Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2009

Συναρτησιακή σχέση μείωσης βασικών επιτοκίων και αύξησης των επενδύσεων .

Πίσω από τη λογική των κεντρικών τραπεζιτών για μείωση των βασικών επιτοκίων βρίσκεται η θεωρία ότι ο πρωταρχικός παράγοντας που μετρά στην απόφαση κάποιας επιχείρησης να επενδύσει είναι η αύξηση ή η μείωση του κόστους του χρήματος.
Η προσδοκία όμως των αυξημένων κερδών, που προέρχονται κατά βάση από την αύξηση των πωλήσεων των παρεχόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών μιας επιχείρησης, στηρίζεται σε υπολογισμούς του εκάστοτε επενδυτή που αφορούν στην γενικότερη ευρωστία της αγοράς στην οποία απευθύνεται, σε τελευταία δηλαδή ανάλυση στην αγοραστική δύναμη των καταναλωτών. Σε εποχές οικονομικής ύφεσης ή κάμψης, όπου οι καταναλωτές μειώνουν την δαπάνη τους και επικρατεί απαισιοδοξία στην αγορά, ακόμη και γενναίες μειώσεις των βασικών επιτοκίων που παρασύρουν σε συνολική μείωση τα επιτόκια χορηγήσεων των τραπεζών, δεν είναι ικανή να κινητοποιήσει τους επιχειρηματίες να προχωρήσουν σε νέες επενδύσεις και αντίστροφα σε εποχές οικονομικής άνθησης ακόμη και το υψηλό κόστος του χρήματος δεν αναστέλλει τις επιθετικές επενδυτικές κινήσεις.
Το λεγόμενο risk avertion(η αποφυγή των επενδυτικών ρίσκων) επικρατεί σε περιόδους υφέσεων και οι διαδοχικές μειώσεις των βασικών επιτοκίων δεν αρκούν από μόνες τους να αναστρέψουν το κλίμα επενδυτικής άπνοιας.
Αυτό βλέπουμε στην παρούσα συγκυρία, όπου αν και οι περισσότερες κεντρικές τράπεζες έχουν μειώσει τα βασικά τους επιτόκια κοντά στο μηδέν, η ζήτηση για πιστώσεις έχει υποχωρήσει σημαντικά. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουμε μελετώντας και την περίπτωση της Ιαπωνίας όπου εδώ και πολλά χρόνια η κεντρική τράπεζα της χώρας έχει περιστείλει δραστικά το βασικό της επιτόκιο χωρίς να μπορέσει να αντιμετωπίσει την υπερδεκαετή στασιμότητα της ιαπωνικής οικονομίας.
Οι επιχειρήσεις στην παρούσα συγκυρία προτιμούν το cost cutting, άλλες αμυντικού τύπου κινήσεις καθώς και την προσφυγή στις αγκαλιές του κρατικού προστατευτισμού παρά την ριψοκίνδυνη πλεύση στα φουρτουνιασμένα πελάγη της ελεύθερης αγοράς.
Αλλά δεν χρειάζεται να πάμε μακριά. Τι γινόταν εδώ στην Ελλάδα όλα τα προηγούμενα χρόνια, παρά την διατήρηση του κόστους δανεισμού σε υψηλά επίπεδα, συγκριτικά πάντα με το αντίστοιχο κόστος στις άλλες χώρες της Ευρωζώνης; Είχαμε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και πολλά επιχειρηματικά deals-εξαγορές, συγχωνεύσεις, επεκτάσεις δραστηριοτήτων στην νοτιοανατολική Ευρώπη- που στηρίζονταν σε προσδοκίες για ακόμη υψηλότερες κερδοφορίες.
Η μείωση των επιτοκίων επομένως αποτελεί βέβαια συνεκτιμώμενο παράγοντα, αλλά σε καμία περίπτωση αποκλειστικό ή κύριο-της απόφασης για την πραγματοποίηση μιας επένδυσης.
Πέρα όμως από τις προσδοκίες των οικονομικών παικτών, υπάρχουν και άλλοι παράγοντες, ένας εκ των οποίων είναι και η εξυπηρέτηση της στενής γραφειοκρατικής φατρίας ή κλίκας στην οποία ανήκουν οι έχοντες την εξουσία των όποιων επενδυτικών αποφάσεων. Παράδειγμα: Μια βραχυπρόθεσμη υψηλού ρίσκου επένδυση σε κάποια πολύπλοκα χρηματοπιστωτικά προϊόντα, μπορεί να αποφασιστεί με συνοπτικές διαδικασίες και σε χρόνο dt από την ομάδα που στελεχώνει το αντίστοιχο τμήμα μιάς επενδυτικής τράπεζας, επειδή γνωρίζει ότι τα μέλη της θα αμειφθούν με αστρονομικά bonus σε περίπτωση που ευοδωθεί η κίνησή της.
Σε άλλη περίπτωση μπορεί να αποφασιστεί μια μεγάλης έκτασης συγχώνευση με άλλη εταιρία, επειδή αυτή η κίνηση ισχυροποιεί τον διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρίας που αναλαμβάνει την σχετική πρωτοβουλία έναντι των μετόχων, τους οποίους και παραμυθιάζει με στατιστικές και στοιχεία εν πολλοίς πλαστά και μαγειρεμένα.
Όλοι όμως οι προαναφερθέντες παράγοντες δεν μπορούν να μαθηματικοποιηθούν και να εισαχθούν σε σκέλη εξισώσεων είτε γραμμική είτε μη γραμμική μορφή προσπαθήσουμε να αποδώσουμε σε αυτές. Γι αυτό και όλες αυτές οι γελοίες διαμάχες περί όνου σκιάς, στις οποίες οι ΄΄ειδικοί΄΄ ερίζουν για το εάν η παρούσα κρίση είναι depression ή resession και για το εάν η διάρκειά της θα έχει την μορφή του λατινικού V ή του λατινικού L . Στην ουσία κανείς δεν ξέρει και δεν μπορεί να πει τίποτα για το μέγεθος και την διάρκεια της κρίσης, γιατί δεν υπάρχει επιστημονικό εργαλείο για τέτοιου είδους πρόβλεψη.
Αλλά αν το παραδεχόντουσαν αυτό με πλήρη ειλικρίνεια θα σήμαινε ότι δεν ξέρουν και πολλά παραπάνω από το μέσο πολίτη και τότε πως θα δικαιολογούσαν την εξουσιαστική τους θέση μέσα στην κοινωνία;
Η πραγματική οικονομία λοιπόν μικρή σχέση έχει με όλα αυτά τα ειδυλλιακά ορθολογικά τοπία που διακοσμούν τα συγγράμματα της οικονομικής επιστήμης.
Ως τελευταία γραμμή άμυνας καταλήγουν κάποιοι να αποδίδουν πρωταρχική σημασία σε έννοιες όπως επιχειρηματική εμπιστοσύνη(για την οποία έχουν διαμορφώσει και σχετικό δείκτη και μετρούν με συνεντεύξεις επιχειρηματικών στελεχών), προσδοκία, θετική επενδυτική ψυχολογία, bull market, risk avertion, επιχειρηματικό κλίμα, οι οποίες συνιστούν μια αμήχανη προσπάθεια υπέρβασης της αδυναμίας, της υποτίθεται ΄΄παντοδύναμης΄΄ οικονομικής επιστήμης της εποχής μας, να υποτάξει στην μαθηματικοποιημένη συμβολιστική της φαινόμενα που ενέχουν υψηλό βαθμό απροσδιοριστίας διότι παραπέμπουν στην ψυχολογία του ανθρώπινου παράγοντα και σε κοινωνικοοικονομικές δομές τόσο πολυσύνθετες που ακόμη και οι μη γραμμικές εξισώσεις των χαοτικών μαθηματικών δεν μπορούν να τις χειριστούν.

1 σχόλιο:

Tobin είπε...

Σε γενικές γραμμές είναι έτσι όπως τα λες. Η μείωση των επιτοκίων δεν εξασφαλίζει την αύξηση των επενδύσεων στην τρέχουσα συγκυρία, όπου όλα τα σενάρια για τις οικονομίες και το χρηματοπιστωτικό σύστημα παραμένουν ανοικτά. Όταν γνωρίζεις ότι η επένδυση σου είναι τόσο αβέβαιη όσο χαμηλά και να είναι το κόστος δανεισμού σου αποφεύγεις να δανειστείς και να την πραγματοποιήσεις.
Πράγματι η Ιαπωνία εδώ και χρόνια έχει πέσει στη λεγόμενη "παγίδα ρευστότητας" όπου ακόμη και τα μηδενικά σχεδόν επιτόκια αδυνατούν να ενισχύσουν επενδύσεις-κατανάλωση-μεγέθυνση.

Αρχειοθήκη ιστολογίου