Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2008

ΟΙ ΒΑΘΥΤΕΡΕΣ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΕΣ ΤΟΥ ΤΟΥΡΜΠΟΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

Η παραχώρηση στεγαστικών δανείων από αμερικανικές τράπεζες και η αδυναμία των δανειοληπτών να τα αποπληρώσουν αποκάλυψε ότι οι τράπεζες δεν είχαν το απαιτούμενο κεφαλαιακό απόθεμα για να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους. Για να ξεπεράσουν το πρόβλημα ρευστότητάς τους, οι τράπεζες παραχώρησαν ομόλογα με ευνοϊκούς όρους σε επενδυτικές τράπεζες, μεταθέτοντας ουσιαστικά σε αυτές το πρόβλημα της αφερεγγυότητας των δανειοληπτών τους. Αυτές, με τη σειρά τους, «τιτλοποίησαν» τα δάνεια των τοπικών τραπεζών, δημιουργώντας με αυτά πιστωτικά παράγωγα, τα οποία πούλησαν σε άλλα ιδρύματα (τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία κ.λπ.) ή ιδιώτες. Η «πυραμίδα» αυτή δεν άργησε ασφαλώς να καταρρεύσει και να αποκαλυφθεί το γεγονός ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει το χαρακτήρα της φούσκας. Τα παράγωγα που δημιούργησαν οι μεγάλες επενδυτικές τράπεζες ονομάστηκαν «τοξικά», καθώς βασίζονταν στα πακεταρισμένα δάνεια υψηλού ρίσκου που είχαν δώσει οι τοπικές τράπεζες.
Αυτό που για εμάς έχει σημασία είναι, όχι τόσο να περιγράψουμε τις οικονομικές πλευρές ή συνέπειες του φαινομένου, αλλά να δούμε την ευρύτερη κοινωνική ή κοινωνιολογική του σημασία και πιο συγκεκριμένα τις ανθρωπολογικές προϋποθέσεις του· αυτό, με άλλα λόγια, που μας δείχνει τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται και συμπεριφέρονται σήμερα τα άτομα, τόσο σε επίπεδο διεύθυνσης και διαχείρισης της κοινωνίας, όσο και σε επίπεδο ατομικής ζωής. Πιστεύουμε ότι ο τρόπος με τον οποίο έχει νόημα να προσεγγίζουμε τα οικονομικά φαινόμενα είναι αυτός της οικονομικής ανθρωπολογίας. Μόνο εξεταζόμενα σε συνάρτηση με τις εξελίξεις στις υπόλοιπες κοινωνικές σφαίρες (πολιτική, κουλτούρα κ.λπ.) μπορούν να γίνουν κατανοητά.
Βάσει αυτών των αρχών πρέπει να πούμε ότι η σημερινή κρίση δεν είναι μόνο οικονομική αλλά και ανθρωπολογική. Οι δύο παράγοντες που την προκάλεσαν (η γενίκευση του εύκολου και ριψοκίνδυνου δανεισμού και η αποχαλίνωση των χρηματαγορών, που επέτρεψε το πακετάρισμα των δανείων και την κερδοσκοπία με τα παράγωγα) αποτελούν χαρακτηριστική έκφραση του τύπου ανθρώπου που παράγει ο σημερινός καπιταλισμός. Βασικό χαρακτηριστικό αυτού του τύπου είναι η ανευθυνότητα.
Εν προκειμένω αυτή η ανευθυνότητα εκφράστηκε σε δύο επίπεδα: πρώτον, στο επίπεδο της κατανάλωσης, με τους καταναλωτές, συχνά από χαμηλά εισοδήματα (μειονότητες κ.λπ.), οι οποίοι, στα πλαίσια της γενικής επιτρεπτικότητας και ανευθυνότητας, αφέθηκαν να δελεαστούν απ’ τους ευνοϊκότατους όρους των τραπεζών και πήραν δάνεια τα οποία γνώριζαν ότι δε θα μπορούσαν να αποπληρώσουν (αφού οι μηνιαίες δόσεις ξεπερνούσαν το μισθό τους)∙ δεύτερον, στο επίπεδο της οικονομικής διαχείρισης, όπου, από τη μια μεριά, το κράτος και η Κεντρική Τράπεζα ενθάρρυναν με κάθε τρόπο τον επικίνδυνο δανεισμό, χωρίς, την ίδια στιγμή, να επιβάλλουν την παραμικρή ρύθμιση στις χρηματαγορές, και οι γιάπι κι οι διευθυντές των μεγάλων τραπεζών, απ’ την άλλη, που μέσα στη γενική ανευθυνότητα και αφελή αισιοδοξία τους έκαναν ριψοκίνδυνα κερδοσκοπικά παιχνίδια με τα ιδιαιτέρως πολύπλοκα παράγωγα. Μόνο ο σημερινός τύπος ανθρώπου θα μπορούσε να επιτρέψει τόση ανευθυνότητα και διοικητική προχειρότητα μαζεμένη.
Γιατί όμως ο δανειολήπτης παίρνει ένα δάνειο που δε μπορεί να αποπληρώσει; Γιατί θέλει να καταναλώνει περισσότερα απ’ όσα κερδίζει;
Υποθέτουμε, εν πάση περιπτώσει, ότι ένας βασικός, ίσως ο βασικότερος λόγος που παίρνει κάποιος δάνειο είναι για να ικανοποιήσει τις καταναλωτικές του ανάγκες .
Με άλλα λόγια για να μπορέσει να καλύψει διά του καταναλωτισμού το κενό νοήματος που του προκαλεί η μεταμοντέρνα κοινωνία, το ολοκληρωτικό δηλαδή άδειασμα της ζωής του από κάθε περιεχόμενο, από κάθε τι που θα μπορούσε να του επιτρέψει να δοθεί ή να αφιερωθεί με πάθος. Ασφαλώς, όπως είναι γνωστό το κενό αυτό δεν καλύπτεται απλά από τον καταναλωτισμό, μιας και αυτός αδυνατεί εκ των πραγμάτων, να απαντήσει στα βαθιά υπαρξιακά προβλήματα που θέτει το ζήτημα του νοήματος που μια κοινωνία δίνει στα μέλη της για να μπορέσουν αυτά να μετουσιώσουν τις ματαιωμένες επιθυμίες τους. Η ψευδαίσθηση ότι ο καταναλωτισμός μπορεί να προσφέρει κάτι σε αυτή την κατάσταση φτάνει στα όριά της με τη διαπίστωση ότι αυτό που μπορεί να προσφέρει η κατανάλωση και η χρονοβόρα ενασχόληση με την απόκτηση των χρημάτων που αυτή απαιτεί, είναι η απλή αποστροφή του βλέμματος από το πρόβλημα του κενού νοήματος, δηλαδή του γεγονότος ότι η ζωή των ατόμων έχει χάσει κάθε σχεδόν νόημα, πράγμα που συνιστά το πιο περίπλοκο και δυσεπίλυτο ζητήμα των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών. Στη περίπτωση της χρηματοπιστωτικής κρίσης μιλάμε κατεξοχήν για δάνεια που ανταποκρίνονταν σε καταναλωτικές ανάγκες. Διότι ακόμα και τα δάνεια που δόθηκαν στα φτωχότερα στρώματα ήταν έτσι οργανωμένα ώστε, και στην περίπτωση ακόμα που ο δανειολήπτης στόχευε απλώς στην έξοδο από μια κατάσταση σχετικής ανέχειας, εν τέλει τον εισήγαγαν στη λογική της προσπάθειας ανόδου στην ιεραρχία του καταναλωτικού στάτους. Πράγμα που φαίνεται κι απ’ το είδος των κατοικιών που κατασχέθηκαν. Συνεπώς, μια βασική συνιστώσα του προβλήματος είναι ο καταναλωτισμός, το γεγονός ότι, αφενός, ο καπιταλισμός έχει αναπτύξει τον τύπο εκείνο του ανθρώπου που ζει για να καταναλώνει, χωρίς να σκέφτεται τις συνέπειες και, αφετέρου, ότι η προσφορά της αφειδούς κατανάλωσης είναι το μόνο στο οποίο μπορεί να στηριχτεί το σύστημα, αφού έχει καταστρέψει τις αξίες και τις κοινωνικές παραστάσεις, οδηγώντας στη γενικευμένη ασημαντότητα.
Το γεγονός δείχνει μια σημαντική ανευθυνότητα των ανθρώπων απέναντι στις στοιχειώδεις υποχρεώσεις τους, ακόμα κι αν αυτές καθορίζονται από το ληστρικό τρόπο με τον οποίο τους συμπεριφέρονται οι τράπεζες. Γιατί κανένας απ’ αυτούς δε μιλάει για την ανάγκη περιορισμού του ποσοστού κέρδους των τραπεζών, ούτε καν ψηφίζει τα κόμματα που υποστηρίζουν τέτοιες παρεμβατικές πολιτικές. Οι άνθρωποι είναι ανεύθυνοι απέναντι στα πάντα. Ακόμα και απέναντι σ’ αυτό που τους βασανίζει καθημερινά, τη δόση του δανείου. Είναι γνωστό ότι η δημιουργία της πίστωσης απ’ τον καπιταλισμό προώθησε σε ουσιώδη βαθμό την ηδονοθηρία και την έλλειψη υπευθυνότητας που χαρακτηρίζουν τις σημερινές επιτρεπτικές κοινωνίες. Λογικό: όταν ο άλλος δε βλέπει άμεσα, χειροπιαστά, το χρήμα που ξοδεύει, το σκορπάει δίχως πολλή σκέψη. Σήμερα ισχύει το ΄΄σου δίνουμε χρήμα για να καλύψεις, ανώδυνα, τα αποτελέσματα της προηγούμενης ανευθυνότητάς σου΄΄.
Μέσα στο πνεύμα αυτό, όλοι σπεύδουν να πάρουν τα δάνεια τους και κατόπιν δουλεύουν σαν είλωτες για να τα ξεπληρώσουν. Γιατί τα χρέη στις τράπεζες συνιστούν ένα σύγχρονο είδος δουλοπαροικίας. Και στο τέλος δεν αισθάνονται ούτε είναι ικανοί να ανταποκριθούν είτε στη δόση του δανείου είτε σε έναν υποτιθέμενο πολιτικό και κοινωνικό αγώνα που απαιτείται για να μη γίνονται οι ίδιοι είλωτες των τραπεζών. Πού πήγε η ορθολογικότητα κύριε οικονομολόγε;
Παλιά οι τραπεζίτες έδιναν δάνεια σε ανθρώπους αξιόπιστους και προσδοκούσαν λογικά κέρδη- τόσο λογικά, που οι τράπεζες νέου τύπου (βλέπε π.χ Λίμαν Μπράδερς) τα αντιμετώπιζαν περιφρονητικά.
Την τωρινή κατάληξη οι τραπεζίτες παλιάς κοπής θα την είχαν προβλέψει με ευκολία.
Ας περάσουμε στο δεύτερο και στο τρίτο στάδιο της κρίσης, στη διπλή απάτη των τραπεζών που απόλυτα αποχαλινωμένες από το άνευ όρων κυνήγι του κέρδους και την απληστία τους, δανείζουν με μεγάλη ευκολία ελπίζοντας ότι θα δώσουν στον ίδιο δανειολήπτη και δεύτερο δάνειο που θα ξεπληρώσει το πρώτο και τρίτο που θα ξεπληρώσει το δεύτερο κ.λπ. Και θεωρούν ότι η μπλόφα θα συνεχίζεται επ’ άπειρον μιας και το ταμείο δε θα ξεμείνει ποτέ. Αλλά και όταν ξεμείνει μεταβιβάζουν τα φέσια, τιτλοποιημένα στους «μεγάλους αδελφούς» του καπιταλιστικού συστήματος, τις μεγάλες τράπεζες, λες και δεν ξέρουν ότι η απάτη αυτή μπορεί να οδηγήσει το σύστημα σε κατάρρευση. Δεν πρόκειται απλά για έναν «ανορθολογισμό» του καπιταλισμού, πρόκειται για το δομικό χρακτηριστικό ενός συστήματος που λειτουργεί πέρα από κάθε υποτιθέμενη ορθολογικότητα, ειδικά στη σημερινή, νεοφιλελεύθερη απορρύθμισή του. Η βασική αρχή δεν είναι πλέον η «ανάπτυξη» ή η «πρόοδος» (αφού έχουν καταρρεύσει κι αυτές, ως ιδεολογίες, αν και όχι ως πρακτικές, μέσα στα πλαίσια της γενικής αποσύνθεσης των σημερινών καθεστώτων), αλλά το πώς θ’ αρπάξουμε πιο πολλά. Χωρίς κανένα κανόνα. Με κάθε κόστος, ακόμα και μ’ αυτό της κατάρρευσης του συστήματος που μας εκτρέφει, δηλαδή του ίδιου του καπιταλισμού. Το χρήμα είναι η υπέρτατη «αξία» της κοινωνίας χωρίς αξίες. Οι τύποι του «αυτοδημιούργητου», εργατικού πουριτανού όπως επίσης και του «δημιουργικού» επιχειρηματία είναι παρελθόν. Ζούμε στην εποχή του επιχειρηματία γκάνγκστερ. Αλλά ζούμε και στην εποχή του ανθρώπου μικρο-γκάνγκστερ, όπου ο αμοραλισμός αποτελεί τον κανόνα. Ποιόν ενδιαφέρει στ’ αλήθεια το οικολογικό κραχ που θα συμβεί σε 20 μόλις χρόνια; Κανέναν. Εκτός βέβαια απ’ τους μεγαλο-«οικολόγους» τύπου Αλ Γκορ. Ποιόν ενδιαφέρει στ’ αλήθεια αν η οικονομική ευμάρεια, η ανάπτυξη και η απληστία της Δύσης, αλλά όχι μόνο (ας μην ξεχνάμε και την Κίνα, την Ινδία ή την Ιαπωνία), βασίζεται στην κατασπατάληση των ενεργειακών πόρων του πλανήτη, στην απόλυτη εκμετάλλευση του «ανθρώπινου δυναμικού» του τρίτου κόσμου, στην καταστροφή του περιβάλλοντος; Κανέναν. Γιατί κανένας δεν παραδέχεται ότι αν θέλουμε να ξεφύγουμε από τα προβλήματα αυτά, οφείλουμε να αλλάξουμε την ίδια τη μορφή του κόσμου και τον ίδιο τον ανθρωπολογικό τύπο που έχουμε δημιουργήσει εδώ και 3-4 αιώνες. Ποιός είναι διατεθειμένος να το κάνει αυτό; Ποιός έχει σοβαρότητα και υπευθυνότητα αντίστοιχη με την κρισιμότητα του ζητήματος;
Από τον τύπο του κράτους νυχτοφύλακα έχουμε περάσει στον τύπο του κράτους μπέιμπι σίτερ. Γιατί αρχικά η Κεντρική Ομοσπονδιακή Τράπεζα για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα ρευστότητας έσπευσε να ρίξει στην αγορά άφθονο χρήμα μέσω άμεσων δανειοδοτήσεων ακόμα και σε μη τραπεζικούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς τους οποίους αδυνατεί να ελέγξει, και οι οποίοι δεν είναι καθόλου απίθανο να αρχίσουν τα ίδια ή αντίστοιχα παιχνίδια, αφού είναι βέβαιο ότι με τέτοιους τρόπους θα εξασφαλίσουν εύκολο χρήμα. Και στη συνέχεια οι κυβερνήσεις των κρατών της Δύσης έσπευσαν να κοινωνικοποιήσουν τα χρέη των τραπεζών, πράγμα που είχαν ξεχάσει εδώ και δεκαετίες να κάνουν για τα κέρδη τους. Το κράτος δηλαδή, την κεϊνσιανή παρεμβατικότητα του οποίου αναπόλησαν πολλοί τελευταία, έδωσε στα κακομαθημένα παιδιά (τραπεζίτες, μεγαλοστελέχη, golden boys, δανειοδότες αλλά και, κατ’ επέκταση, δανειολήπτες) καινούργια παιχνίδια για να παίζουν, αφού αυτοί κατέστρεψαν τα προηγούμενα.
Το οικονομικό σύστημα, όπως έχει διαμορφωθεί, αποτελεί μια γιγαντιαία φούσκα η οποία ξεφουσκώνει κάθε τόσο μέσω των περιοδικών κρίσεων, αλλά δε σκάει. Πρόκειται να σκάσει σύντομα και εκ των πραγμάτων, όταν θα αρχίσουν να εμφανίζονται στην καθημερινότητα οι επιπτώσεις της οικολογικής κρίσης. Το σύστημα αυτό βασίζεται σε μια σειρά από απάτες και στρεβλωμένες πραγματικότητες, όπως οι κίβδηλοι «ρυθμοί ανάπτυξης», οι πληθωρισμοί και τα ΑΕΠ Πάνω σε τέτοια θεμέλια οικοδομούνται εθνικές οικονομίες και διεθνείς επενδύσεις. Οπότε, δεν πρέπει να μας ξαφνιάζουν τα περιοδικά κραχ, ακόμα κι αν λαμβάνουν την έκταση του σημερινού. Πρέπει μάλιστα να μάθουμε να ζούμε σε ένα περιβάλλον εικονικής πραγματικότητας αντίθετο από κείνο της «πραγματικής», προς το οποίο μας εκπαιδεύει η παρακολούθηση του δελτίου ειδήσεων που επιμένει ότι ο πληθωρισμός είναι στο 4,5% μετά τα ψώνια στο σούπερ μάρκετ. Η εικονική αυτή πραγματικότητα δεν είναι παρά η συνολική άποψη της υπερτροφίας της οικονομίας (ως βασικού κινήτρου και μοναδικής ανθρώπινης δραστηριότητας). Επειδή ζούμε σε μία οικονομιστική κοινωνία, όπου η οικονομική (παραγωγή και κατανάλωση) θεωρείται η βασική αν όχι η μοναδική δραστηριότητα του ανθρώπου, η οικονομία γίνεται το κέντρο του σύμπαντος. Και όταν το κέντρο του σύμπαντος είναι πλασματικό, η πλασματικότητα επεκτείνεται απειλητικά, όπως η έρημος για την οποία μιλάει ο Νίτσε.
Από την εποχή που ο καπιταλισμός μετατόπισε το κέντρο βάρους στις υπηρεσίες και ιδιαιτέρως από την εποχή που το χρήμα πουλιέται και αγοράζεται σε καζινοποιημένα διεθνή χρηματιστήρια, η οικονομία έχασε ένα μεγάλο μέρος του πραγματικού της χαρακτήρα και μετουσιώθηκε σε παίγνιο στο οποίο το μόνο που μετρά είναι να ξέρεις να μπλοφάρεις, να καιροσκοπείς και να αισχροκερδείς, σ’ ένα περίεργο είδος ηλεκτρονικού παιχνιδιού, όπου τα πραγματικά ρίσκα διαγράφονται μέσω της μετακύλισής τους σε οικονομικά προϊόντα-«τέρατα» σαν τα πιστωτικά παράγωγα. Σε αυτό συνέβαλε και η μετακύληση του οικονομικού ενδιαφέροντος από τα υλικά προϊόντα στις υπηρεσίες, μια δεδομένη δηλαδή απο-υλικοποίηση της οικονομίας που έχει λάβει χώρα εδώ και μερικές δεκαετίες. Συναρτώνται επίσης αυτής της πλασματικοποίησης οι δυνατότητες εύκολης και «επιτρεπτικής» πίστωσης για τις οποίες μιλήσαμε παραπάνω ή το «πλαστικό» χρήμα. Η πλασματική πλευρά της οικονομίας έχει υπερισχύσει της πραγματικής οικονομίας. Για παράδειγμα μία «υγιής», εισηγμένη στο χρηματιστήριο επιχείρηση υπόκειται απολύτως στους ψυχολογικούς όρους με τους οποίους το τελευταίο λειτουργεί και μπορεί παρότι «υγιής» να καταρρεύσει μέσα σε μία μόλις στιγμή, αν οι γενικοί δείκτες κάνουν την απαιτούμενη βουτιά. Αυτό θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε και διαφορά της λογιστικής από τη χρηματιστηριακή αξία μιας επιχείρησης. Στο ίδιο πλαίσιο μπορούμε να εντάξουμε κι αυτό που ορισμένοι οικονομολόγοι αποκαλούν «δικτατορία των μετόχων» ή «θεμελιώδη κρίση της σχέσης των μετόχων με τους μάνατζερ»: το γεγονός δηλαδή ότι οι εταιρίες αντικαθιστούν όλο και περισσότερο τη λήψη δανείων απ’ τις τράπεζες, ως μορφή χρηματοδότησης, από την εισαγωγή στο χρηματιστήριο και την έκδοση μετοχών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, πολύ συχνά, οι μεγαλοεπενδυτές (και κυρίως οι επενδυτικοί οργανισμοί) να παρεμβαίνουν και να παραγκωνίζουν τα Δ.Σ. των εταιριών στων οποίων τις μετοχές έχουν επενδύσει, όταν οι πολιτικές των τελευταίων δεν ανταποκρίνονται στα συμφέροντά τους.
Για να συλλάβουμε το επίπεδο της πλασματικότητας, ας αναλογισούμε μονάχα τι μπορεί να σημαίνει να πουλάς χρήμα ή –ακόμα χειρότερα- να πουλάς την προσδοκία ή το ρίσκο να εισπράξεις ή να μην εισπράξεις χρήμα. Και ας αναλογιστούμε μια οικονομία βασισμένη σε τέτοιου είδους «ιδεατότητες». Αυτό που αποδεικνύεται από σκάνδαλα που βγαίνουν στη επιφάνεια κάθε τόσο -π.χ. Siemens- είναι η πλήρης κυριάρχηση του οικονομιστικού φαντασιακού και η αδυναμία του ίδιου του καπιταλισμού να αυτοαναπαραχθεί, αναπαράγοντας εκείνο τον τύπο ανθρώπου και τους αντίστοιχους θεσμούς που θα κάνουν δυνατή τη διατήρηση του συστήματος, βάζοντας φρένο στις εγγενείς –όπως φαίνεται- αυτοκαταβροχθιστικές τάσεις που εκδηλώνονται ως απεριόριστο και χωρίς κανένα όρο κυνήγι του κέρδους. Το σύστημα δείχνει, για παράδειγμα, ανίκανο να δημιουργήσει το συνεπή εκείνο υπάλληλο που θα επανδρώσει το θεσμό ο οποίος θα διασφαλίσει τα θεμιτά όρια του ανταγωνισμού, ώστε ο τελευταίος να λειτουργήσει προς το συμφέρον της υγιούς επιχειρηματικότητας και του καταναλωτή. Φαίνεται ανίκανο να αναπαράγει το ήθος της παραδοσιακής τραπεζικής που ακολουθούσε «συντηρητική» πολιτική και δεν αφηνόταν στα επικίνδυνα παιχνίδια με τα παράγωγα. Ή φαίνεται επίσης ανίκανο να δημιουργήσει τον συνεπή τύπο του υπαλλήλου ή του δικαστή που θα καταπολεμήσει τη φοροδιαφυγή και τη διαφθορά. Αυτά δεν είναι τυχαία περιστατικά, αδυναμίες συγκεκριμένων προσώπων, αλλά δομικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού. Οι «στρεβλώσεις της αγοράς» δεν είναι πρόσκαιρα ή τυχαία γεγονότα αλλά αναπτύξεις της ίδιας της λογικής του συστήματος, σάρκα από τη σάρκα του. Έτσι είναι απολύτως αβέβαιο ότι ένα σύστημα που βασίζεται στον πόλεμο όλων εναντίον όλων, όπου κάθε ρυθμιστική αξία έχει χαθεί και όπου η αρπακτικότητα και ο αμοραλισμός είναι οι μοναδικοί κοινοί τόποι, δε θα φτάσει σύντομα στα όριά του. Φυσικά το κράτος μπέιμπι σίτερ εγγυάται προς το παρόν τη συνέχιση αυτής της κατάστασης. Απολύτως σύμφωνη με το οικονομιστικό φαντασιακό, που θεωρεί ότι η οικονομία είναι το θεμέλιο όλων των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων, και η «πολιτική» εμφανίζεται απόλυτα υποταγμένη στο χρήμα. Ή οι πολιτικοί είναι αυτοί που εισπράττουν τις βαλίτσες της Siemens. Ο πολιτικός που χρηματίζεται ή που δημιουργεί offshore εταιρείες είναι ο τύπος πολιτικού που αντιστοιχεί σε αυτό το σύστημα. Και οι παντός είδους Ανδριανόπουλοι που βλέπουν το κράτος ως παράγοντα που απειλεί την «ελεύθερη» (χα) αγορά και τους μεταφυσικούς όρους που τη συνέχουν, που ονειρεύονται «ανόθευτους ανταγωνισμούς» είναι βαθιά νυχτωμένοι, οφθαλμοφανώς πια αμήχανοι και βυθισμένοι σε μία ιδεοληψία σχεδόν απόλυτα αποκομμένη από την πραγματικότητα του σύγχρονου ξεσαλωμένου καπιταλισμού
Ποιά είναι οι λύση; Ας γίνουμε λίγο κουραστικοί: Η λύση είναι η αναγέννηση εκείνου του τύπου ανθρώπου που μπορεί να στοχάζεται αυτό που κάνει, να φαντάζεται και να επιθυμεί ένα διαφορετικό κόσμο και να αγωνίζεται γι’ αυτόν. Η λύση είναι η αναζωπύρωση της επιθυμίας να ζούμε σαν άνθρωποι και όχι σαν δουλοπάροικοι, σαν τηλεκατευθυνόμενα ρομπότ, σαν καταναλωτικά ζόμπι. Η λύση είναι να ενεργοποιηθούμε για να περιορίσουμε το τεράστιο χάσμα μεταξύ Βορρά και Νότου, την εκμετάλλευση και την κατασπατάληση των πόρων του Τρίτου Κόσμου και τις μεγάλες οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών. Η λύση είναι να αναγνωρίσουμε ότι ο πλανήτης καταστρέφεται μέρα με τη μέρα και δεν υπάχουν περιθώρια αναβολής μιας ουσιαστικής ενεργοποίησής μας προς την αλλαγή του εαυτού μας και του κόσμου· προς το σταμάτημα της οικονομικής μεγέθυνσης και την ανάσχεση της ανάπτυξης.

5 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

"but quite simply passed over in silence or forgotten, while some naive and far-fetched inventions, such as "supply-side economics" or "monetarism," have held the inside track at the same time that the crooners of neoliberalism present their aberrations as common-sense established facts, the absolute freedom of capital movements is in the process of ruining entire sectors of production in almost all countries, and the world economy is being transformed into a planetary casino"................................"The regime has shunted aside on its own the few means of control one hundred and fifty years of political, social, and ideological struggles had succeeded in imposing upon it. The lawless [anomique] domination of the predatory "barons" of industry and finance in the United States at the end of the nineteenth century offers us but a pale precedent. Transnational firms, financial speculation, and even Mafias in the strict sense of the term are now roving the planet, and they are guided solely by the short-term view of their profits".

Cornelius Castoriadis "The rationality of capitalism"

Ανώνυμος είπε...

Στον χώρο της ελευθεριακής αριστεράς έχει ανοίξει εδώ και αρκετό καιρό μια συζήτηση σχετικά με την φύση της τρέχουσας οικονομικής κρίσης και των αιτίων που την προκάλεσαν. Ο Καστοριάδης αρκετά πριν από τον θάνατό του υποστήριζε την άποψη ότι η πλήρης απελευθέρωση των χρηματοπιστωτικών ροών και η γενικότερη ευελιξία του κεφαλαίου που συνέβη μετά την άνοδο του Ρήγκαν και της Θάτσερ στις ηγεσίες ΗΠΑ και Βρετανίας επέφερε την μεταμόρφωση της παγκόσμιας οικονομίας σε ένα πλανητικό καζίνο, το οποίο θα γινόταν ανεξέλεγκτο και από τους ίδιους τους εμπνευστές του. Άλλοι όπως ο Τάκης Φωτόπουλος, ο οποίος βασίστηκε στις θεωρητικές αναλύσεις του Καστοριάδη, τελευταία αποκλίνει σημαντικά από τις απόψεις εκείνου, υποστηρίζοντας παραδείγματος χάριν ότι: ΄΄ ΄΄Η σημερινή κρίση, όπως και όλες όσες προηγήθηκαν, τόσο κατά την περίοδο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης (1987, 1990, 1994, 1997/8, 2001, κ.λπ.) όσο και πριν από αυτήν (1973/4, 1979, 1929, 1873 κ.λπ.) δεν είναι βέβαια κάτι καινούριο στο καπιταλιστικό σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Ήταν ακριβώς για αυτόν τον λόγο που η κατάργηση του συστήματος της αγοράς και της «αναρχίας» της ήταν πάντα ένα βασικό αίτημα της Αριστεράς, προτού να γίνει ηγεμονική η παρούσα «μεταλλαγμένη» ρεφορμιστική Αριστερά, η οποία δεν βλέπει τίποτα κακό με το σύστημα της αγοράς, αρκεί να είναι «κοινωνικά ελεγχόμενο». Με άλλα λόγια, δεν είναι αλήθεια ότι ο καπιταλισμός μόνο σήμερα έχει στραφεί ενάντια στη δική του «λογική», όταν, με το άνοιγμα και την απορύθμιση των αγορών μετέτρεψε την παγκόσμια οικονομία σε ένα «πλανητικό καζίνο», όπως υποστήριξε ο Καστοριάδης. Ο καπιταλισμός ήταν πάντα, σε διάφορους βαθμούς, ένα «καζίνο» («υψηλός κίνδυνος για υψηλά κέρδη») και καθ’ όλη τη διάρκεια της 200ετούς ιστορίας του ήταν επιρρεπής σε κρίσεις. Η μόνη διαφορά με το παρελθόν είναι ότι αυτό το καζίνο σήμερα, ως αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης, είναι πλανητικό. Η μοναδική άλλωστε περίοδος στην ιστορία του καπιταλισμού, όπου οι κρίσεις δεν έπαιρναν την σημερινή ένταση και έκταση ήταν τα πενήντα περίπου χρόνια σοσιαλδημοκρατίας στη Δύση, όταν αυτές οι κρίσεις ήταν σε κάποιο βαθμό ελεγχόμενες από το κράτος. Όμως, μια τέτοια περίοδος είναι αδύνατον να επαναληφθεί σε μια διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς όπως η σημερινή, καθώς αυτό προϋποθέτει ένα παγκόσμιο κράτος, ή τουλάχιστον αυστηρές παγκόσμιες ρυθμίσεις όλων των αγορών, οι οποίες δεν είναι μόνο ουτοπικές να εφαρμοστούν δεδομένης της θεμελιώδους ανομοιογένειας που η ίδια η οικονομία της αγοράς δημιουργεί μεταξύ διαφόρων περιοχών (εξού και τα ευχολόγια και οι προτεινόμενοι ανώδυνοι «έλεγχοι» της πρόσφατης συνόδου της «Ομάδας των 20»), αλλά είναι και ασυμβίβαστες με την ίδια τη λογική και τη δυναμική μιας διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς που βασίζεται σε αγορές που πρέπει να είναι όσο το δυνατόν «απελευθερωμένες» για να μεγιστοποιούνται τα κέρδη΄΄. (΄΄Η κρίση και η ανισότητα΄΄, άρθρο στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία της 11/11/08 )

Η θέση όμως ότι ΄΄Ο καπιταλισμός ήταν πάντα, σε διάφορους βαθμούς, ένα «καζίνο» («υψηλός κίνδυνος για υψηλά κέρδη») και καθ’ όλη τη διάρκεια της 200ετούς ιστορίας του ήταν πάντα επιρρεπής σε κρίσεις΄΄ , έρχεται σε αντίθεση με την αναγνώριση από τον ίδιο τον Φωτόπουλο λίγες αράδες παρακάτω ότι ΄΄ η μόνη διαφορά με το παρελθόν είναι ότι αυτό το καζίνο σήμερα, ως αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης, είναι πλανητικό΄΄ καθώς και ότι ΄΄ η μοναδική άλλωστε περίοδος στην ιστορία του καπιταλισμού, όπου οι κρίσεις δεν έπαιρναν την σημερινή ένταση και έκταση ήταν τα πενήντα περίπου χρόνια σοσιαλδημοκρατίας στη Δύση, όταν αυτές οι κρίσεις ήταν σε κάποιο βαθμό ελεγχόμενες από το κράτος΄΄. Μόνος του επομένως αναδεικνύει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν τον καπιταλισμό των τελευταίων 30 χρόνων από εκείνον της προηγούμενης περιόδου, και αυτά είναι : 1) η διεθνική διάσταση του καπιταλιστικού καζίνο σε συνδυασμό με 2)την συρίκνωση του παρεμβατισμού του κράτους στις οικονομικές διαδικασίες.
Αλλά και γι αυτό το δεύτερο ποιοτικό στοιχείο υπάρχουν σφοδρές διαφωνίες μεταξύ κορυφαίων διανοουμένων. Π.χ ο Νόαμ Τσόμσκι, τον οποίο επίσης επικρίνει ο Φωτόπουλος γι αυτήν του τη θέση, υποστηρίζει ότι το κράτος, και αναφέρεται κυρίως στο αμερικάνικο κράτος, ουδέποτε αποσύρθηκε από τον παρεμβατικό του ρόλο, και μάλιστα τον επαύξησε τη περίοδο Ρήγκαν, βλέπε φανερές και κρυφές επιδοτήσεις των αμερικάνικων επιχειρήσεων, διόγκωση προϋπολογισμού και δαπανών Πενταγώνου, υψηλοί δασμοί για ανταγωνιστικά προϊόντα τρίτων χωρών κλπ, και ότι απλούστατα η θέση του νεοφιλελευθερισμού περί απόσυρσης του κράτους από την οικονομία αποτέλεσε προπέτασμα καπνού και στάχτη στα μάτια των λαϊκών τάξεων. Οι σχετικές διαφωνίες φούντωσαν πρόσφατα με αφορμή την τρέχουσα κρίση και έχω την άποψη ότι πηγαίνουν πολύ βαθύτερα από κάποιες διαφοροποιήσεις σε επιμέρους ζητήματα της τρέχουσας επικαιρότητας.

Η άποψη που διατυπώνει ο Φωτόπουλος στο παραπάνω αναφερόμενο άρθρο του ότι:΄΄ μια τέτοια περίοδος(=αναφέρεται στην χρυσή μεταπολεμική περίοδο της σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης) είναι αδύνατον να επαναληφθεί σε μια διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς όπως η σημερινή, καθώς αυτό προϋποθέτει ένα παγκόσμιο κράτος, ή τουλάχιστον αυστηρές παγκόσμιες ρυθμίσεις όλων των αγορών, οι οποίες δεν είναι μόνο ουτοπικές να εφαρμοστούν δεδομένης της θεμελιώδους ανομοιογένειας που η ίδια η οικονομία της αγοράς δημιουργεί μεταξύ διαφόρων περιοχών (εξού και τα ευχολόγια και οι προτεινόμενοι ανώδυνοι «έλεγχοι» της πρόσφατης συνόδου της «Ομάδας των 20»), αλλά είναι και ασυμβίβαστες με την ίδια τη λογική και τη δυναμική μιας διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς που βασίζεται σε αγορές που πρέπει να είναι όσο το δυνατόν «απελευθερωμένες» για να μεγιστοποιούνται τα κέρδη΄΄, δεν μπορεί να γίνει τόσο εύκολα αποδεκτή. Και αυτό το λέω όχι από την άποψη του σοσαλδημοκράτη που ονειρεύεται μια επιστροφή εκείνης της περιόδου, υπό μια έστω ανανεωμένη μορφή, αλλά από την άποψη του πολίτη που τοποθετείται σε μια ριζοσπαστική άποψη υπέρ της πλήρους ανατροπής του κυρίαρχου συστήματος. Πίσω από την προσέγγιση του Φωτόπουλου υποκρύπτεται η άποψη ότι το σύστημα δεν μπορεί να αυτομεταρρυθμιστεί αναγορεύοντας έτσι την υπαρκτή ένταση του ζεύγους διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς / παγκόσμια ρύθμιση των αγορών , σε απόλυτη και αξεπέραστη αντίφαση, που μόνο μια παγκόσμια επανάσταση θα μπορούσε να υπερβεί. Αλλά έτσι ξαναβάζουμε από την πίσω πόρτα, τις νομοτέλειες του μαρξισμού-λενινισμού και τον επιστημονικοφανή αντικειμενισμό του. Αλλά και ο Καστοριάδης σε πολλές διατυπώσεις του, αν και οφείλω να ομολογήσω είναι πολύ προσεκτικός σε αυτά τα θέματα, αφήνει την εντύπωση ότι υπάρχουν ανυπέρβλητα όρια στον μοντέρνο καπιταλισμό στα οποία αν συνεχιστούν οι σημερινές τάσεις του θα προσκρούσει υποχρεωτικά. Αναφέρεται π.χ κατ’ επανάληψη στο οικολογικό όριο ή στο ανθρωπολογικό όριο, εννοώντας με αυτά αφενός την εξάντληση των πρώτων υλών και την ανεπίστρεπτη καταστροφή των οικοσυστημάτων και αφετέρου την πλήρη ιδιωτικοποίηση και αποχαύνωση των ανθρώπων, που κάποια στιγμή θα καταστήσουν πλήρως αδύνατη έστω και την πλημμελή λειτουργία του συστήματος.
Έτσι όμως διολισθαίνουμε σε μια υποκατάσταση των αντικειμενικών νόμων λειτουργίας της οικονομίας που εγγυώνται την κατάρρευση του καπιταλισμού με άλλου τύπου αντικειμενικές αντιφάσεις που και αυτές λειτουργούν στα θεμέλια του καπιταλισμού και τον ωθούν προς την έκρηξή του. Τότε όμως που θα τοποθετηθεί ο υποκειμενικός παράγοντας και η δράση του; Μήπως θα τον δούμε σαν μια απλή αντανακλαστική-παβλοφικού τύπου- αντίδραση στην δράση των αντικειμενικών παραγόντων;

Ανώνυμος είπε...

Κράτησα κάποια σημεία που θέλω να σχολιάσω. Συμφωνώ με τη θέση του Καστοριάδη για τον κίνδυνο της πλανητικής κερδοσκοπίας. Σε όλες τις καταστάσεις πιστεύω ότι υπάρχει μία ιεράρχηση, μία κλίμακα. Μία φυσική καταστροφή π.χ. ο μεγάλος σεισμός στην Κων/πολη και το τσουνάμι στη Ν.Α. Ασία. Πρόκειται αναμφισβήτητα για δύο μεγάλες καταστροφές. Είναι του ίδιου μεγέθους? Όχι. Είναι μεν εξίσου οδυνηρές , διαφορετικού μεγέθους δε. Θέλω να πω ότι και ο Καπιταλισμός έχει διάφορα επίπεδα. Καλώς ο Καστοριάδης υποστηρίζει πως ο καπιταλισμός μεταλλάσσεται παίρνοντας μία πιο επικίνδυνη μορφή. Και πιο επικίνδυνη όχι ως προς το κεφάλαιο, αλλά ως προς το λαό που είναι αυτός που πληρώνει πάντα τα σπασμένα. Βλέπεις τώρα με την τρέχουσα κρίση. Οι CEO παίρνουν εκατομμύρια δολάρια σε αποζημιώσεις, αλλά η ανεργία βαράει κόκκινο. Οι πολύ πλούσιοι το πολύ να θυσιάσουν κανένα jet ή να κατασκευάσουν μικρότερες πισίνες. Ο καπιταλισμός με τη σημερινή του μορφή είναι ο πιο επικίνδυνος τα τελευταία εκατό χρόνια. Επικίνδυνος ιδιαίτερα για το μέρος του πληθυσμού που έχει κατακτήσει ένα σχετικά αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Μπορεί μέσα σε μήνες μερικοί κερδοσκόποι να τινάξουν στον αέρα κόπους ετών.
Τώρα όσον αφορά αν ο πλανήτης μπορεί να μας θρέψει όλους δε νομίζω ότι με λελογισμένη χρήση των φυσικών πηγών θα υπάρχει πρόβλημα. Ας αναλογιστούμε τους τόνους σκουπίδια που πετάμε και που μαζεύουν οι συνάδελφοι μας. Το πρόβλημα βρίσκεται και εδώ στην απληστία

Ανώνυμος είπε...

Μερικές μεθοδολογικές παρατηρήσεις βοηθητικές της συζήτησης:

Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι ο καπιταλισμός έχει αποδείξει την δυνατότητά του να μετεξελίσσεται, τροποποιώντας την δομή του και αφομοιώνοντας
ακόμη και τα εχθρικά προς αυτόν στοιχεία. Αυτή την διαπίστωση δεν θα πρέπει κανείς να την εκλάβει ως παγιωμένη, άπαξ και δια παντός ισχύουσα ιδιότητα που ανήκει στην ουσία του κοινωνικοστορικού όντος με την επωνυμία καπιταλισμός. Δηλαδή δεν εθεάθησαν κάποιοι θεωρητικοί την ιστορική πορεία του όντος καπιταλισμός, και κατέληξαν στο συμπέρασμα: ΄΄ο καπιταλισμός θα μπορεί πάντα να μεταμορφώνεται και να ενσωματώνει κάθε απόπειρα ανατροπής του΄΄. Η λογική δομή ενός τέτοιου συλλογισμού είναι λανθασμένη. Από την διαπίστωση ότι κάτι συμβαίνει κάποιες φορές, έστω και εξακολουθητικά για μεγάλο χρονικά διάστημα, δεν μπορούμε να μεταβούμε στο συμπέρασμα ότι ΄΄αυτό θα συμβαίνει πάντα΄΄. Εάν στις χρονικές στιγμές t1,t2, t3,t4 κλπ ισχύει ότι το Β ακολουθεί το Α, δεν νομιμοποιούμαστε να συναγάγουμε τον κανόνα : ΄΄Το Β ΣΥΝΑΡΤΆΤΑΙ ΑΙΤΙΑΚΑ ΜΕ ΤΟ Α΄΄, για τον απλούστατο λόγο ότι μπορεί να υπάρξουν άλλες μελλοντικές χρονικές στιγμές t5,t6,t7,t8 όπου αυτή η συσχέτιση μπορεί να ανατραπεί.
Αλλά υπάρχουν και άλλοι μεθοδολογικοί λόγοι που πρέπει να μας κάνουν επιφυλακτικούς στην εξαγωγή πορισμάτων τέτοιου τύπου.
Για να αποδόσουμε σε δύο παράγοντες Α και Β μια σχέση αιτίου και αιτιατού, θα έπρεπε, πέραν της επανάληψης της εν λόγω σχέσης διαμέσου μιάς μεγάλης χρονικής ακολουθίας t1,t2,t3,t4,…..tv, να είμαστε σε θέση να βεβαιώσουμε ότι : α) αυτοί οι δύο παράγοντες επανεμφανίζονται αυτούσιοι καθ’ όλο το μήκος της εξεταζόμενης χρονικής ακολουθίας, δηλαδή ότι Α1, Α2, Α3, Α4,….Αv = Α και αντίστοιχα το ίδιο και για τον Β και β) έχουμε κατορθώσει να απομονώσουμε πειραματικά τις επιδράσεις όλων των άλλων παραγόντων, και επικεντρωνόμαστε μόνο στους δύο εξεταζόμενους παράγοντες. Πως μεταφράζεται αυτό πρακτικά στο θέμα που μας αφορά;
Για να μπορούμε να είμαστε επιστημονικά ακριβείς, θα έπρεπε να μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι οι αστικές τάξεις των αρχών του 19ου αιώνα, των αρχών του 20ου αιώνα, και αυτός του 2008, είναι εντελώς το ίδιο πράγμα αφενός δηλ. όλα αυτά τα καθεστώτα έχουν μια ουσία αμετάλλαχτη που αποτελείται από κάποιες σταθερές και αμετάλλαχτες ιδιότητες και ότι το ίδιο ισχύει και για τους κατά καιρούς αντιπάλους του και αφετέρου ότι μπορούμε να θέσουμε σε μια εργαστηριακή φιάλη αυτούς τους δύο παράγοντες και να εξετάσουμε την αλληλεπίδρασή τους, απομονώνοντας επομένως κάθε άλλο κοινωνικοοικονομικό ή πολιτισμικό παράγοντα που διαταράσσει την μεταξύ τους αλληλεπίδραση.
Αυτά όμως δεν γίνονται ούτε στις πιο τρελλές θετικιστικές φαντασιώσεις των ΄΄αντικειμενιστών΄΄ κοινωνιολόγων και οπαδών της ΄΄επιστημονικής΄΄ κοινωνικής επιστήμης.

Ανώνυμος είπε...

Έχοντας στο μυαλό λοιπόν τους παραπάνω περιορισμούς θα έλεγα ότι όντως ο καπιταλισμός έχει γίνει καταστροφικός, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η τάση του αυτή δεν μπορεί να ανακοπεί ή και να αναστραφεί από ένα τμήμα της ίδιας της υπερεθνικής αστικής τάξης που, ανταποκρινόμενο σε ευρύτερες ανησυχίες και προσεταιριζόμενο την κοινωνική αναταραχή , μπορεί να επιχειρήσει-και όντως το επιχειρεί- μια αναστροφή της παρούσας τάσης, προς ένα ΄΄πρασίνισμα΄΄ του καπιταλισμού και μια περισσότερο ΄΄υπεύθυνη΄΄ και κοινωνικά ΄΄ευαίσθητη΄΄ πολιτική. Νομίζω ότι μια τέτοια στροφή είναι πιθανή, εάν οι μερίδες της αστικής τάξης που την ενστερνίζονται μεταβάλλουν τον υπάρχοντα συσχετισμό δυνάμεων στο εσωτερικό της άρχουσας τάξης υπέρ των επιδιώξεών τους.
Είναι λάθος των επαναστατών θεωρητικών α)να βλέπουν την άρχουσα τάξη ως ένα μονολιθικό και συμπαγή οργανισμό, που δεν διατρέχεται από εσωτερικές διαιρέσεις και αντιπαλότητες και β) να μην βλέπουν ότι και οι άρχουσες τάξεις διδάσκονται και αυτές από τα λάθη τους και την παρελθούσα εμπειρία τους και μπορούν να τροποποιούν τις στρατηγικές τους, προσαρμοζόμενες στις εκάστοτε συνθήκες.
Η υποτίμηση του αντιπάλου είναι θανάσιμο λάθος, με ανυπολόγιστο κόστος για τα επαναστατικά κινήματα.
Θέλω να το πω για πολλοστή φορά. Δεν υπάρχουν αντικειμενικές αντιφάσεις που εγγυώνται την κατάρρευση ή την συντήρηση των κοινωνικών σχηματισμών. Οι κρίσεις, γίνονται κρίσεις, επειδή κοινωνικές ομάδες, τάξεις, κοινωνικά υποκείμενα, αντιδρούν, αποφασίζουν να πράξουν ή να μην πράξουν με διαφορετικό τρόπο από ότι συνήθως, επειδή τροποποιούν συνειδητά ή ασυνείδητα την συμπεριφορά και τις ιδέες τους, επειδή επιλέγουν να μην ακολουθήσουν την πεπατημένη και να ξανοιχτούν στο πέλαγος της δημιουργίας νέων θεσμών και τρόπων κοινωνικής συνύπαρξης.