Δευτέρα, 18 Μαΐου 2009

Η κεντρική απορία της γνώσης

Στο έργο του Πλάτωνα Μέμνων θεματοποιείται με μεγάλη καθαρότητα το εν λόγω πρόβλημα.
Στην ερώτηση πως μπορούμε να γνωρίζουμε κάτι, δύο ουσιαστικά απαντήσεις μπορούν να δοθούν: α)είτε γνωρίζουμε εκ των προτέρων αυτό το οποίο μαθαίνουμε β) είτε δεν το γνωρίζουμε και επομένως δεν μπορούμε να αντιληφθούμε ότι το γνωρίζουμε.
Ο Πλάτων λύνει το πρόβλημα δια της θεωρίας του εμφύτου της γνώσης. Η σύλληψή του είναι μεγαλοφυής, αλλά για να την κατανοήσουμε πρέπει πρώτα να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε το πρόβλημα σε όλο του το βάθος.
Πως γνωρίζω κάτι; πως γνωρίζω ότι η γνώση που αποσπώ από κάποιο αντικείμενο είναι θετική και έγκυρη; Από την στιγμή που ένα υποκείμενο διατείνεται ότι αποκτά μια γνώση πως είναι δυνατός ο έλεγχος αυτού του ισχυρισμού; Ο νεωτερικός επιστήμονας θα απαντήσει δια της παρατήρησης, του πειραματικού ελέγχου και της λογικής-διαλεκτικής βασάνου στην οποία υποβάλλεται η άποψή μου. Αυτή όμως η απάντηση δεν ήταν άγνωστη στον Πλάτωνα και τους στοχαστές της εποχής του, έστω και αν είχε ελαφρώς παραλλαγμένη μορφή. Η αντιπαραβολή των απόψεων με την παρατήρηση της πραγματικότητας, τις εμπειρικές γνώσεις, και τις γνώμες των άλλων εφαρμοζόταν και τότε.
Η προσφυγή όμως σε όλα αυτά δεν επιλύει το πρόβλημα. Οι άλλοι, οι εμπειρίες, οι παρατηρήσεις, έχουν όλα μια έντονη υποκειμενική σφραγίδα. Ακόμη και τα πειραματικά όργανα, οι διαδικασίες και οι πειραματικές διατάξεις, επινοούνται και οργανώνονται από τα υποκείμενα. Ακόμη και η προσφυγή στην επικρατούσες γνώμες της κοινότητας των ειδικών ενός κλάδου, δεν ξεφεύγουν από αυτόν τον υποκειμενικό περιορισμό.
Ο Πλάτων μπορεί να μην είχε στη διάθεσή του μικροσκόπιο, τηλεσκόπιο, ή τα πολύπλοκα όργανα ακριβείας και τις πανάκριβες πειραματικές διατάξεις που διαθέτει το CERN και η NASA αλλά και αν τα είχε πάλι την ίδια απορία θα διατύπωνε, ίσως με διαφορετικό τρόπο, αλλά η κεντρική απορία θα παρέμενε το ίδιο αδάμαστη. Εμείς, τα ανθρώπινα υποκείμενα, είμαστε που διατεινόμαστε ότι ανακαλύπτουμε ή προσεγγίζουμε την αλήθεια, και αυτό πάντα θα σημαδεύει αυτήν την δραστηριότητά μας.
Εξάλλου πως γνωρίζουμε ότι οι μέθοδοί μας είναι και οι ορθότερες; Τα κριτήρια των επαληθεύσεών μας από πού αντλούν την εγκυρότητά τους; Από κάποια άλλα κριτήρια; Και αυτά με τη σειρά τους από πού αντλούν την δική τους εγκυρότητα;
Πως μπορούμε να γνωρίζουμε ότι η γνωσιακή πορεία μας έχει συμπτωτική ή έστω ασυμπτωτική τροχιά προς την αλήθεια;
Διότι για να έχει κάτι συμπτωτική ή ασυμπτωτική τροχιά προς κάτι άλλο πρέπει ήδη να διαθέτουμε μια σταθερή και βέβαιη γνώση αυτού προς το οποίο κατευθυνόμαστε.
Για να ξέρουμε ότι πλησιάζουμε ή απομακρυνόμαστε από κάτι, πρέπει ήδη να γνωρίζουμε αυτό το κάτι, εάν όχι εξαντλητικά πάντως σε αρκετά μεγάλο βαθμό.
Βλέπουμε λοιπόν γιατί ο Πλάτων κατέληξε στην θεωρία του εμφύτου της γνώσης. Σε μια πρώτη προσέγγιση και για τον ανυποψίαστο αναγνώστη, η πλατωνική προσέγγιση φαντάζει πρωτόγονη και χοντροκομμένη.
Εντελώς συνοπτικά ο Πλάτων σκέφτηκε ότι: Η ψυχή ζούσε κάποτε σε έναν υπερουράνιο τόπο όπου βρισκόταν σε στενή συνάφεια με τις ιδέες(είδη, μορφές) που αποτελούν τον αληθινό κόσμο των πρώτων αρχών και αιτίων. Η μεταγενέστερη έκπτωση της ψυχής είχε σαν συνέπεια την λησμονιά αυτής της γνώσης, στην οποία με πολύ κόπο και προσπάθεια μπορεί να ξαναφτάσει η ψυχή δια της ανα-μνήσεως. Δηλαδή η γνώση είναι έμφυτη, αλλά έχει επέλθει λήθη, και η επανάκτησή της, η ανάσυρσή της από την λήθη(=α-λήθεια), προϋποθέτει μια συστηματική και επίμονη διαδικασία ανάβασης προς τις ξεχασμένες πηγές.
Η Πλατωνική κατασκευή παρόλες τις ανιμιστικές της συνδηλώσεις είναι εξαιρετικά μοντέρνα, διότι προσπαθεί να αντιμετωπίσει κατά μέτωπο τις απορίες της γνώσης και να τις υπερβεί χωρίς υπεκφυγές και μισόλογα. Επανασυνδέεται δε με πολλές πλευρές σύγχρονων θεωρήσεων που αναπτύσσονται σε πολλούς κλάδους του επιστητού, βλέπε πχ τις γλωσσολογικές απόψεις του Τσόμσκι.
Αφού λοιπόν δεν υπάρχει κατ’ ουσίαν τρόπος να ξέρουμε ότι κάτι που λέμε πως το γνωρίζουμε, το γνωρίζουμε όντως, τότε η μόνη εναλλακτική οδός είναι η άποψη ότι γνωρίζουμε ήδη αυτό το οποίο προσπαθούμε να μάθουμε. Πρόκειται για ένα παράδοξο στα δίχτυα του οποίου πελαγοδρομεί έκτοτε η σκέψη, γιατί και αυτή η ομολογουμένως μεγαλοφυής λύση, από τη στιγμή που θα διατυπωθεί ανακινεί πληθώρα προβλημάτων και αποριών. Ο Αριστοτέλης επεσήμανε πρώτος ότι είναι τουλάχιστον περίεργο και αξιοθαύμαστο το να δεχθούμε ότι κατέχουμε μια τέτοια θεϊκή γνώση-αναφερόταν κυρίως στη γνώση των πρώτων αρχών και αιτίων- και να το έχουμε λησμονήσει. Ο ίδιος βέβαια δεν κατάφερε να απαντήσει με συμπαγή και ενιαίο τρόπο στην απορία του πλατωνικού Μέμνωνα ταλαντευόμενος ανάμεσα στον εμπειρισμό και τον ορθολογισμό.
Επιπλέον όπως έχω επισημάνει και αλλού, αυτή καθεαυτή η πλατωνικού τύπου πρόσβαση των καθ’ έκαστον υποκειμένων στον αληθινό κόσμο των ιδεών-μορφών δια της αναμνήσεως, προϋποθέτει νοητικές διαδικασίες αναγωγής ομοιόμορφες από όλα αυτά τα υποκείμενα που είναι εξαιρετικά αμφίβολο κατά πόσον μπορούν να πραγματοποιηθούν. Και ποιος εγγυάται ότι η δική μου ανάβαση προς εκείνον τον κόσμο είναι ορθότερη από την δική σου; Υποτίθεται ότι οι ψυχές κατά την προγενέστερη φάση της ύπαρξής τους ενδιαιτώντο στον ίδιο τόπο και εκεί εθεώντο τις ίδιες ουσίες, αλλά μιας και εκείνη η γνώση έχει λησμονηθεί και ξεθωριάσει, πως το κάθε υποκείμενο θα γνωρίζει ότι οι δικές του προσπάθειες βρίσκονται στον σωστό δρόμο; Συγκρίνοντάς τες με τις προσπάθειες των άλλων οδοιπόρων; Ανταλλάσσοντας εμπειρίες και απόψεις με αυτούς; Κι ακόμη κι έτσι γιατί οι δικές τους προσπάθειες να είναι πιο ορθές ως μέτρο σύγκρισης; Για να εκτιμηθεί με αντικειμενικότητα το ορθό/λάθος δύο γραμμών πλεύσης πρέπει να υπάρχει μια τρίτη γραμμή πλεύσης που να έχει γίνει αποδεκτό ως κανόνας ή μέτρο όλων των πλεύσεων και να αποτελεί το ύστατο κριτήριο, αλλά τέτοιο υπερ-κριτήριο δεν υπάρχει. Το πρόβλημα παραμένει αδάμαστο και καθίσταται ακόμη οξύτερο εάν μεταβούμε από τον αντικειμενικό ιδεαλισμό στις διάφορες εκδοχές του νεώτερου υποκειμενικού ιδεαλισμού.

Δεν υπάρχουν σχόλια: