Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2009

ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΗΣ ΕΓΧΩΡΙΑΣ ΟIKONOΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ;

1.
Τεχνοκράτες των Βρυξελλών, εγχώριοι οικονομικοί αναλυτές και αριστεροί εκσυγχρονιστές μετά από χρόνια συστηματικής πλύσης του εγκεφάλου μας, έχουν σχεδόν καταφέρει να πείσουν την συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού ότι οι μπαρούφες που μας σερβίρουν αποτελούν οικονομικά θέσφατα και ότι δεν υπάρχει καμία εναλλακτική προσέγγιση στα προβλήματα που ταλανίζουν την χώρα. Ο καθημαγμένος πολίτης όταν ακούει από το πρωί μέχρι το βράδυ τις ίδιες και τις ίδιες βαθυστόχαστες οικονομικές αναλύσεις από ανθρώπους με περγαμηνές και κύρος, προερχόμενους μάλιστα από όλο σχεδόν το πολιτικό φάσμα, καταλήγει εκών-άκων στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί παρά έτσι να είναι τα πράγματα. Έτσι συμβαίνει και με το τεράστιο πρόβλημα του δημοσιονομικού μας ελλείμματος.
Τι λέει η κυρίαρχη άποψη; Σύμφωνα με αυτήν η επέκταση του δημόσιου τομέα τις τελευταίες δεκαετίες είναι η βασική αιτία της σημερινής κρίσης. Οι δημόσιες δαπάνες βρίσκονται στην ρίζα του προβλήματος. Ο τεράστιος αναποτελεσματικός, δυσκίνητος, γραφειοκρατικός δημόσιος τομέας ευθύνεται για τον στραγγαλισμό του υγιούς ιδιωτικού τομέα, για τον πληθωρισμό, για τα ελλείμματα, το δημόσιο χρέος, το ελλειμματικό ισοζύγιο πληρωμών κλπ, κλπ. Η λύση πρέπει λοιπόν να αναζητηθεί στην περιστολή των δημόσιων δαπανών η οποία και θα βάλει τις βάσεις για μια υγιή ανάπτυξη.
Αυτή η ανάλυση εφαρμόζει δογματικά και άκριτα στην ελληνική πραγματικότητα συλλογισμούς που αφορούν την οικονομική πραγματικότητα των χωρών του ανεπτυγμένου μητροπολιτικού καπιταλισμού. Διότι εκεί όντως η επέκταση του δημόσιου τομέα οφειλόταν βασικά στις συνεχώς διευρυνόμενες δαπάνες για την αναπαραγωγή του κράτους πρόνοιας κάτω και από την πίεση των ισχυρών συνδικαλιστικών και των λαϊκών κινημάτων στα 30 χρόνια που επακολούθησαν την λήξη του Β΄παγκοσμίου πολέμου. Στη χώρα μας όμως η επέκταση του δημοσίου τομέα πρώτα από τον Καραμανλή θείο μετά το 1974 και με μεγαλύτερη ορμή από το 1981 και μετά από το ΠΑΣΟΚ είχε εντελώς διαφορετική βάση.
Θα πρέπει όμως να πάμε λίγο πιο πίσω και να ρίξουμε μια ματιά στο ελληνικό μεταπολεμικό οικονομικό μοντέλο. Έτσι η περίφημη ανάπτυξη των μεταπολεμικών χρόνων ήταν σαθρή, διότι στηρίχθηκε στην επέκταση του τριτογενούς τομέα(υπηρεσίες), ενώ ο τομέας της μεταποίησης έμεινε εμβρυώδης. Το ΄΄υγιές΄΄ ιδιωτικό κεφάλαιο προτιμούσε τις υπηρεσίες, που άφηναν περισσότερα κέρδη από τις επενδύσεις στον δευτερογενή τομέα. Οι αεριτζίδικες, μεταπρατικές εργασίες έγιναν το κύριο χαρακτηριστικό της ελληνικής αστικής τάξης, που εξήλθε από τον πόλεμο με κεφάλαια από τις μαυραγορίτικες δραστηριότητες που είχε αναπτύξει κατά την διάρκειά του και οικειοποιήθηκε τα κονδύλια του σχεδίου Μάρσαλ. Αυτά τα κεφάλαια διοχετεύτηκαν στον τουρισμό, την ναυτιλία και άλλες εμπορικές δραστηριότητες ενώ η βιομηχανία καθηλώθηκε σε περιορισμένους κλάδους με εξαγωγικό προσανατολισμό λόγω και του περιορισμένου μεγέθους και της ασθενικής ζήτησης της εγχώριας αγοράς. Tα δύο στοιχεία που προσδιόρισαν την ελληνική μεταποίηση σε όλη αυτή την περίοδο και μονιμοποίησαν την υστέρησή της ήταν: α)χαμηλή παραγωγικότητα και β)υψηλή δασμολογική προστασία. Η χαμηλή παραγωγικότητα του δευτερογενούς τομέα και το μεγάλο άνοιγμά της σε σχέση με τις ανεπτυγμένες χώρες του κέντρου εξακολούθησε να είναι τεράστιο σε όλη την μεταπολεμική περίοδο και ήταν συνάρτηση των ισχνών έως ανύπαρκτων επενδύσεων σε τεχνολογία η οποία κατά την αντίστοιχη περίοδο εξελισσόταν με άλματα.

2.
Φορτωμένη με αυτά τα δύο μειονεκτήματα-χαμηλή παραγωγικότητα και δασμολογική προστασία- η ελληνική βιομηχανία κατέρρευσε μόλις έπεσαν τα τείχη και ενσωματώθηκε στην διεθνή οικονομία με συνέπεια να κατακτηθεί η ελληνική αγορά από τα ξένα προϊόντα ενώ σήμερα ξεπουλιούνται και οι τελευταίες βιώσιμες μονάδες. Συνέπεια αυτής της μεγάλης υστέρησης του ελληνικού οικονομικού μοντέλου ήταν η ανικανότητα παραγωγικής απασχόλησης ενός μεγάλου ποσοστού του εργατικού δυναμικού. Η ελληνική αστική τάξη επομένως βρέθηκε μπροστά σε τρεις βασικές επιλογές: α)μετανάστευση β)διόγκωση του δημόσιου τομέα με μαζικές προσλήψεις γ) διεύρυνση και σχεδιασμένος εκσυγχρονισμός της παραγωγικής δομής της χώρας.
Η τρίτη επιλογή ήταν αδύνατον να ακολουθηθεί από την ελληνική αστική τάξη η οποία εγκατέλειψε τις επενδύσεις στην καλή διάθεση των Ελλήνων κεφαλαιούχων και τον φιλελληνισμό των ξένων επενδυτών μέσω του αυτόματου μηχανισμού της αγοράς και χωρίς άμεση κρατική στήριξη και εφόσον δημιουργηθεί το ΄΄κατάλληλο΄΄ κλίμα για επενδύσεις. Η σχεδιασμένη, συστηματική επέμβαση στην οικονομία ήταν εκτός οποιασδήποτε σκέψης και πολιτικής βούλησης της άρχουσας τάξης και εάν εμφανίζονταν τέτοιες προθέσεις εντός του πολιτικού προσωπικού θα συκοφαντούνταν και θα απομονώνονταν ως εκφράζουσες ΄΄κομμουνιστικές΄΄ απόψεις και ως προσπάθεια απόσπασης της χώρας από το δυτικό μπλοκ και ένταξής της στο ανατολικό στρατόπεδο.
Η απαξίωση των καθεστώτων των ανατολικών χωρών στην συνείδηση της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού ιδίως μετά την δεκαετία του ΄80 και η συνακόλουθη κατάρρευσή τους το ΄89, ενταφίασε οριστικά αυτήν την δυνατότητα καθώς καμία πολιτική δύναμη στην Ελλάδα δεν εστίασε ούτε και έκανε βασικό στοιχείο του πολιτικού-ιδεολογικού της λόγου την διάκριση μεταξύ δημοκρατικά και αυταρχικά σχεδιασμένου εκσυγχρονισμού της παραγωγικής δομής της χώρας.
Η πρώτη επιλογή, της μετανάστευσης, υιοθετήθηκε μετ’ επιτάσεως τις πρώτες δύο μεταπολεμικές δεκαετίες και ανακούφισε προσωρινά το κοινωνικό σώμα από τις εντάσεις που θα προέκυπταν από στρατιές ανέργων που έτσι διοχετεύθηκαν σε Καναδά, ΗΠΑ, Αυστραλία και Γερμανία. Αλλά η επιλογή αυτή γρήγορα εξάντλησε την δυναμική της εκεί γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ΄70 όταν άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια οικονομικής κάμψης στις ανεπτυγμένες οικονομίες της δύσης.
Όταν λοιπόν το ΠΑΣΟΚ ανήλθε στην εξουσία το ΄81 βρέθηκε μπροστά σε ένα δίλημμα. Είτε να τολμήσει να επέμβει άμεσα στην παραγωγική δομή για να την εκσυγχρονίσει είτε να επεκτείνει τον δημόσιο τομέα προσλαμβάνοντας μαζικά ανέργους και κρατικοποιώντας τις προβληματικές επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα. Η αποσιώπηση της εναλλακτικής λύσης μιας δημοκρατικά σχεδιασμένης οικονομικής παρέμβασης καθόρισε την πορεία του ΠΑΣΟΚ και της ελληνικής οικονομίας για τα επόμενα χρόνια. Τοιουτοτρόπως η μαζική αύξηση των προσλήψεων στον δημόσιο τομέα έγινε η κύρια πολιτική επιλογή του ΠΑΣΟΚ.

3.
Από την πλευρά λοιπόν των δημόσιων δαπανών, ο βασικός λόγος της αύξησής τους ήταν η αποτυχία του ιδιωτικού τομέα που έκανε επιτακτική την διόγκωση του κρατικού και όχι το αντίστροφο όπως προσπαθούν εδώ και πολλά χρόνια να μας πείσουν οι οπαδοί της οικονομικής ορθοδοξίας.
Αλλά και από την πλευρά των δημοσίων εσόδων, είναι ο χαρακτήρας της οικονομίας μας σαν οικονομία υπηρεσιών που έθρεψε την εκτεταμένη φοροδιαφυγή. Αυτό πιστοποιείται και από το γεγονός ότι όσο αυξάνει το ειδικό βάρος του τομέα των υπηρεσιών στη χώρα τόσο αυξάνει και η φοροδιαφυγή. Αυτή η συσχέτιση ισχύει και για όλες τις χώρες που διαθέτουν εκτεταμένο και μεγάλο τομέα υπηρεσιών. Ενώ αντίθετα ένας ισχυρός μεταποιητικός τομέας θα σήμαινε περισσότερους μισθωτούς, που είναι και οι μόνοι που πληρώνουν φόρους.
Λίγα λόγια για την ενταφιασμένη από όλους εναλλακτική.
Μπορούμε να βαδίσουμε σε έναν προγραμματισμένο, ριζικό εκσυγχρονισμό με ουσιαστική λαϊκή συμμετοχή στη λήψη των σχετικών αποφάσεων;
Με δεδομένη την αποτυχία του κρατισμού, ο εναλλακτικός εκσυγχρονισμός πρέπει να είναι προγραμματισμένος, όχι όμως με την έννοια της κρατικοποίησης των μέσων παραγωγής και του κεντρικού πλάνου του εκπορευόμενου από μια φωτισμένη κρατική ελίτ αλλά σαν αποτέλεσμα της ανάληψης της έρευνας και του σχεδιασμού της ανάπτυξης καθώς και της δανειοδότησης των επενδύσεων σε συγκεκριμένους κλάδους από την κοινωνία και τους θεσμούς της που θα εξασφαλίζουν την ουσιαστική συμμετοχή της πλειοψηφίας του πληθυσμού στη λήψη των σχετικών αποφάσεων. Σε αντίθεση με την φιλελεύθερη στρατηγική ένα τέτοιο εκσυγχρονιστικό πρόγραμμα προϋποθέτει αλλά και απαιτεί την λαϊκή συμμετοχή και κινητοποίηση.
Ο εναλλακτικός εκσυγχρονισμός θα πρέπει να στοχεύει σε μια αυτοδύναμη ανάπτυξη, που θα στηρίζεται κυρίως στην εσωτερική ζήτηση και τις εγχώριες επενδύσεις. Η αυτοδυναμία σε αυτό το πλαίσιο θα εσήμαινε ότι οι εξαγωγές θα έπαιζαν συμπληρωματικό μόνο ρόλο στη διαδικασία εκσυγχρονισμού που κατά βάση θα αποσκοπούσε στην επέκταση της παραγωγής για την κάλυψη των εσωτερικών αναγκών. Απαιτείται εδώ να διευκρινίσουμε ότι η αυτοδύναμη ανάπτυξη δεν θα πρέπει να συγχέεται με την αυτάρκη ανάπτυξη. Η αυτάρκης ανάπτυξη παραπέμπει σε μια οικονομία απομονωμένη η οποία δεν έχει διασυνδέσεις και δεσμούς με άλλες οικονομίες ενώ ένας αυτοδύναμος οικονομικός σχηματισμός στηρίζεται κατά βάση στις δικές του δυνάμεις χωρίς να πάψει να σχετίζεται με το διεθνές οικονομικό περιβάλλον. Η αυτάρκης ανάπτυξη δεν μπορεί να υπάρξει, είναι ανέφικτη και ούτε και θα ήταν επιθυμητή μια κοινωνία πλήρως αποκομμένη χωρίς επαφές και ανταλλαγές με όσες τις περιβάλλουν.

4.
Ο εναλλακτικός εκσυγχρονισμός θα κατατείνει στη μεταβολή τόσο της παραγωγικής όσο και της καταναλωτικής δομής της χώρας μας και επομένως θα συναρτάται και με ένα διαφορετικό από το σημερινό σύστημα αξιών.
Α)Όσον αφορά το σκέλος της κατανάλωσης το πρόβλημα εντοπίζεται στην διάρθρωση της συνολικής κατανάλωσης. Μια ελληνική κοινωνία που λιγουρεύεται σκάφη αναψυχής, Μερσεντές και φιρμάτα ρούχα δεν μπορεί παρά να καλύπτει αυτές τις ανάγκες της με εισαγωγές μιας και οι βιομηχανικές μονάδες που παράγουν συνήθως αυτά τα προϊόντα δεν είναι ελληνικές. Έτσι σαν χώρα αναγκαζόμαστε να καταφεύγουμε στον δανεισμό και να συμπεριφερόμαστε ως επαίτες για να καλύψουμε τις ανισορροπίες του ισοζυγίου των συναλλαγών μας και τις τρύπες του προϋπολογισμού ενώ σαν άτομα επαιρόμαστε για το ανεπτυγμένο βιοτικό μας επίπεδο.
Αλλαγή στρατηγικής εδώ σημαίνει: κάλυψη των αναγκών της χώρας με βάση τις δικές μας παραγωγικές δυνατότητες, άρα ανάπτυξη και καλλιέργεια ενός ΄΄αυτόχθονος΄΄ καταναλωτικού προτύπου. Προς αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν φορολογικά εργαλεία όπως ο ΦΠΑ, η φορολόγηση της χρήσης ενέργειας, η δραστική φορολόγηση των πολυτελών κατοικιών και της μεγάλης ακίνητης περιουσίας, και κυρίως η υιοθέτηση ενός πραγματικά προοδευτικού φορολογικού συστήματος που θα επέφερε μια ανακατανομή του εισοδήματος υπέρ των χαμηλών εισοδηματικών στρωμάτων. Η υπόθεση ότι αυτά τα στρώματα κατά τεκμήριο προτιμούν τα εγχώρια προϊόντα ελέγχεται για την ακρίβειά της αφού ο μιμητισμός και η προσχώρησή τους στις καταναλωτικές συνήθειες των ανώτερων στρωμάτων λειτουργεί αρνητικά και τα έλκει στην κατανάλωση πολυτελών εισαγόμενων αγαθών. Παρόλα αυτά υπάρχουν βάσιμες ελπίδες ότι η δημιουργία του κατάλληλου θεσμικού κλίματος βοηθούσης και της παγκόσμιας οικονομικής κρίσεως και της διαφαινόμενης γενικότερης συνειδητοποίησης των αδιεξόδων της καταναλωτικής κοινωνίας θα ωθήσει ευρύτερα κοινωνικά στρώματα στην επανεξέταση των συνηθειών και των τρόπων ζωής τους.
Γι αυτό και πέραν των τεχνικών δημοσιονομικών μέτρων και θεσμικών μεταρρυθμιστικών παρεμβάσεων θα απαιτούνταν μια ριζική αλλαγή στάσης και νοοτροπίας του πληθυσμού που θα έπαυε σε σημαντικό βαθμό να ενδιαφέρεται για ακριβά καταναλωτικά μαντζούνια που τονώνουν τον ατομικό εγωισμό και διασκεδάζουν το υπαρξιακό κενό και θα έστρεφε το ενδιαφέρον των πολιτών σε πράγματα όπως η κατάκτηση της ισότητας, της δικαιοσύνης, της οικοσυμβατής ανάπτυξης, της ικανοποίησης των αναγκών του κοινωνικού συνόλου και της κατάκτησης της εθνικής αυτοδυναμίας και αξιοπρέπειας. Αυτές όμως οι στάσεις και οι προσανατολισμοί δεν δημιουργούνται εκ των άνω δια διαταγμάτων και εγκυκλίων που εκπορεύονται από ΄΄λαϊκές΄΄ κυβερνήσεις όσες καλές προθέσεις κι αν έχουν αυτές αλλά καλλιεργούνται μέσα στην κοινωνία από κινήματα που εμφορούνται από αυτές και αγωνίζονται για την αλλαγή των συνειδήσεων.
Β)Όσον αφορά την παραγωγική δομή, στόχος θα πρέπει να είναι ένα πρόγραμμα επενδύσεων, βασικά κριτήρια των οποίων θα είναι: η συμβολή στην αυτοδύναμη ανάπτυξη, η ελαχιστοποίηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η αύξηση της απασχόλησης, η ενίσχυση της τοπικής οικονομίας και ο βαθμός συμμετοχής των εργαζομένων στη λήψη των αποφάσεων.
Στα πλαίσια της στοχευμένης και προγραμματισμένης ενίσχυσης συγκεκριμένων βιομηχανικών κλάδων ιδιαίτερο βάρος θα πρέπει να δοθεί στη δημιουργία και την ενίσχυση μορφών επιχειρηματικότητας πoυ θα καταργoύσαv τo σύστημα μισθωτής εργασίας και θα επέτρεπαv τηv συλλoγική ιδιoκτησία και έλεγχo τωv εργαζoμέvωv.Οι εvαλλακτικές αυτές μoρφές αvαφέρovται συvήθως σε εvα vεo ειδoς εργατικής κooπερατίβας στο οποίο οι ίδιοι οι εργαζόμενοι θα έχουν τον έλεγχο της διαχείρισής

Δεν υπάρχουν σχόλια: