Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2009

ENAΣ ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΣΤΙΧΟΣ

ENAΣ ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΣΤΙΧΟΣ

΄΄Ημουνα ψηλά στα χαράματα όπως είναι /ψηλά στη σιγή ο αγέννητος αέρας.΄΄, εναρκτήριος στίχος του ποιήματος ΄΄Οι βράχοι της Ύδρας΄΄ του εκλιπόντος Ν. Καρούζου. Έχω ασχοληθεί και στο παρελθόν με το ποίημα αυτό που το θεωρώ ένα από τα σημαντικότερα της νεοελληνικής ποίησης. Όσες φορές και αν το διαβάσω δεν παύει να με εντυπωσιάζει με την δύναμη των εικόνων, την βαθύτητα των νοημάτων και την αδιάπτωτη ένταση της συγκίνησης που καταφέρνει να μεταδώσει στον δεκτικό αναγνώστη.
Πάντα είχα την γνώμη ότι κάθε στίχος αυτής της σύνθεσης συγκροτεί έναν αυτάρκη και πλήρη νοημάτων κόσμο, που μπορεί να σταθεί και μόνος του έξω από το ευρύτερο πλαίσιο του ποιήματος στο οποίο είναι ενταγμένος. Αυτή η άποψή μου ενισχύεται κάθε φορά που ξαναγυρίζω στο ποίημα όπως ο φονιάς στον τόπο του εγκλήματος.
Ο ίδιος ο εναρκτήριος στίχος του εντυπωσιάζει με την απρόσμενα δραματική του οξύτητα που φανερώνει την σπουδή του ποιητή να παρακάμψει με μια βίαιη κίνηση, που όμως φαίνεται τόσο φυσική, όλα τα προδικαστικά ζητήματα και τους καθιερωμένους ποιητικούς κανόνες. Υπάρχει στην τέχνη ένας κανόνας που λέει ότι η ένταση πρέπει να ανεβαίνει σταδιακά και να εισάγεται ο θεατής-ακροατής-αναγνώστης στο παρουσιαζόμενο έργο σταδιακά μέχρι την κορύφωση, η οποία σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να τοποθετείται στην αρχή των δρώμενων. Ακόμη και η ποίηση που είναι μια μορφή τέχνης που την χαρακτηρίζει μια μεγάλη πυκνότητα και σύμπτυξη της ύλης, δεν μπορεί να ξεφύγει εύκολα από αυτήν την αντίληψη. Ας θυμηθούμε έναν από τους σημαντικότερους έλληνες ποιητές και γενάρχες του μοντερνισμού, τον Σεφέρη. Στον ΄΄Τελευταίο Σταθμό΄΄ του ξεκινά: ΄΄Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσουν΄΄, σε χαμηλόφωνο και εξομοληγητικό τόνο για να εντείνει σταδιακά και να αφήσει την οδύνη και την αγωνία του να ξεσπάσει αρκετούς στίχους μετά, ή δείτε πως ο Έλλιοτ ξεκινά την ΄΄Έρημη χώρα΄΄ του με εκείνο το ψυχρό ΄΄April is the cruelest month..΄΄(=ο Απρίλης είναι ο σκληρότερος μήνας), μια επιτηδευμένα ουδέτερη και λιτή έκφραση σαν αναγγελία δελτίου καιρού. Kι ο Μανώλης Αναγνωστάκης σε τόνο ελάσσονα στους ΄΄Τελευταίους στίχους΄΄ του : ΄΄Οι στίχοι αυτοί μπορεί και να ‘ναι οι τελευταίοι…΄΄ .
Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε επί μακρόν σωρεύοντας πολλά τέτοια τεκμήρια που στηρίζουν την άποψη ότι ο εναρκτήριος στίχος ΄΄απαγορεύεται΄΄ δια ροπάλου να περικλείει ασυνήθιστα υψηλή συγκινησιακή ένταση και πάθος. Γι αυτό και ο στίχος του Καρούζου συνιστά μια εξαιρετικά τολμηρή και υψηλού ρίσκου χειρονομία που θέτει εν αμφιβόλω την ευστάθεια και την ισορροπία ολόκληρης της σύνθεσης.
Ο ποιητής λοιπόν με αυτήν του τη στάση τοποθετεί ευθύς εξ αρχής τόνους νιτρογλυκερίνης κάτω από τo σώμα του ποιήματός του. Όταν κάποιος ποιητής αποφασίζει να ξεκινήσει τοποθετούμενος όχι στην περιφέρεια, όπως επιτάσσει η σωφροσύνη, αλλά στο διάπυρο κέντρο της σύνθεσης, επωμίζεται τους μέγιστους των κινδύνων : α)ή πρέπει να συνεχίσει στον ίδιο αδιάπτωτο τόνο και ακόμη και να ανεβάσει την ένταση και να επιταχύνει τους ρυθμούς β)ή να αναγκαστεί να μειώσει ταχύτητες για να επιτρέψει στο ποίημα να ανασάνει προτού επιχειρήσει νέες αναβάσεις. Σε κάθε περίπτωση οι περιπλοκές είναι σοβαρές και δύσκολα διαχειρίσιμες, με ελλοχεύοντα πάντα τον κίνδυνο της διάσπασης της ενότητας του τόνου και της σκέδασης του ποιήματος σε ένα ασύνδετο κατασκεύασμα χωρίς ενιαίο κέντρο, με κάποιους ενδιαφέροντες στίχους διάσπαρτους στην επιφάνειά του.
Η διαρκής μετάβαση από κρεσέντο σε κρεσέντο και η διατήρηση της πίεσης στα ύψη είναι το κύριο πρόβλημα ποιητών του ίδιου φλογερού ταπεραμέντου με αυτό του Καρούζου και πολλές φορές τα ποιήματά ανατινάζονταν σε χίλια δυο κομμάτια προτού ολοκληρώσουν τον στόχο τους.
Αυτά τα αναφέρω σαν γενικό σχολιασμό επί των προβλημάτων που ενσυνείδητα δημιουργεί ο Καρούζος επιλέγοντας-ή μη μπορώντας να κάνει αλλιώς παρά- να ξεκινήσει έτσι. Το αν κατάφερε τελικά να ξεπεράσει τους σκοπέλους και να δώσει ένα αξιόλογο ποίημα είναι ένα ζήτημα με το οποίο δεν σκοπεύω να καταπιαστώ εδώ(βλέπε την σχετική ανάλυση όλου του ποιήματος στο τεύχος 14 του περιοδικού ΄΄Υπαλληλικά΄΄). Όσοι πάντως έχουν διαβάσει το ποίημα κι έχουν νιώσει τον συγκινησιακό κραδασμό που αυτό μεταδίδει, πιστεύω θα συμφωνήσουν ότι τελικά κατάφερε το ακατόρθωτο.
Στον στίχο μας τώρα.
΄΄Ημουνα ψηλά στα χαράματα όπως είναι /ψηλά στη σιγή ο αγέννητος αέρας.΄΄
Ψηλά στα χαράματα- ήμουνα/ψηλά στη σιγή- ο αγέννητος αγέρας. Υπάρχει μια απόλυτη συμμετρία στα δύο ημιστίχια. Τα δύο υποκείμενα ήμουνα και ο αγέννητος αέρας αντιστοιχούν στα χαράματα και στην σιγή που εντοπίζονται ψηλά. Η παρομοίωση του ποιητικού υποκειμένου΄΄ήμουνα΄΄ με τον αγέννητο αέρα, του προσδίδει ασυνήθιστη ένταση και προϊδεάζει για το επικείμενο ξέσπασμα μιας τρομακτικής ανεμοθύελλας. Η αίσθηση αυτή της κυοφορούμενης έκρηξης του υποκειμένου είναι μοναδική. Και πράγματι πριν από την καταιγίδα επικρατεί μια ασυνήθιστη ηρεμία και σιγή στη φύση. Όπως στη σιγή κυοφορείται μυστικά ο αέρας, έτσι και η σιωπή του ποιητή ψηλά στα χαράματα προετοιμάζει το ξέσπασμα του ποιητικού του λόγου. Η χρονική διάσταση ΄΄στα χαράματα΄΄, υποδηλώνει μια προηγηθείσα δύσκολη νύχτα αγρύπνιας, στο τέλος της οποίας η ύπαρξη έχει τεντωθεί και είναι έτοιμη να σπάσει. Ο τόπος που βρίσκει τον ποιητή αυτό το δύσκολο χάραμα είναι ΄΄ψηλά΄΄ σαφής ένδειξη μιας ανάβασης σε ένα βουνό ή οποιοδήποτε άλλο ψηλό σημείο. Αυτή η εντύπωση του υπερυψωμένου σημείου επιτείνεται από την επανάληψη του επιρρήματος ΄΄ψηλά΄΄ στο δεύτερο ημιστίχιο. Ψηλά στη σιγή, σημαίνει στο απώτατο σημείο της σιγής, στο θόλο της, εκεί που η σιγή είναι έτοιμη να εκραγεί και να μετατραπεί σε κάτι άλλο. Υπάρχει πολύ σοβαρός λόγος της διπλής χρήσης του ΄΄ψηλά΄΄. Αφενός υπερτονίζει το ακρότατο σημείο της έντασης στην οποία έχει οδηγηθεί το υποκείμενο και αφετέρου εγκαθιδρύει την απαραίτητη κατοπτική στάση-διάθεση με την οποία θα αντιμετωπίσει εν συνεχεία τα ανθρώπινα αλλά και σύμπασα την δημιουργία.
Θα μπορούσαμε να επισημάνουμε όμως και μια λεπτομέρεια που αφορά στην ΄΄μαστορική΄΄ του ποιητή. Αφαιρέστε από τα δύο ημιστίχια το επίρρημα ψηλά και αντικαταστήστε το ας πούμε με το ΄΄ κοντά΄΄ ή με το ΄΄μέσα΄΄ και βλέπετε αμέσως ότι ο στίχος χωλαίνει, χάνει την πλαστικότητά του και τον δυναμισμό του. Το ίδιο θα συμβεί και αν αφαιρέσετε εντελώς το ΄΄ψηλά΄΄ χωρίς να το αντικαταστήσετε με οποιαδήποτε άλλη λέξη. Πρόκειται για πράγματα που περνούν συνήθως απαρατήρητα από τον αναγνώστη, η λεπτομερής εξέταση όμως αυτών των ΄΄τεχνικών΄΄ ζητημάτων σύνθεσης αποδεικνύει ότι ο καλός ποιητής πρέπει να είναι και επιδέξιος τεχνίτης, και αυτό όντως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Με μερικούς στίχους έχει κανείς την αίσθηση ότι με κάποιο μαγικό τρόπο κάθε λέξη έχει μπει στη σωστή της θέση και ότι οποιαδήποτε αλλαγή ακόμη και η πιο ανεπαίσθητη θα κατέστρεφε το τελικό αποτέλεσμα.
Ο στίχος αυτός καταφέρνει να δημιουργήσει μια υποβλητική ατμόσφαιρα και μια αίσθηση προσμονής ενός ξεσπάσματος που δεν πρόκειται να αργήσει η εκδήλωσή του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο κινητοποιείται ο ψυχικός κόσμος του αναγνώστη διεγείρεται το ενδιαφέρον του και μ’ ένα αρχικό απότομο τράνταγμα ο ποιητής τον βγάζει από την στάση του απαθούς θεατού και τον τραβάει, σχεδόν δια της βίας, να τον ακολουθήσει στο τραχύ και δύσβατο μονοπάτι της υπαρξιακής του αναζήτησης.
-----*-----

Δεν υπάρχουν σχόλια: