα δεδομένα ότι π.χ. (χοντρικό και άκομψο το παράδειγμα, σόρι αν χαλάω το αισθητικό corpus...) αν γεννηθείς σε έναν.. δοκιμαστικό σωλήνα πίεσης και δεν επιδιώξεις να βγεις από αυτόν, θα σου ασκείται αυξανόμενη πίεση (η πίεση δε σημαίνει ότι θα είσαι “αυτόματο” ούτε ότι δεν θα μπορείς να κάνεις άλλα πράγματα) με βάση τους (ούτως ή άλλως πάντα υπό αμφισβήτηση, αλλά αντικειμενικούς με την πραγματική έννοια του διυποκειμενικού consensus) νόμους της δυναμικής, αυτό δεν είναι μια ντετερμινιστική ερμηνεία της κίνησης της κοινωνίας, όπως... μεγαλειωδώς θες να μας πείσεις, αλλά διαπίστωση μιας εγγενούς δυναμικής του συγκεκριμένου “συστήματος” αυτού για αύξηση της πίεσης επάνω σου (που μπορεί να ανακοπεί προσωρινά από κρίσεις ή συναινέσεις κτλ κτλ) και - ανάλογα- ένα εμπειρικό αντικειμενικό δεδομένο σε σχέση με τη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς/ανάπτυξης (που η ανάλυση του δεν έχει καμία σχέση με τις οικονομικές σούπες του ύστερου Κ.) της οποίας είναι κοινώς αποδεκτός ο τρόπος λειτουργίας εδώ και τουλάχιστον 100 χρόνια, από τον Πολάνι και από πολλούς άλλους μέχρι τον Φ.

Αν μάλιστα στη συνέχεια γράψεις και αναλύσεις ότι αυτή η συγκέντρωση δύναμης έχει τη δική της εσωτερική δυναμική λόγω ακριβώς του αυτορυθμιζόμενου χαρακτήρα του συστήματος και του υποπροϊόντος του, της οικονομίας ανάπτυξης που επιβάλλει σε μεγάλο παραγωγικό κομμάτι της κοινωνίας και τις ελίτ τη λογική “ανάπτυξη ή θάνατος”, εκτός και αν ανακοπεί με το χτίσιμο και την επέκταση ενός κινήματος που να αμφισβητεί μαζικά και να ανατρέψει “τον δοκιμαστικό σωλήνα” του συστήματος μαζί με τις ανάλογες αξίες από την κοινωνία κτλ., τότε είσαι ένας πραγματικά ριζοσπάστης στοχαστής που επιδιώκει την αυτονομία και την πραγματική αυτοθέσμιση σε όλα τα επίπεδα και όχι απλά παρατηρητής και "τιμητής" μιας αστοιχείωτης “στατικής” αντίληψης της “ετερονομίας” και των ετερόνομων θεσμών!

Τώρα αν εσύ, λοιπόν, θες να αναγάγεις τον Κ. και τις υποκειμενιστικές διαστρεβλώσεις του (που προέρχονται από την υιοθέτηση αντικειμενιστικών και ντετερμινιστικών ερμηνειών για την ανθρώπινη φύση και τη ψυχή) για την καπιταλιστική οικονομία (οι οποίες παρά τη μεγάλη προώθηση που πήρε από τα δυτικά ΜΜΕ ο Κ. μετά τη δεκαετία του '80 και λόγω του “Μετά τον Πόλεμο” δεν βρήκαν πουθενά απήχηση, μάλλον γιατί οι οικονομολόγοι δεν συνέλαβαν το...φοβερό “corpus” της) σε αντίθεση με την ουσιώδη κριτική αξιολόγηση αδιάσειστων εμπειρικών δεδομένων, επικαλούμενος μάλιστα το “φιλοσοφικό corpus” του (γιατί για το οικονομικό, άστο καλύτερα), τότε έχεις το δικαίωμα να το κάνεις - αρκεί βέβαια να μη διαστρεβλώνεις άλλα προτάγματα- αλλά αυτό δεν έχει δυστυχώς ιδιαίτερη σχέση με μια αυτόνομη θεώρηση της οικονομικής πραγματικότητας.

Υ.Γ. 2 Κανείς δεν είπε ότι το κεφ. 8 που είναι απλά ένα μέρος του θεωρητικού προτάγματος της ΠΔ δεν εμπεριέχει και στοιχεία της ανάλυσης του Κ. μεταξύ πολλών άλλων, αλλά είναι σαφές απ' όσο γνωρίζω, ότι ο Κ. δεν έχει γράψει συνεκτικά κάπου για τη φιλοσοφία της επιστήμης, τη θεωρία της γνώσης και για τη μη δυνατότητα θεμελίωσης ενός απελευθερωτικού προτάγματος για την αυτονομία σε μια συγκεκριμένη επιστημολογία, αλλά στο δημοκρατικό ορθολογισμό, όπως ο Φ., συνεπώς το ότι ο τελευταίος έχει πάρει το σπέρμα της αυτονομίας (που δεν είναι βέβαια εφεύρεση ούτε copyright του Κ. !) δεν σημαίνει φυσικά ότι σχεδόν όλο το κεφάλαιο του στηρίζεται στον Κ. και άλλα διάφορα, όπως θες να τα εμφανίσεις.

Υ.Γ. 3:
Στο τελευταίο μέρος γράφεις ότι δεν θεωρείς πως η Ψυχανάλυση ανήκει στην παράδοση της ετερονομίας, κάτι που ίσως ερμηνεύει τις παρερμηνείες της αυτονομίας και τους υπερβατικούς συγκερασμούς που προσπαθείς να κάνεις, ενώ ο ίδιος ο Κ. τόνιζε τον ντετερμινισμό του Φρόιντ , όπως έδειξε ο Φ. στο κείμενο του “Το πρόταγμα της αυτονομίας και η ΠΔ”. Συνεπώς οι περίτεχνες εκλεπτύνσεις του Κ. και σία της ψυχανάλυσης για να χωθεί βασικό κομμάτι της ψυχαναλυτικής θεωρίας στο πρόταγμα της αυτονομίας μού θυμίζουν τις αλχημείες των προχωρημένων νεομαρξιστών που προσπαθούν να βάλουν στο καλούπι των μαρξιστικών τάξεων και στο προλεταριάτο τις νέες οικονομικές τάξεις αλλά και τις ομάδες ταυτότητας κτλ ή τις αντίστοιχες δοξασίες των φιλελεύθερων ότι τάχα ο νεοφιλελευθερισμός δεν έχει σχέση με το φιλελευθερισμό κτλ.

Στο τέλος μου τράβηξε την προσοχή και δεν άντεξα να μην απαντήσω στο βλακώδες με το συμπάθιο:

«Τα σχόλια σου όμως για το ΄΄μάγμα΄΄, την ΄΄διαύγαση΄΄ και ΄΄το φαντασιακό΄΄ αποδεικνύουν περίτρανα την πλήρη άγνοιά σου για την σημασία που έχουν για τον Καστοριάδη και πως αυτός τις χρησιμοποιεί στην προσπάθειά του να κατανοήσει τα φαινόμενα των διαφόρων πεδίων γνώσης που την εφαρμόζει, αλλά και ότι αναπαράγεις δουλικά κριτικές άλλων χωρίς να έχεις προσπαθήσει πρώτα να κατανοήσεις τι είναι αυτό το οποίο θέλεις να υποβάλεις σε κριτική. Άσε που εάν δεν αποδέχεται κανείς τις κατηγορίες του μάγματος και του φαντασιακού δεν μπορεί με τίποτα να στηρίξει τις θέσεις ότι δεν υπάρχει κατευθυντικότητα στην ιστορία και ότι η έκβαση της ταξικής πάλης είναι ακαθόριστη, μιάς και αυτές οι θέσεις προϋποθέτουν την ανάδυση νέων κοινωνικοιστορικών μορφών δια δημιουργίας. »

Ώστε επειδή έχω άγνοια της “ΣΗΜΑΣΙΑΣ τους για τον Καστοριάδη” (τι μου λες, θίχτηκαν τα συναισθήματα του;!) και στο “ΠΩΣ αυτός τις χρησιμοποιεί”, αυτό νομιμοποιεί την βασική χρήση έμμεσα ή άμεσα παρμένων εννοιών από τη ψυχανάλυση όπως οι παραπάνω για να συναγάγει κάποιος μια θεωρία της αυτονομίας που κάθε άλλο σχέση έχει με τη ψυχανάλυση και τον θετικισμό της! Δηλαδή, κατά τη φαεινή λογική σου το ζήτημα δεν είναι ότι απλά αποφάσισε κάποιος να χρησιμοποιήσει βασικές ετερόνομες ερμηνευτικές έννοιες και ιδέες για να συντάξει μάλιστα το πρόταγμα της... αυτονομίας αλλά το “τι σημασία” έχουν για τον Καστοριάδη(!) και το “πώς” τις χρησιμοποιεί και άλλες μεταπρατικές ηλιθιότητες. Είναι, δηλαδή, ΟΚ το να δέχεσαι για την ερμηνεία των κοινωνικών φαινομένων βασικές ετερόνομες αρχές (που είναι η πεμπτουσία της ετερονομίας στη σκέψη, καθώς αν δεχτείς ετερόνομες αρχές μετά δεν μπορείς να τις αμφισβητήσεις) αλλά μετά να μπορεί και να... μην είναι και τόσο ετερόνομες γιατί παίζει ρόλο το “πώς” τις χρησιμοποιείς (δεν λέω -- με πολύ κομψό τρόπο και διανοουμενίστικο ύφος!)!!! Αυτό πάντως δεν είναι και τόσο άσχετο με τα υπόλοιπα περί “μόλυνσης” της ετερονομίας από την αυτονομία, περί αυτόνομων συνιστωσών στην ετερονομία κτλ. και άλλα διάφορα που υιοθετείς και μάλλον διόλου τυχαίο.

Αν αυτά δεν είναι σαφείς ενδείξεις για έναν άκρατο υποκειμενισμό που φλερτάρει με τον αποδομισμό και τον οντολογικό συγκερασμό ντετερμινιστικών τάσεων της κοινωνίας μέσω της ψυχανάλυσης που οδηγούν στον υποκειμενισμό από τη μια και της αυτονομίας από την άλλη, με τα οποία δέχεσαι τις βασικές ετερόνομες αρχές της ψυχαναλυτικής θεωρίας και των “ψυχικών τάσεων” που διαβλέπει ο Κ. έμμεσα ή άμεσα στην κοινωνία και στην ανθρώπινη φύση δεν ξέρω τι άλλο θα μπορούσε να είναι πέρα από όσα έχουμε πει ως τώρα.

Αλλά και το πιο γελοίο απ' όλα είναι ότι συμπληρώνεις τη βαθυστόχαστη θεώρηση περί “της... αυτονομίας μέσα στην ετερονομία του προτάγματος του Κ.” με το ανεκδιήγητο: “ Άσε που εάν δεν αποδέχεται κανείς τις κατηγορίες του μάγματος και του φαντασιακού δεν μπορεί με τίποτα να στηρίξει τις θέσεις ότι δεν υπάρχει κατευθυντικότητα στην ιστορία”. Εδώ προφανώς ο ετεροκαθορισμός έχει σπάσει κάθε ρεκόρ γιατί βέβαια κάποιος που έχει δεχτεί ως βασικά για ερμηνευτικά εργαλεία της κοινωνίας, ψυχικές τάσεις, διαυγάσεις, μάγματα και άλλες αντιδραστικές για ένα απελευθερωτικό πολιτικό πρόταγμα... παπάντζες και απλά μετά ασχολείται με τη “σημασία που έχουν για τον Κ.” και το “πώς τα χρησιμοποιεί” (όπως κάθε καλός θεούσος που μετά ασχολείται με τα συμπτώματα και τον τρόπο εφαρμογής της... θρησκείας), προφανώς όχι μόνο δέχεται “κατευθυντικότητα” στην κίνηση της κοινωνίας αλλά σαφή ντετερμινισμό και υποκειμενισμό, όπως δείχτηκε με ευθυκρισία από τον Τ.Φ.



Τέλος, για να τελειώνουμε με τις αντιδραστικές ηλιθιότητες του ύστερου Κ. και τον ντετερμινισμό του που έβαλε από την πίσω πόρτα στο “πρόταγμα της αυτονομίας” του και με την εργαλειακή υιοθέτηση τους από μέρους σου (απλά επειδή το είπε το ...θεόπνευστο “corpus” του !!!), η ρήση του Κ. αναφερόμενος στους Ράιχ και Μαρκούζε, ότι «αν αφήναμε τις ενορμήσεις και τις επιθυμίες, όχι να εκφραστούν, να πραγματοποιηθούν ελεύθερα, δεν θα είχαμε βέβαια την παγκόσμια ευτυχία αλλά την παγκόσμια σφαγή» (Ομιλίες στην Ελλάδα, σελ. 85-6), κάτι που δεν είχε τολμήσει να πει ούτε ο αντικειμενιστής Μαρκούζε, είναι παραπάνω από αποκαλυπτική για το ποιος είναι αντικειμενιστής, ντετερμινιστής, ποιος διαβλέπει σαφείς τάσεις στην κίνηση της κοινωνίας και ποιος επίσης τα στηρίζει έμμεσα όλα αυτά προσπαθώντας να κάνει τη νύχτα-μέρα για το έργο του Τ.Φ. που αποτελεί την πραγματική συνέχεια του προτάγματος της αυτονομίας, με το πρόταγμα της ΠΔ.

Και μετά μου λες τάχα για “αυτονομία”, “φιλοσοφικό corpus” που δεν έχω καταλάβει και πράσινα άλογα που μόνο άκριτοι απολογητές-οπαδοί του αντιδραστικού έργου του ύστερου Καστοριάδη υποστηρίζουν καθώς και οι βολεμένοι διανοουμενίσκοι του συστήματος, της ελληνορθοδοξίας και της ρεφορμιστικής αριστεράς, που δεν τους θίγουν βέβαια καθόλου τα παραπάνω άκρως...επαναστατικά.!




Υ.Γ. 4: Τέλος, θα σε παρακαλούσα γενικά να απευθύνεσαι σε εμένα ως άτομο και όχι σε “εμάς στην ΠΔ”. Δεν “αντιπροσωπεύω” ούτε είμαι εξουσιοδοτημένος από την ομάδα ή από κάποιον άλλον στην ΠΔ, παρά μόνο εκπροσωπώ τον εαυτό μου.

Ευχαριστώ και πάλι για το χώρο



Αίσωπος είπε...

Αγαπητέ Πάνο,
αν συνεχίσουμε έτσι θα ανακυκλώνουμε τα ίδια και τα ίδια.
Δεν θεωρώ την νέα σου απάντηση ουσιώδη αλλά ένα βήμα παρακάτω στο γκρεμό της σύγχυσης και της μισαλλόδοξης έπαρσης. Έχω την γνώμη ότι μια λεπτομερής και επισταμένη διαπραγμάτευσή της θα ήταν καθαρά χάσιμο χρόνου και άνευ ενδιαφέροντος για κάθε καλόπιστο τρίτο.
Για εμένα δεν υπάρχει ΄΄θεόπνευστο corpus΄΄ είτε αυτό είναι του Καστοριάδη είτε του Φωτόπουλου. Είπαμε εξ ιδίων κρίνεις τα αλλότρια.
Ειλικρινά πιστεύω πως το να συνεχίζαμε αυτήν την συζήτηση δεν θα ωφελούσε κανέναν, πέραν της ικανοποίησης του προσωπικού εγωϊσμού μας ότι ένας εκ των δυο μας είπε την τελευταία λέξη και υπερίσχυσε σε αυτήν την ανταλλαγή απόψεων, μεταξύ κουφών και -αν το έχεις συνειδητοποιήσει-άνευ ακροατηρίου, διαλεγομένων. Αλλά κάτι τέτοιο με αφήνει παγερά αδιάφορο.
Δεν είμαι πλέον 25άρης με φανατικό ζήλο να εκπολιτίσω τα πλήθη ούτε και ξεχειλίζω από ακλόνητες βεβαιότητες τις οποίες πρέπει να υπερασπίζομαι παντί τρόπω.
Εάν αυτό που επιθυμείς διακαώς είναι να αυτοεπιβεβαιωθείς, να στο δηλώσουμε για να σου φύγει το άγχος:
ΕΧΕΙΣ ΑΠΟΛΥΤΟ ΔΙΚΙΟ ΣΕ ΟΛΑ ΟΣΑ ΛΕΣ. ΕΙΜΑΙ ΕΝΑΣ ΒΟΛΕΜΕΝΟΣ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΙΣΚΟΣ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ, ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΡΕΦΟΡΜΙΣΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ. ΜΠΡΑΒΟ ΚΑΤΑΦΕΡΕΣ ΝΑ ΜΕ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ!!
Χαίρε, και καλή επιτυχία
ΑΙΣΩΠΟΣ ΜΕΤΑΝΟΩΝ

Πάνος είπε...

Δημήτρη, δεν αποκάλεσα εσένα προσωπικά διανοουμενίσκο της Ελληνορθοδοξίας, της ρεφορμιστικής Αριστεράς κτλ. και προσπάθησα να μην κάνω προσωπικές επιθέσεις αλλά επάνω σε θέσεις και απόψεις.
Κατά τα άλλα συμφωνώ.

Ευχαριστώ,

Πάνος