Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2009

ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΚΟ ΧΑΟΣ

Η παλιά προβληματική για τα όρια και τη φύση της γνώσης επανέρχεται στο προσκήνιο από τις απρόβλεπτες εξελίξεις σε ένα πεδίο δράσης που κανείς δεν περίμενε.

Ας ξεκινήσουμε διερευνώντας το πρόβλημα στην πηγή του δηλαδή το σημείο εκκίνησης της υπάρχουσας κρίσης ή ύφεσης και ας μην χρονοτριβούμε με την φιλολογία γύρω από την ορολογική διαφορά
Ιστορικό-Διάγνωση
Τα αμερικάνικα πιστωτικά ιδρύματα, ιδίως τα επενδυτικά σχήματα που εμφανίστηκαν την τελευταία δεκαπενταετία και διαφοροποιούνταν ως προς την δομή και λειτουργία τους από τις παραδοσιακές τράπεζες, ξεκίνησαν να χορηγούν ενυπόθηκα δάνεια ακόμη και σε χαμηλόμισθους, ημιαπασχολούμενους και άνεργους Αμερικανούς. Τα προϊόντα αυτά, τα αποκαλούμενα και subprimes, ενείχαν υψηλό ρίσκο , λόγω της μεγάλης πιθανότητας μη εξυπηρέτησής τους από τους δανειολήπτες.
Τα πιστωτικά αυτά ιδρύματα, κινήθηκαν μέσα σε ένα συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο που επέτρεπε την διοχέτευση ζεστού χρήματος στις φτωχές λαϊκές τάξεις. Το νομοθετικό αυτό πλαίσιο διαμορφώθηκε σταδιακά κατά τη διάρκεια των κυβερνήσεων Κλίντον και Μπους με την ενεργό υποστήριξη του διοικητή της Fed, της Αμερικάνικης Κεντρικής Τράπεζας, και συνίστατο στην κατάργηση των περιορισμών και των ελέγχων που υπήρχαν παλιότερα και αποσκοπούσαν στην προφύλαξη των τραπεζικών ιδρυμάτων από την αύξηση των επισφαλειών, δηλαδή από τον κίνδυνο της διόγκωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Μια στάση εδώ. Τι σημαίνει αυτή η χορήγηση τεράστιας ρευστότητας προς τους καταναλωτές; Ότι η ανάπτυξη της οικονομίας των ΗΠΑ χρηματοδοτούνταν με δανεικά. Ο μέσος Αμερικάνος καταναλωτής δεν ενίσχυε την αγοραστική του δύναμη στηριζόμενος στην αύξηση των μισθολογικών του απολαβών, οι οποίες είτε είχαν παγώσει είτε και είχαν μειωθεί σε πραγματικούς όρους σε σχέση με τις προηγούμενες περιόδους ευημερίας των δεκαετιών ΄50, ΄60 και ΄70. Όμως η παραγωγικότητα της Αμερικάνικης οικονομίας είχε αυξηθεί, και παραγωγικότητα είναι η αύξηση του παραγόμενου προϊόντος ανά μονάδα χρόνου. Έτσι η οικονομία είχε οδηγηθεί σε ένα βασικό σταυροδρόμι όπου έπρεπε να απορροφηθούν τεράστιες ποσότητες παραγόμενων προϊόντων και υπηρεσιών από ένα σώμα καταναλωτών με εξασθενημένη ζήτηση.
Πως θα μπορούσε να ξεπεραστεί το πρόβλημα αυτό; Α)να αυξηθούν οι πραγματικοί μισθοί των εργαζομένων Β)να ανοίξει η κάνουλα των πιστώσεων των τραπεζών ακόμη και προς αναξιόπιστους με τα κλασικά αυστηρά τραπεζικά κριτήρια δανειολήπτες Γ) να αυξηθεί υπέρμετρα η φορολόγηση των εισοδημάτων των ανώτερων κοινωνικών τάξεων και των κερδών των πολυεθνικών εταιριών, για να χρηματοδοτηθούν μέτρα ουσιαστικής ενίσχυσης των φτωχών, όπως καθιέρωση κατώτατου εγγυημένου εισοδήματος, αύξηση επιδομάτων ανεργίας, ενίσχυση προνοιακών επιδομάτων κλπ Δ) να γίνουν στοχευμένες επενδύσεις σε κλάδους και γεωγραφικές περιοχές με έντονο πρόβλημα ανεργίας Ε)να ενταθεί στον μέγιστο βαθμό ο εξαγωγικός προσανατολισμός της αμερικάνικης οικονομίας για να αναπληρώσει με αυτό τον τρόπο την μειωμένη εσωτερική ζήτηση.
Τα υπό Α,Γ,Δ στοιχεία περιγραφόμενα μέτρα θα μπορούσαν να υπαχθούν υπό τον γενικό τίτλο ΄΄μέτρα ενίσχυσης της ζήτησης δια της αύξησης εισοδήματος χωρίς δανειακή επιβάρυνση των ενισχυομένων΄΄ το υπό Β στοιχείο μέτρο είναι άλλης τάξεως που οδηγεί στην υπερχρέωση των νοικοκυριών. Τέλος η Ε περίπτωση ανακινεί άλλα ζητήματα, που δεν μπορούμε να διαπραγματευθούμε εν εκτάσει εδώ, αλλά θα μπορούσαμε παρενθετικά να παρατηρήσουμε ότι καμία ανεπτυγμένη οικονομία όσο διασυνδεδεμένη και εάν είναι με το παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στις εξαγωγές στον ίδιο βαθμό και με παρόμοιο τρόπο με αυτόν που συμβαίνει με τις οικονομίες υπανάπτυκτων ή αναπτυσσόμενων χωρών. Οικονομίες όπως η Αμερικάνικη, η Γερμανική και η Γαλλική, παρόλες τις λυσσαλέες προσπάθειες που καταβάλλουν για να κερδίσουν νέες αγορές για τα προϊόντα τους και τους ανταγωνισμούς στους οποίους οδηγούνται για να το καταφέρουν, χρειάζονται ένα ισχυρό, γηγενές καταναλωτικό κοινό έστω και σαν δεξαμενή παροχέτευσης ενός ισχυρού ποσοστού του παραγόμενου προϊόντος. Η άποψη ότι οι πολυεθνικές δεν έχουν πατρίδα είναι η μισή μόνο αλήθεια και εξάλλου η οικονομία μιας μεγάλης χώρας δεν στηρίζεται μόνο στις πολυεθνικές επιχειρήσεις της. Αλλά και αυτές οι πολυεθνικές επιχειρήσεις δεν μπορούν να απεξαρτηθούν πλήρως από τις χώρες καταγωγής τους, με τις οποίες συνδέονται με πολλαπλούς δεσμούς τους οποίους δεν τις συμφέρει να κόψουν. Κλείνω την παρένθεση.
Τελικά, η Αμερικάνικη άρχουσα τάξη επέλεξε να βαδίζει τον δρόμο της πλήρους απορρύθμισης των κανόνων λελογισμένης πιστωτικής επέκτασης και να ανοίξει τους κρουνούς των καταναλωτικών, στεγαστικών και κάθε άλλου είδους δανείων και πιστωτικών καρτών. Έτσι τα subprimes πήραν σάρκα και οστά , όμως ο υψηλός βαθμός ρίσκου που περιείχαν δεν πέρασε απαρατήρητος. Γιατί υπήρξαν και φωνές μέσα στο σύστημα που εφιστούσαν την προσοχή στους κινδύνους που εγκυμονούσε μια τέτοια πολιτική. Το κύριο πρόβλημα προερχόταν από το ότι οι επενδυτικές τράπεζες επικέντρωναν την προσοχή τους στα subprimes μη διαθέτοντας παράλληλα ευρεία καταθετική βάση, οπότε και ο λόγος καταθέσεων προς δάνεια ήταν γι αυτές εξαιρετικά αρνητικός και μια πιθανή αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα μπορούσε να έχει καταστροφικά αποτελέσματα για τη ύπαρξή τους. Οπότε αποφάσισαν να τιτλοποιήσουν τα εν λόγω δάνεια και να τα διοχετεύσουν σε άλλους επενδυτές σε όλο τον κόσμο. Αυτοί οι επενδυτές ήταν από hendge funds μέχρι συνταξιοδοτικά ταμεία, μεγάλα τραπεζικά ιδρύματα και ιδιώτες επενδυτές. Με αυτό τον τρόπο επιτεύχθηκε η διάχυση του πιστωτικού κινδύνου. Η τιτλοποίηση αυτή σήμαινε την δημιουργία χρηματοοικονομικών προϊόντων που έπρεπε να γίνουν ελκυστικά στους υποψήφιους αγοραστές τους. Αυτή τη δουλειά την ανέθεσαν στους επίλεκτους των μαθηματικών σχολών των πανεπιστημίων οι οποίοι έχοντας στις αποσκευές τους τελευταίου τύπου περίπλοκα μαθηματικά εργαλεία πλασάρονταν ως μάγοι της δόμησης τόσο περίπλοκων προϊόντων που μόνον αυτοί μπορούσαν να αποτιμήσουν. Η κατασκευή τίτλων που να ενσωματώνουν οικονομικές αξίες, δηλαδή σε τελευταία ανάλυση νομισματικές μονάδες, προϋποθέτει την δυνατότητα μαθηματικοποίησης σε ακόμη υψηλότερο επίπεδο από αυτό που απαιτείται για την μετατροπή φυσικών ποσοτήτων σε οικονομικά μεγέθη. Είναι σχετικά εύκολο να μετατρέψεις πορτοκάλια, καρπούζια και αεροπλάνα σε νομισματικές μονάδες πολλαπλασιάζοντας τις παραγόμενες ποσότητες των παραπάνω αγαθών επί την χρηματική αξία καθενός εξ αυτών πχ. Τόσα κιλά πορτοκάλια επί τόσα ευρώ το κιλό και εν συνεχεία να αθροίσεις τις ευρεθείσες χρηματικές αξίες έτσι ώστε να βρεις το ΑΕΠ μιάς χώρας στο τέλος μιας χρονικής περιόδου, όπως στη διάρκεια ενός έτους. Βέβαια και εκεί ακόμη, και για να μείνουμε σ’ αυτό το παράδειγμα, τα πράγματα αρχίζουν να δυσκολεύουν εάν θέλεις να συγκρίνεις το ΑΕΠ διαφορετικών χρονικών περιόδων και διαφορετικών χωρών , διότι τυπικά μεν μπορείς να πεις ότι φέτος το ΑΕΠ της τάδε χώρας αυξήθηκε κατά 3% ενώ της Ψ κατά 6%, αλλά ουσιαστικώς πόσο νόημα έχει να συγκρίνεις μια οικονομία που παράγει πορτοκάλια, φυρίκια και γήπεδα γκολφ με μια οικονομία που παράγει μικροτσίπς, χάλυβα και διαστημικούς δορυφόρους; Και τι μπορούν να πουν τέτοιου τύπου συγκρίσεις, πέρα από την αδυναμία συναγωγής συμπερασμάτων για την παραγωγική δομή της χώρας, για την ποιότητα ζωής και τον τρόπο διανομής του πλούτου;
Από τη στιγμή λοιπόν που και σε ένα πιο πρωτογενές επίπεδο η μαθηματικοποίηση εγείρει ουσιώδη προβλήματα, ας σκεφτεί κανείς τι μπορεί να συμβαίνει με τις απόπειρες μέτρησης, αποτίμησης, αξιολόγησης σε δεύτερο ή τρίτο βαθμό, όπου ήδη έχει υπεισέλθει κάποιος βαθμός αφαίρεσης αναγκαίος για την μεταγραφή ποιοτικών μεγεθών σε ποσοτικά δεδομένα.



Το πακετάρισμα αυτών των προϊόντων σε ελκυστικούς τίτλους διευκολύνθηκε από το γενικότερο ευφορικό κλίμα που επικρατούσε στις αγορές και από την ακόρεστη δίψα για βραχυπρόθεσμα κέρδη. Όλα αυτά όμως τελούσαν υπό μια αίρεση: ότι το θετικό κλίμα θα συνέχιζε να επικρατεί στην αγορά και ότι δεν θα άρχιζαν να σκάνε κανόνια στην αγορά ενυπόθηκων δανείων ή τουλάχιστον ότι αυτά δεν θα ήταν τόσα πολλά ώστε να απειλήσουν την μόνη σύνδεση, τον ομφάλιο λώρο θα έλεγε κανείς, που συνέδεε τον σοφιστικέ κόσμο των χρηματοπιστωτικών προϊόντων που είχαν οικοδομήσει τα golden boys με την πεζή οικονομική πραγματικότητα.
Όμως συνέβη ακριβώς αυτό. Και ο χρυσελεφάντινος πύργος άρχισε να καταρρέει.
Πάνω στον πανικό, κάποιοι θυμήθηκαν τον Κέινς τις δημόσιες επενδύσεις και τον παρεμβατικό ρόλο του κράτους.

Θεραπεία

Η συλλογιστική χοντρικά είναι η εξής: ταυτές αιτίες δημιουργούν ταυτά αποτελέσματα. Είχαμε κραχ το 1929 που ξεκίνησε από τον χρηματοπιστωτικό τομέα –τράπεζες και χρηματιστήριο- και επεκτάθηκε στην ΄΄πραγματική΄΄ οικονομία, έχουμε και σήμερα το ίδιο, είχαμε καθυστερημένη αντίδραση στα βήματα των παραινέσεων του Κέινς, η οποία μετά από κάποια χρόνια έφερε την ανάκαμψη, άρα στην ίδια κατεύθυνση πρέπει να κινηθούμε και τώρα.
Η λειτουργία όμως του κλασικού σχήματος αιτίου-αιτιατού στον κοινωνικοιστορικό χώρο έχει ως προαπαιτούμενη την αποδοχή της επαναληψιμότητας των φαινομένων.
Και το ερώτημα είναι: επαναλαμβάνονται τα κοινωνικά φαινόμενα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο; Εάν ναι τότε έχει νόημα η υιοθέτηση και ταυτόσημων πολιτικών αντιμετώπισής τους , εάν όχι τότε τι γίνεται;
Εάν ισχύει το δεύτερο ενδεχόμενο, και αυτή είναι πράγματι η άποψή μου, τότε δημιουργούνται δισεπίλυτα προβλήματα, όχι όμως και ανυπέρβλητα. Η μεθοδολογική προσέγγισή μας πρέπει να είναι ριζικά διαφορετική. Δεν θα εκκινήσουμε από μια υποτιθέμενη γενική και άκρως φανταστική ταυτότητα παρελθουσών και τωρινών καταστάσεων αλλά από την εμβριθή μελέτη της παρούσας καταστάσεως, που δεν θα δεσμεύεται εννοιολογικά από τα κατά το παρελθόν εμφανισθέντα παρόμοια φαινόμενα, αλλά θα τα συνεκτιμά. Κι έτσι όμως το πρόβλημα θα συνεχίσει να υπάρχει. Η ανάλυση και η διάγνωση της παρούσας κρίσης, η απλή έστω διατύπωση γνώμης και κρίσης γι’ αυτήν, που θα στηριχθεί εάν όχι σε έννοιες και διανοητικά σχήματα που έχουν διαμορφωθεί από την μελέτη του παρελθόντος;
Ίσως να μπορούμε να παρακάμψουμε το πρόβλημα αποδεχόμενοι την κυκλικότητα της διανοητικής εργασίας, με την εξής μορφή: σε ένα αρχικό στάδιο διερεύνησης χρησιμοποιούμε ως σημείο στήριξης τις υπάρχουσες έννοιες, και κατά την εμβάθυνση στην παρούσα κατάσταση, προσπαθούμε να ασκήσουμε, όσο αυτό είναι μπορετό, την λεγόμενη χουσσερλιανή΄΄εποχή΄΄( =τοποθέτηση εντός παρενθέσεως, και προσωρινή αναστολή κρίσεων), προσεγγίζοντας το ΄΄αντικείμενο΄΄ με σχετική, το τονίζω, ανεξαρτησία από τις διαμορφωμένες αντιλήψεις και προϊδεασμούς.
Κατόπιν επανερχόμαστε στο εννοιολογικό πεδίο εμπλουτίζοντας και αναδιαμορφώνοντάς το με τα πορίσματα των συγκεκριμένων, νέων παρατηρήσεων.
Το έργο είναι σισσύφειο και εξαιρετικά ασταθές και αμφισβητούμενο. Ένα μόνο ερώτημα, για να αναδειχθεί το βάθος του προβλήματος: Πως μπορείς να προβείς σε παρατηρήσεις των φαινομένων, χωρίς καμία εννοιολογική προσύλληψη και προϋπάρχουσα ιδέα περί του αντικειμένου που αποπειράσαι να συλλάβεις;
Δεν ξέρω. Τέλος πάντων, ας επιστρέψουμε στην οικονομική κρίση.
Υπάρχει μια βασική διαφορά της παρούσας κρίσης με εκείνην του 1929.
Τότε δεν υπήρχαν περίπλοκα χρηματοοικονομικά προϊόντα με μεγάλη δυσκολία στην αποτίμηση της αξίας τους. Αυτό δημιουργεί μια διαρκή κρίση εμπιστοσύνης προς τους καπιταλιστικούς θεσμούς που δίνουν την εικόνα κάποιου που δημιούργησε μηχανές δήθεν απόλυτα ελεγχόμενες από τους κατασκευαστές τους οι οποίες ξέφυγαν από τον έλεγχο και στράφηκαν εναντίον των δημιουργών τους. Τα τοξικά προϊόντα που δημιούργησαν οι επενδυτικές τράπεζες και διέσπειραν στο ενεργητικό σχεδόν όλων των οικονομικών ιδρυμάτων του πλανήτη, δημιούργησαν μια πρωτόγνωρη κρίση νομιμοποίησης, που αδυνατούν να αποκαταστήσουν τα κρατικά προγράμματα διάσωσης, οι bad banks και οι κεϋνσιανού τύπου συνταγές. Γιατί πολύ απλά κανείς δεν εμπιστεύεται πλέον αυτούς που δημιούργησαν τα τοξικά προϊόντα τέρατα και αυτούς που επέτρεψαν την κυκλοφορία και την διασπορά τους σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη, και κανείς δεν μπορεί να μας βγάλει από το μυαλό ότι αυτές οι πρακτικές δεν θα επαναληφθούν λίαν συντόμως. Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης θα απαιτούσε αλλαγή πλεύσης στην κατεύθυνση της κατάργησης της πλήρους κατάργησης των χρηματοοικονομικών προϊόντων αυτού του τύπου, του περιορισμού των τραπεζών στις παραδοσιακές τραπεζικές εργασίες, την εκ νέου ανακάλυψη από τα golden boys του πουριτανικού είδους του παραδοσιακού καπιταλισμού, την επιστροφή των αξιών της προσωπικής υπευθυνότητας, της διαφάνειας, του αυτοπεριορισμού, της αντίληψης των μακροπρόθεσμων επενδύσεων και της προσδοκίας αποκόμισης ΄΄λογικών΄΄ κερδών κλπ, κλπ. Αυτά όμως σημαίνουν μια τεραστίων διαστάσεων ανθρωπολογική μετάλλαξη του μεταμοντέρνου καπιταλισμού και του ήθους των ανθρώπων του. Μπορεί να συμβεί; Και αυτά στο πλαίσιο μιας ανάλυσης που μπορεί να κάνει κανείς τοποθετούμενος στο εσωτερικό της καπιταλιστικής λογικής, της δικής της οπτικής και των αντιφάσεών της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Αρχειοθήκη ιστολογίου